Για τον θείο Γιόντοκ δεν ξέρω τίποτα άλλο παρά μόναχα ότι ήταν θείος του παπού μου.δεν ξέρω πως ήταν το παρουσιαστικό του, δεν ξέρω που έμενε και τι δουλειά έκανε.
Γνωρίζω μόνο τ' όνομα του Γιόντοκ.δεν γνωρίζω όμως κανέναν άλλο με τέτοιο όνομα.
Ο παπούς μου άρχιζε τις ιστορίες του έτσι.Οσο ζούσε ακόμα ο θείος Γιόντοκ ή όταν επισκευθήκαμε τον θείο Γιόντοκ, ή οταν ο θείος γιόντοκ μου χάρισε μία φυσαρμόνικα.
Αλλά δεν έλεγε ποτέ τίποτα για τον θείο Γιόντοκ,παρά μόνο για την επίσκεψη στον θείο Γιόντοκ και για τη φυσαρμόνικα από τον Γιόντοκ.
Kι όταν τον ρωτούσαμε: Ποιός ήταν ο θείος Γιόντοκ,έλεγε:Oθείος Γιόντοκ ένας μυαλωμένος άνθρωπος.
Η γιαγιά μου πάντως δεν ήξερε για κανένα τέτοιο θείο,κι ο πατέρας μου γελούσε κάθε φορά που άκουγε αυτό το όνομα.Ο παπούς πείσμωνε όταν έβλεπε τον πατέρα μου να γελάει,και τότε η γιαγιά μου έλεγε:καλά, καλά, ο θείος Γιόντοκ, και ο παπούς μου χαιρόταν.
Για μεγάλο χρονικό διάστημα πίστευα πως ο θείος Γιόντοκ ήταν δασάρχης,γιατί κάποια φορά που είπα στον παπού:θέλω να γίνω δασάρχης εκείνος μου απήντησε:αυτό θ' άρεσε πολύ στον θείο Γιόντοκ.
Αλλά όταν θέλησα να γίνω μηχανοδηγός, το είπε πάλι,και το είπε ξανά όταν δεν ήθελα να γίνω τίποτα:αυτό θα άρεσε πολύ στον θείο Γιόντοκ.
Ο παπούς όμως ήταν ψεύτης.Τον αγαπούσα βέβαια, αλλά στη μακρόχρονη ζωή του είχε γίνει ψεύτης.
Πολλές φορές πήγαινε στο τηλέφωνο,σήκωνε το ακουστικό,έπαιρνε ένα αριθμό και μιλούσε.Καλημέρα θείε Γιόντοκ,πως είσαι θείε Γιόντοκ,όχι,όχι θείε Γιόντοκ,ναι,ναι θείε Γιόντοκ και όλοι μας ξέραμε πως η γραμμή ήταν κλειστή και δεν μιλούσε σε κανέναν.
Το ήξερε και γιαγιά μου,κι όμως φώναζε:άσε τώρα τα τηλεφωνήματα,γιατί θάρθει μεγάλος ο λογαριασμός.Και ο παπούς έλεγε,πρέπει να σε αφήσω τώρα θείε Γιόντοκ,γύριζε σε μάς και μας έλεγε:χαιρετίσματα από τον θείο Γιόντοκ.
Κι ενώ πριν είχε πεί:όταν ζούσε ακόμα ο θείος Γιόντοκ, νάσου τον τώρα που έλεγε:πρέπει να επισκευθούμε τον θείό μας τον Γιόντοκ.΄Η έλεγε:ο θείος Γιόντοκ θα μας επισκευθεί οπωσδήποτε,και χτυπούσε με το χέρι του το γόνατο του,αλλά αυτό δεν φαινόταν πειστικό και το καταλάβαινε,ησύχαζε τότε και για ένα χρονικό διάστημα δεν ανάφερε τίποτα για τον θείο Γιόντοκ και εμείς ανασαίναμε.
Αλλά μετά ξανάρχιζε.
Τηλεφώνησε ο Γιόντοκ.
Το είπε ο Γιόντοκ.
Ο Γιόντοκ έχει την ίδια γνώμη.
Το καπέλου του είναι σαν του Γιόντοκ.
Ο θείος Γιόντοκ πάει περίπατα.
Ο θείος Γιόντοκ αντέχει το κρύο.
Ο θείος Γιόντοκ αγαπά τα ζώα αγαπά.
Ο θείος Γιόντοκ πάει μαζί τους περίπατο με κάθε κρύο ο θείος Γιόντοκ με τα ζώα πάει ο θείος Γιόντοκ αντέχει το κρύο αντέχει ο θείος Γιόντοκ.
Ο θ-ει-ο-ς Γ-ι-ο-ν-τ-ο-κ.
Κι όταν εμείς τα εγγόνια του,πηγαίναμε κοντά του,δεν ρωτούσε,πόσο κάνουν δύο επί εφτά ή ποιά είναι η πρωτεύουσα της Ισλανδίας,αλλά πως γράφουμε το Γιόντοκ.
Το Γιόντοκ το γράφουμε με μεγάλο Γ και το κακό ήταν τα δύο Ο του Γιόόόντοοοκ.
Του παπού μου του άρεσαν τα Ο του Γιόόόντοοοκ κι έλεγε.
Ο θείος Γιόντοκ μόνος όλο το χρόνο.
Ο θείος Γιόντοκ κολοσσός στο βόρειο πόλο.
Ο θείος Γιόντοκ φόβος και τρόμος.
Σε λίγο η κατάσταση του χειροτέρεψε τόσο που τα έλεγε όλα με ΟΟΟ.
Ο θείος Γιόντοκ θο μος οποσκοφθο,οφτος ονο μοολομονος όνθροπος,οβροο πόμο στο θοο Γιόντοκ. ΄Η έτσι.Οθοοσγιόντοκ θο μος οποσκοφθο οφτος ονο μοολομονος ονθροπος οβροοπομοστο θοο γιόντοκ.
Ολοι φοβόμασταν πια όλο και περισσότερο τον παπού,γιατί άρχιζε να ισχυρίζεται κιόλας πως δεν ξέρει κανέναν θείο Γιόντοκ,εμείς τον βρήκαμε,εμείς ρωτήσαμε ποιός ήταν ο θείος Γιόντοκ;
Γι'αυτόν δεν υπήρχε πιά τίποτα άλλο εκτός από τον Γιόντοκ.
Στον ταχυδρόμο έλεγε:καλημέρα κύριε Γιόντοκ καιμετά με φώναζε και εμένα Γιόντοκ και σε λίγο και όλους τους ανθρώπους.
Γιόντοκ ήταν το χαιδευτικό του:αγαπητέ μου Γιόντοκ,η βρισιά του:πανάθεμα σε Γιόντοκ και πήγαινε στον Γιόντοκ.
Δεν έλεγε πιά εγώ πεινάω αλλά εγώ Γιόντοκ,και αργότερα έκοψε και το εγώ και έλεγε Γιόντοκ Γιόντοκ.
Επαιρνε την εφημερίδα,πήγαινε στη σελίδα "Γιόντοκ Γιόντοκ",δηλαδή δυστηχήματα  και εγκλήματα και άρχιζε να διαβάζει:Το Γιόντοκ συνέβει στο Γιόντοκ κοντά στο Γιόντοκ ένα Γιόντοκ που κόστισε δύο Γιόντοκ.Ενα Γιόντοκ πήγαινε στο Γιόντοκ από Γιόντοκ προς Γιόντοκ.Λίγο αργότερα συγκρούστηκε το Γιόντοκ του Γιόντοκ με ένα  Γιόντοκ που έρχόταν από Γιόντοκ.Ο Γιόντοκ του Γιόντοκ,Γιόντοκ,Γιόντοκ και ο Γιόντοκ του,Γιόντοκ,Γιόντοκ,έμεινα επί τόπου Γιόντοκ.
Η γιαγιά μου βούλωνε με τα δάκτυλα τ' αυτιά της και ξεφώνιζε:δεν μπορώ να τ' ακούω άλλο,δεν αντέχω πιά.Αλλά ο παπούς μου δεν σταματούσε.Δεν δταμάτησε σε όλη του τη ζωή,και ο παπούς μου έζησε πολλά χρόνια και τον αγαπούσα πολύ.Ακόμα κι όταν πια δεν έλεγε τίποτα άλλο εκτός από Γιόντοκ,συνεννοούμασταν μιά χαρά.Ημουν πολύ μικρός κι ο παπούς μου πολύ γέρος, μ' έπερνε στα γόνατα του και γιόντοκτε τη Γιόντοκ του Γιόντοκ Γιόντοκ,με άλλα λόγια,μου διηγόταν τη ζωή του θείου Γιόντοκ,κι εγώ διασκέδαζα με την ιστορία,ενώ οι άλλοι που ήταν μεγαλύτεροι μου,αλλά νεότεροι από τον παπού,δεν καταλάβαιναν τίποτα και δεν ήθελαν να με παίρνει στα γόνατα του,κι όταν πέθανε,έκλαψα πάρα πολύ.
Σ' όλους τους συγγενείς είπα να μην γράψουνε στο μνήμα του το όνομα του Φρήντριχ Γκλάουζερ,αλλά να γράψουν Γιόντοκ Γιόντοκ,έτσι ήθελε ο παπούς.Δεν με άκουσαν όμως,όσο και αν έκλαψα.
Αλλά δυστυχώς,δυστυχώς η ιστορία αυτή δεν είναι αληθινή και συστυχώς ο παππούς μου δεν ήτανε ψεύτης και δυστυχώε δεν έζησε πολλά χρόνια.
Ημουν ακόμα πολύ μικρός,όταν πέθανε ο παπούς,και θυμάμαιμόνο που είπε μια φορά:ταν ζούσε ακόμα ο θείος Γιόντοκ,και η γιαγιά μου,που δεν την αγαπούσα,τον κατσάδιασε,σταμάτα πια με τον Γιόντοκ σου,και ο παπούς σώπασε,πήρε λυπητερό ύφος και ζήυησε και συγνώμη.
Τότε μ΄έπιασε μεγάλη οργή - η πρώτη που θυμάμαι ακόμη- και φώναξα:αν είχα εγώ ένα θείο Γιόντοκ,δεν θα μιλούσα πιά για τίποτα άλλο.
Αν το έκανε αυτό και ο παπούς μου,ίσως να μην πέθαινε τόσο νέος,κι εγώ θα είχα ακόμη και σήμερα έναν παπού και θα συνεννοούμασταν καλά..............