Ω! Χάρε,γέρο πλοίαρχε, σήκω την άγκυρά μας!
μας πλήττει τούτη η Γη, καιρός το πλοίο πανιά να κάνει!
κι αν η θάλασσα κι αν ουρανός μαύρα είναι σαν μελάνι,
το ξέρεις πως γεμάτη ΄ναι απ΄αχτίδες η καρδιά μας!

Χύσε μας το φαρμάκι σου που ορμή μέσα μας βάζει!
αυτή η φωτιά μες το μυαλό τόση είναι, που ζητούμε
να πέσουμε στο βάραθρο! Αδης, Εδέμ, τι νοιάζει;
φτάνει στα βάθη του άγνωστου κάτι το νέο να βρούμε!
Κάρολος Μπωντλαίρ

Χτίζουμε τις μέρες μας με αγωνία μέσα σ' ένα θερμοκήπιο.  Μετράμε τις ώρες  με στωικότητα  να περνούν εμπρός από τα μάτια μας......κουλουριασμένοι καθόμαστε πάνω στις νεκροκεφαλές και τα οστά  των προγόνων μας ελπίζοντας ότι μία ημέρα η ψυχή μας θα ακουμπήσει την Ικαρία

Ο Πόθος
Επίγειοι παράδεισοι
Όμορφοι πλασμένοι κόσμοι
Που να βρίσκονται κρυμμένοι αυτοί;
Τεντώνω τις κόρες των ματιών μου
Δεν μπορώ να δω!

Ανεξίτηλα γραπτά
Παράθυρα ανοικτά στον κόσμο αυτό
Ψάχνω για να βρω
Ανοίγω τα μάτια μου για να δω
Δεν μπορώ να δω!

Δεν μπορώ να δω!
Δεν μπορώ να δω!
Κουρασμένος από απόσταση κοιτώ
Τη γη, μακριά από τα μάτια μου να γυρνά
Δεν ποθώ! Δεν θέλω να δω!
King Biscuit Man

Το Μεγάλο Ταξίδι
(Ένα ταξίδι μακρινό έχω μες την καρδιά μου.......Ελπίζω κάποιοι να καταλάβουν)

………και ο Θεός όταν έπλασε τον άνθρωπο, φύτεψε αλυσίδες στο μυαλό του, που θα σπάγαν μόνον με την βοήθεια του …… οι αλυσίδες ρίζες έβγαλαν και δέσμιο κρατούν τον άνθρωπο με τη γη, πισθάγκωνα δεμένο με τις μνήμες των προγόνων του, αιώνια πνιγμένο στη θάλασσα του μικρόκοσμου του και καταποντισμένο στη δίνη της ύλης.
……..και χαιρόταν ο άνθρωπος γιατί δεν μπορούσε να ταξιδέψει  στους δρόμους πέρα από το χρόνο, αγαπούσε την μνήμη του γιατί αυτή τον οδηγούσε πίσω στα χαραγμένα – πεφωτισμένα μονοπάτια της ιστορίας του, λάτρευε τον μικρόκοσμό του, πιανόταν με αδημονία από τα μαλλιά του και προσκυνούσε  με λατρεία την ύλη.
…….και ο Θεός χαμογέλασε!
…….και ο άνθρωπος χαμογελούσε!
…….και ο άνθρωπος ήταν χαρούμενος γιατί δεν αγάπησε τους δρόμους τους σκοτεινούς που τον οδηγούν στην αιματοβαμμένη λευτεριά. Δεν ήθελε να ξέρει ότι στις ερημιές ανατέλλουν οι ζωές, δεν ήθελε να μάθει ότι εκείνος είναι ο καπετάνιος της ζωής του, δεν ήθελε να γνωρίσει τον φυλακισμένο Λύκο της ψυχής του.
……και ο Θεός χαμογέλασε!
……και ο άνθρωπος χαμογελούσε!
……και ο άνθρωπος ήταν ευτυχισμένος γιατί ήταν περιορισμένος στα εδάφη τoυ πατέρά του και δεν ήθελε να ξέρει για τη γη που είχε σπαρμένο τον πόνο μέσα στα σωθικά της. Δεν ήθελε να μάθει για τη γλύκα της πίκρας, δεν ήθελε να γνωρίσει το δάκρυ της μοναξιάς.
…..και ο Θεός χαμογέλασε!
…..και ο άνθρωπος χαμογελούσε!
…..και ο άνθρωπος τραγουδούσε  στα πέρατα του κόσμου το ψέμα και την υποκρισία γιατί δεν ήθελε να πάλλονται τα πνευμόνια του από την δόνηση του τραγουδιού της αλήθειας. Δεν ήθελε να ματώνουν τα δειλινά του, δεν ήθελε να μάθει να πολεμά τη νυχτιά, δεν ήθελε να γνωρίσει το μονοπάτι της σιωπής.
….και ο Θεός χαμογέλασε!
….και ο άνθρωπος χαμογελούσε!
….και ο άνθρωπος  έχτιζε παλάτια για να στεγάσουν τη δίποδη κουταμάρα του, έχτιζε ναούς για να λατρεύουν την ματαιότητά του, έχτιζε ομοιώματά του για να έχουν απογόνους οι αλυσίδες του μυαλού του.
….και ο Θεός χαμογέλασε!
….και ο άνθρωπος χαμογελούσε!
….και ο άνθρωπος διαλαλούσε τη σοφία του με δεμένες γλώσσες, πουλούσε την γνώση του σε φυλακές, κραύγαζε τις λέξεις στις σιωπές γιατί δεν ήθελε να λύσει τη γλώσσα του αηδονιού, δεν ήθελε να μάθει ότι οι φυλακές θρέφουν ήλιους  θεριά, δεν ήθελε να γνωρίσει τα ταξίδια τα μακρινά.
…και ο Θεός χαμογέλασε!
…και ο άνθρωπος χαμογελούσε!
…και ο άνθρωπος  περπατούσε στην έρημο της άγνοιας γιατί τα βήματά του πόναγαν όταν διάβαινε πάνω  στ’ αγκάθια της καρδιάς. Περπατούσε σε δρόμους φωτεινούς γιατί φοβόταν τα δύσβατα μονοπάτια της ψυχής. Περπατούσε σε χώρα λαμπρή γιατί δεν ήθελε να του αφαιρέσουν την γιορτή
…και ο Θεός χαμογέλασε!
…και ο άνθρωπος χαμογελούσε!
…και ο άνθρωπος έσερνε μαζί του τα κομμάτια της ζωής του να έχουν προίκα οι απόγονοί του. Να έχουν πίστη και ιδανικά κάτι να κληροδοτήσουν κι αυτοί στην επερχόμενη γενιά. Να κρατήσουν τις αλυσίδες σφικτά, κοντά να μείνουν τα συμπεθερικά. Γιατί αν χωρίσουν από τα δεσμά ποιος θα μπορέσει  να ενώσει μετά, τους χαλκάδες που τους έδεναν σιμά.
…και ο Θεός χαμογέλασε!
…και ο άνθρωπος χαμογελούσε!
…και ο άνθρωπος ζούσε τη ζεστασιά, κοντά στο τζάκι, κοντά στη φωτιά. Δεν ήθελε τη κρύα ψυχή του χειμώνα ακόμη αν κι σε αυτή άνθιζε μια ανεμώνα. Μισούσε το κρύο, τη βροχή και κάθε κακή καιρική συνθήκη. Δεν ήθελε να σκοτεινιάζει η καρδιά του από τα σύννεφα της κόλασης του. Γιατί φοβόταν τις φλόγες τις θερμές που βγάζει η κόλαση, ντρεπόταν τους πυκνούς καπνούς που καιν τα μάτια.
…και ο Θεός χαμογέλασε!
…και ο άνθρωπος χαμογελούσε!
…και ο άνθρωπος ποτέ του δεν ολιγωρούσε. Τι να φοβηθεί; τι να ντραπεί; τη σκοτεινιά της ζωής του ; το μεγάλο ταξίδι; ποτέ του δεν ήθελε να τα σκεφτεί! Ποιος ο λόγος μπροστά να κοιτά όταν η ειμαρμένη τον δένει με νεκροκεφαλές και οστά προγόνων, ενδόξων, επιφανών, άτολμων και σοφών;
…και ο Θεός χαμογέλασε!
…και ο άνθρωπος χαμογελούσε!
…και ο άνθρωπος χαμογελούσε και πάντα ξεχνούσε. Ξεχνούσε το Λύκο που κραυγάζει μέσα στην νυχτιά του, ξεχνούσε το Λύκο που ουρλιάζει μέσα στην καρδιά του, ξεχνούσε το Λύκο που τραγουδά την ερημιά του, ξεχνούσε το Λύκο που φωλιάζει στα σωθικά του.
…και ο Θεός χαμογέλασε!
…και ο άνθρωπος χαμογελούσε!
…και ο Θεός γέλασε!
…και ο άνθρωπος χαμογελούσε!
…και ο Θεός γέλασε ξανά και δυνατά!
…και ο άνθρωπος χαμογελούσε!
…και ο Θεός φωνή, ανταριασμένη, έβγαλε βαθιά
Στέλνω το Λύκο να σου κάψει τα σωθικά, να σου γυρίσει τα μυαλά!
Στέλνω το Λύκο να σου βάψει την καρδιά με τη μοναξιά!
Στέλνω το Λύκο να ουρλιάζει μες την παγωνιά της ανάσας!
Στέλνω το Λύκο να σου τραγουδά την αλήθεια που κρύβει η ερημιά!
…και ο άνθρωπος σιώπησε. Έπαψε να χαμογελά. Δειλά λόγια βγήκαν από την καρδιά. Γιατί Θεέ δεν μ΄ αγαπάς;  μου στέλνεις αγρίμι της στέπας να με κυνηγά; Φοβάμαι τη μοναξιά, δεν αντέχω την ερημιά. Ζούσα μια χαρά μέσα στη ζεστασιά, ξέρεις ότι δεν αντέχω την παγωνιά.
….και ο Θεός είπε: στις χαραυγές πεθαίνουν οι σκιές, στις ερημιές ανατέλλουν οι ζωές. Έφτασε η ώρα να πουλήσεις τις σκιές, έφτασε η ώρα να τρέξεις στις ερημιές. Ήρθε η στιγμή ν΄ ακούσεις τη σιωπή, ήρθε η στιγμή να σπάσεις τις αλυσίδες του μυαλού.
…και ο άνθρωπος έκλαψε
…και ο Θεός χαμογέλασε
…και ο άνθρωπος έκλαιγε
…και ο Θεός χαμογέλασε για το δημιούργημά του.
…και ο άνθρωπος σταμάτησε να κλαίει και είπε: ξέρω ότι τα πάντα εν σοφία εποίησες. Εσύ με σέρνεις στα σκοτάδια, εσύ μου δείχνεις το φως. Δεν είμαι Θεός, ένα ταπεινό ομοίωμά σου είμαι, χαμένο στην έρημο της άγνοιας. Δως μου κεραυνό να γευθώ την ήττα, δως μου ήλιο να ποτίσω τη ψυχή μου. Στείλε το Λύκο να κάψει τα σωθικά μου, στείλε το Λύκο να τραγουδήσει την καρδιά μου.
…και ο Θεός χαμογέλασε
…και ο άνθρωπος χαμογέλασε και ένοιωσε το μεγαλείο του Θεού
…και ο Θεός χαμογέλασε
…και ο Θεός χαμογέλασε και είπε: είσαι παιδί μου κι σε αγαπώ. Είσαι το κορμί μου κι σε τιμώ. Είσαι η ζωή μου και σε δοξάζω. Σ’ έστειλα στη γη να δοξάσεις τη ζωή. Δόξα σε την , τίμα την. Είσαι σαν και μένα, ένας θεός.  Εσύ βλέπεις ανθρώπους κι εγώ ουρανούς. Εσύ ζεις στη ζωή κι εγώ ζω στη ψυχή. Εσύ θα ζεις παντοτινά όπως κι εγώ. Είσαι ένας Θεός. Είσαι ένας Θεός παντοτινός και πάντα θα ζεις μοναχός. Κοίτα γύρω σου την ερημιά που παγώνει την ουράνια καρδιά. Κοίτα γύρω σου την πίκρα πως χτίζει φωλιά, πως πικραίνει τα πρωινά, πως πληγώνει τη ματιά. Μπορείς να μην δείξεις συμπάθεια, αγάπη σ΄ εκείνον που πονά; Μπορείς να μην αγαπάς εκείνον που σε αδικά; μπορείς να μην ακούς το Λύκο όταν κραυγάζει μέσα στη νυχτιά; μη φοβηθείς ποτέ σου, τίποτε δεν τρομάζει τη ζωή σου, τίποτε δεν στοιχειώνει στα σωθικά σου. Τραγούδα τη θάλασσα, τραγούδα την πυξίδα της αλήθειας πάντα στο βοριά. Τραγούδα τον άνθρωπο, τραγούδα τη ζωή, τραγούδα τον πόνο και τη θλίψη, τραγούδα τη γιορτινή αυγή, τραγούδα τη ψυχή. Τώρα θα φύγω μακριά σου. Τώρα θα πετάξω από κοντά σου, είσαι μόνος χωρίς το Θεό σου. Θα έχεις το Λύκο από δω κι εμπρός για σύντροφό σου.
…και ο Θεός σιώπησε
…και ο άνθρωπος σκεφτόταν
…και ο Θεός χάθηκε από τον Ουρανό
…και ο άνθρωπος χαμογέλασε
…και ο άνθρωπος χαιρόταν
…και ο άνθρωπος χαιρόταν. Αποτίναξε τα δεσμά της σκέψης. Σκότωσε τα πορφυρά όνειρά του. Δεν λάτρευε πια τον μικρόκοσμο του. Είχε καπετάνιο της ζωής του τον εαυτό του. Είχε οδηγό του την αλήθεια που ματώνει και πικραίνει τα δειλινά. Είχε φάρμακο  την μεγάλη του καρδιά.
 

Το μεγάλο ταξίδι……..θα γίνει μία ημέρα....το έχω προγραμματίσει...
Θα βρω το μέρος που γεννήθηκα…..
Θα βρω το Λύκο, τον αλήτη
Θα βρω το Λύκο, της καρδιάς μου τον Προφήτη......
King Biscuit Man

King Biscuit Man


go back