Το Μονοπάτι της Σιωπής
........................................Μετά από χρόνια βρέθηκα κάπου στα βουνά, όπου κάτω από τα πόδια μου κρεμόταν σαν ουράνια δακτυλίδια  τα σύννεφα, τριγύριζαν σαν θυσίας καπνοί τα υψηλά βουνά, δίνοντας ομορφιά στα άχαρα χέρια των βουνοκορφών που περιφρονούσαν τα θαλασσινά όνειρα και τις εύφορες πεδιάδες. Στεκόμουν να κοιτώ με μάτια κρύα, τα καπνισμένα όρη, ποδοπατούσα την ματαιοδοξία των ανθρώπων, που ήθελαν να ανέβουν στα πιο ψηλά σκαλοπάτια της ζωής. Που έτρεχαν με τη γλώσσα έξω, να προλάβουν να σκαρφαλώσουν, να υψώσουν την κεφαλή τους πάνω από τα σύννεφα για να ανυψωθούν μαζί και τα φοβερά - τρομερά τέρατα που κρύβουν οι βαθείς εσωτερικοί τους  πόθοι. Στα ψηλά βουνά αντίκρισα μία άλλη No Man’s Land. Είδα ανθρώπους να   κατοικούν μέσα σε τέσσερα παλούκια, κι ένα πλαστικό να σκεπάζει τον ουρανό τους, να σκεπάζει τα όνειρα τους χειμώνα και καλοκαίρι. Έναν ουρανό που ήταν κοντά στο Θεό αλλά τόσο μακριά από τον ουρανό της ανθρώπινης αγάπης. Τα σύννεφα και η ομίχλη όμως ήταν οι αγαπημένοι τους σύντροφοι. Καθημερινά τους αγκάλιασαν και σφικτά σαν μάνα τους κρατούσαν στην αγκαλιά τους. Οι άνθρωποι αυτοί έμεναν πάντα δεμένοι με την αγκαλιά της φύσης γιατί ποτέ τους δεν ένιωσαν το χάδι, τη θερμότητα της ανθρώπινης αγκαλιάς. Αναρωτήθηκα αν μπορούν οι άνθρωποι των βουνών να πλάθουν όνειρα; αν υπάρχει αξιοπρέπεια στα οργισμένα όρη; αν η φτώχεια σκοτώνει την καρδιά; η διαμονή μου σε αυτό το μέρος μου ψιθύρισε μίαν ημέρα και σαν άγγελος ουράνιος που δεν κρατούσε κρίνα στα χέρια του, βροντοφώναξε στα κουρασμένα από τους θορύβους αυτιά μου. Έχεις ξαναδεί τόση περηφάνια στα μάτια ανθρώπου; πράγματι! Ποτέ στην ζωή μου δεν ξανάδα τόση περηφάνια να τρυπά τις κόρες των ματιών μου σαν πυρακτωμένο σίδηρο και να σφραγίζει την ψυχή μου, με το κάψιμο της ομορφιάς. Ποτέ μου δεν είδα ανοιχτό χέρι να ζητά ελεημοσύνη! Ζωντανοί πέθαιναν αλλά χωρίς αναστεναγμό, χωρίς κραυγές. Υπέμεναν στωικά την ειμαρμένη,  με ένα χαμόγελο ζωγραφισμένο στη ματιά και στα χείλη τους. Ίσως οι ξεχασμένοι από τους λευκούς ανθρώπους, να μένουν στην μοναξιά αιώνες και να μην έχουν αλλοτριωθεί από τη μίζερη εποχή μας.
(ένα απόσπασμα από την No Man’s Land, μία από τις πολλές που έχουν δει τα μάτια μου)
King Biscuit Man

Ανοίξαμε; Ανοίξαμε ποτέ μας ένα παράθυρο να κοιτά τα μάτια;
Ανοικτά είναι ακόμη τα σημάδια από τις παλιές πληγές μας....
King Biscuit Man

| Το Μονοπάτι της Σιωπής | | Ο Ανθρωπος της Σκιάς | | Αέρηδες | | Το Ναυάγιο | | Τα Τείχη | | Ο Οδοιπόρος |
| Ο Κάμπος με τους Ελαιώνες | | Η Σκέψη | | Η Φυγή |

Το Μονοπάτι της Σιωπής


Άνθρωποι..... βρέθηκαν στο μονοπάτι της σιωπής, μια μέρα του Δεκέμβρη
Ψάξανε τη λησμονιά να βρούνε, μέσα στο ομιχλώδη δίχτυ της μοίρας
Η μοίρα όμως, άδραξε με τα νύχια της κάθε λογής ψεύτικη  εκατόμβη
Ολοφυρμός ακούστηκε μακριά που έγινε της ζωής, ο ολετήρας

Όλοι πετάχτηκαν όρθιοι μπροστά στην άδηλη απαξίωση  τους
Κοίταξαν μακριά, θέλανε να αποφύγουν την γεύση των δακρύων
Τίποτε δεν προδίκαζε την μισητή, στα κοινά  προσγείωση τους
Η κρίση ιδεών θανάτωνε τη μορφή, των ζηλωτών μαρτύρων

Πέρασε ώρα, πέρασε χρόνος, στο διάβα τους έπεσε άπλετο  φως
Μανία διστακτική κυρίευσε την άμοιρη καρδιά τους
Κάποιοι ζούσαν στο γλυκύ έαρ και κάποιοι στο λυκόφως
Μάθαιναν  και υπέφεραν  με όλη την  εγκάρδια  τους

Κανένας δεν προσπάθησε να δει τη μοναξιά του ήλιου
Παραμορφωμένες οι μορφές των άψυχων ειδώλων, δειλά σβήνουν
Το καντήλι της σοφίας, στέρεψε, έσβησε από αγέρα φίλου
Έρημη γη, πέτρινες  μορφές, σουσάμι! οι πόρτες της ζωής δεν ανοίγουν

Μείνανε όλοι έξω από τις γιορτές των πορφυρών ονείρων
Στάσιμοι περαστικοί, στην αδιάκοπη ροή της ζωής έμειναν, ζώντας ημέρες ζοφερές
Βρήκαν γιατρειά στο φαρμάκι το πικρό των μαζικών αποστακτήρων
Ανάσα βαριά, λάβρα  κατέκτησαν  από ουσίες παγερές -  χημείες δολερές

Μια τριβή στη ζωή, μια γιορτή κοινή, ηχώ και κραδαίνω τη ρομφαία απελπισμένα
Καινά δαιμόνια, κενά σύνολα, αμόνια και σφυριά σφυρηλατούν  την ηδονή
Ο χάρος κατέβηκε στη γη, περιχαρακωμένα  άτομα,  από δέος τρέχουν δαιμονισμένα
Ποιος πληρώνει τον οβολόν του, κοιτάω με βλέμμα κρύο, δεν έχω την υπομονή

Θυμάμαι την νυχτιά, κλαίω για τα μαύρα πουλιά, της γιορτής τα παιδιά
Βαδίζω στην ατραπό της παρηγοριάς, ατενίζω την πούλια μακριά, είναι μια αδραξιά
Τελείωσε η ιστορία της σιωπής, ευλαβικά καταράστηκα την αθλοπαιδιά
Έμεινα μόνος, είμαι μόνος, εγώ και η ατελείωτη – όμορφη μοναξιά

King Biscuit Man


Ο Ανθρωπος της Σκιάς


Ανθρωπε της σκιάς
Πίσω μην κοιτάς! Πίσω μην κοιτάς!
Το μόνο που θα αντικρίσεις με πόνο
Θα είναι σκιές, οι ζοφερές σκιές σου
Σκιές πάνω στη γη
Σκιές στα μάτια
Σκιές στην καρδιά
Σκιές στη σκέψη
Ανάλογα με το φως πλάθεις σκιές
Σκιές που σε μαγεύουν
Σκιές που αρέσουν στον κόσμο
Αυτός είναι ο άνθρωπος! Ιδού ο άνθρωπος!
Σκιερός σε όλο του το μεγαλείο
Ανθρωπε της σκιάς μην ξεχνάς ποτέ
Όσες σκιές κι αν κουβαλάς
Μία είναι μόνον εκείνη
Που φωτίζει τα βήματά σου
Όταν αυτά σε τρέχουν
Στο μονοπάτι της σιωπής

King Biscuit Man


Αέρηδες


Αέρηδες της αλλαγής
Αέρηδες της σιωπής
Πάρτε με μαζί σας! πάρτε με μαζί σας!

Αέρηδες της αλλαγής!
Αέρηδες της γιορτής!
Δείξτε μου τον δρόμο! δείξτε μου τον δρόμο!

Αέρηδες της αλλαγής!
Αέρηδες της μοναξιάς!
Σκουπίστε τα δάκρυα από τα μάγουλα μου!

King Biscuit Man


Το Ναυάγιο


Αόριστη καταδίκη χτυπά με βιάση την σφαίρα του μυαλού
Μια ζωή ναυαγός στη άγρια  θάλασσα της όμορφης σιωπής
Τροφή για νεκρούς οι ιδέες μου, πνίγηκαν στο κύμα του γιαλού
Ναυάγιο οι γιορτές, έμειναν άσπονδες στη μνήμη μιας μέρας χαρωπής

Βρέθηκαν αμόλυντοι οι θησαυροί του βυθού, στην θάλασσα της παρακμής
Πλοία, κατάρτια, ατίθασα νιάτα φύγανε από την ρότα του νου
Κανείς ποτέ δεν τίμησε τους πνιγμένους της ζωής, κάποια ημέρα ακμής
Δάκρυα κροκοδείλια τρέξανε στα μάγουλα, το ψέμα χτίζανε στην κορφή του βουνού

Θάλαττα! Θάλαττα! Ανέκραζαν οι φωστήρες του έθνους με πειστική φωνή
Πουλούσαν ευχέλαια, πουλούσαν ευχολόγια στο τοπίο το ναυαγισμένο
Τάζανε ζωές λευκές, δώριζαν φαντάσματα του αύριο χωρίς υπομονή
Το αθάνατο νερό της απιστίας, άπληστα  πίνανε καθαγιασμένο

Από πολιτικούς  που ανήκουν στην τάξη των επαγγελματιών
Ακούγονται ηθικοί λόγοι που δεν εμπεριέχουν καμία μομφή
Ναυάγια κοιτώ με άκρατη επιμονή στην κόρη των ματιών
Αγναντεύω με περίσσια τιμή την άδηλη μορφή

King Biscuit Man
Τα Τείχη
Ατενίζοντας με κλεφτές ματιές τις άκαρδες μορφές των μακρινών ανθρώπων
Προσπαθώντας να υπερπηδήσω τα υψωμένα τείχη του χαμένου ονείρου
Κατακερματίζω την συνείδηση μου σε χιλιάδες νεκρά πτώματα
Ψάχνω να βρω την επίδοξη κατάρα που κυνηγά τα βήματά μου

Οι ματιές μετέωρες έμειναν, δεν μπόρεσαν να βρουν  την αντανάκλαση τους
Τα τείχη πέτρινα-ψηλά, χάθηκε το όνειρο της καρδιάς στο ομιχλώδη τοπίο
Στο χείλος της αβύσσου συσωρρεύθηκαν τα ζωντανά πτώματα
Λησμόνησα τις ερινύες, χάνω τα βήματα μου πάνω σε αυτή τη  γη

Όσο κι αν προσπάθησα χαρμόσυνοι φθόγγοι δεν παλεύουν στα χείλη μου
Ποτέ μου δεν μπόρεσα να τραγουδήσω στιχάκια της χαράς
Πολλές φορές αναρωτιέμαι  που έχασα το γέλιο της ζωής
Ήμουν ζωντανός στις γιορτές, γελαστός στην πίκρα

King Biscuit Man


Ο Οδοιπόρος


Ταξιδεύοντας στους αιθέρες της σιωπής
Κοιτώ με  βλέμμα αέναο τον οδοιπόρο του σήμερα
Ξένος υπήκοος, παράξενος ταξιδιώτης!
Δωσίλογος για πάντα, απόμαχος της ζωής
Στοιβαγμένοι πόνοι, γεμάτο κενά το αύριο
Βαδίζει στην τετραγωνισμένη λεωφόρο του μίσους
Ακμαίος; Ηθικός; δεν υπάρχει κριτής
Η ιστορία αναπλάθεται από την περιέργεια της σκέψης
Η μέρα φεύγει και παίρνει μαζί της το τραγούδι
Ωιμέ!Ωιμέ! περιφρονούν τους φυγάδες του σήμερα
Ωιμέ!Ωιμέ! τιμούν τους δούλους του αύριο

King Biscuit Man


Ο Κάμπος με τους Ελαιώνες


Στον κάμπο με τους ελαιώνες, βρέθηκα
Εκεί που η πίκρα έσμιγε
Με μια φούχτα σταφίδες
Εκεί που χτίστηκε η ζωή ανθρώπων
Ένα χαρμάνι φτώχιας και κούρασης
Εκεί που ο ήλιος χάραζε νύκτα
Πορεία με αντάλλαγμα τη δυστυχία

Εκεί που σμίγουν τα αγέρωχα κουφάρια
Με την αιωνιότητα
Εκεί που οι ουρές των χελιδονιών του Μάη
Τα φύλλα της ελιάς
Εκεί που το λάδι έθρεφε τα νιάτα των παιδιών
Ο χυμός της ελιάς
Εκεί που η αμούρα ροκάνιζε τον αέρα

Εκεί στα χωράφια που τρέμουν
Το πάτημα των αιώνων
Εκεί που το κοκκινόχωμα παλεύει
Με χέρια και με δόντια να μείνει δεμένο
Εκεί που το αγιάζι έσπερνε
Παγωμένα χέρια
Εκεί που η γη ανήκε στους θεούς

Εκεί στον κάμπο με τις λεύκες
Που ανέμελα κοροϊδεύουν τον ουρανό
Η γνώση τους είναι το άλλοθι της άγνοιας τους
Ρίζες γερές δεν έχουν

Εκεί στον κάμπο με τις ανοιχτόχρωμες κατούνες
Χαμηλοτάβανες, απεριποίητες, φτωχικές
Ταπεινά μυρμηγκάκια στον ήλιο λιάζονται
Πανηγυριώτικα κεράκια μέσα στην νύκτα

Εκεί που ανταμώνει η παιδική ανάμνηση
Με τον ήλιο του καλοκαιριού
Εκεί που γεύθηκα τις πίκρες και τις χαρές της νιότης
Μια νιότη γεμάτη με την αλμύρα της μοναξιάς

Εκεί που οσμίζεσαι την θάλασσα
Την χρυσοπράσινη θάλασσα του κόλπου της Γέρας
Εκεί που μύρια - χίλια αστραποβολημένα κυματάκια
Αγκαλιάζουν  με δέος και πίκρα τις ακτές
Εκεί κοντά στη ζωή της θάλασσας, τη ζωή που δεν έχει
Εκεί στα αλμυρίκια και στα γκιόλια
Εκεί που μοσχοβολά η ευωδιά
Των περασμένων μεγαλείων

Ένα λεύκωμα ανοικτό στην πίκρα του μυαλού μου
Εκεί με οδηγούν τα κουρασμένα βήματα μου
Εκεί, εκεί, εκεί………..

 King Biscuit Man


Η Σκέψη


Η σκέψη είναι ένας επίκτητος - ταπεινός ναός
Αφιερωμένος στον σιωπηλό άγιο του είναι μας
Άγιος Ταπεινός ονομάζεται
Οποιοσδήποτε άλλος ναός
Μπροστά στα μάτια μου
Στάχτη γίνεται

King Biscuit Man


Η Φυγή


Όσο τα φώτα πλανεύουν το στόχο
Οι άνθρωποι θα κοιτούν τη νυχτιά
Μακάριζε τους έχοντας μνήμη
Αυτοί δεν ξεχνούν τη λησμονιά

Σε θυμάμαι να στέκεις στα φώτα
Ήσουν κι εσύ, άμοιρη μια βραδιά
Έψαχνες να βρεις μια αλήθεια
Στην καρδιά που πονά

Κοιτώ τα μάτια που χαμηλώνουν
Βλέπω τον οίστρο να κατοικεί
Λυπημένος κοιτώ τις σκιές σου
Πίστευα ότι ήταν μόνο μια

Έφυγες, μπήκες μέσα σε μια εικόνα
Μια εικόνα που ζητά συντροφιά
Αποθανατίστηκε όμως στη μνήμη
Σαν άγονη γη που δεν επιζητά τη δροσιά

Κάπου σταματά της ζωής η παράτα
Παίρνοντας τους μασκαράδες μαζί
Περήφανα σηκώνονται οι μύτες
Χάθηκε ένας φίλος από τα παλιά

King Biscuit Man


King Biscuit Man