Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΗΘΕΛΕ ΝΑ ΞΕΡΕΙ ΤΙΠΟΤΑ

Δεν θέλω να ξέρω τίποτα,είπε ο άνθρωπος που δεν ήθελε να ξέρει τίποτα.Ο άντρας που δεν ήθελε πια να ξέρει τίποτα,είπε:δεν θέλω να ξέρω τίποτα.
Εύκολα το λέει κανείς.
Εύκολα το λέει κανείς.
Και πριν προλάβει να τελειώσει,χτύπησε το τηλέφωνο.
Και αντί να κόψει το καλώδιο,όπως θα έπρεπε να κάνει,αφού δεν ήθελε πιά να ξέρει τίποτα,σήκωσε το ακουστικό και είπε το όνομα του.
Καλημέρα,είπε ο άλλος.
Και ο άντρας είπε και αυτός,καλημέρα.ωραία μέρα σήμερα,είπε ο άλλος.
Και ο άντρας δεν είπε,δεν θέλω νατο ξέρω,αλλά είπε,ναι,ναι πολύ ωραία μέρα σήμερα.
Και μετά ο άλλος είπε κάτι ακόμα.
Και ο άντρας είπε και αυτός κάτι.
Οταν τελείωσαν,ο άντρας έκλεισε το τηλέφωνο και ήταν πολύ θυμωμένος γιατί τώρα ήξερε πως έξω είναι ωραίος καιρός.
Και τότε έκοψε το καλώδιο και φώναξε,ούτε κι αυτό θέλω να το ξέρω,θέλω να το ξεχάσω.
Εύκολα το λέει κανείς.
Εύκολα το λέει κανείς.
Γιατί από το παράθυρο έμπαινε ο ήλιος,κι όταν ο ήλιος μπαίνει από το παράθυρο,ξέρουμε πως ο καιρός είναι ωραίος.
Ο άντρας έκλεισε τα παντζούρια,αλλά ο ήλιος έμπαινε τώρα από τις γρίλλιες.
Ο άντρας πήρε χαρτί και το κόλλησε στο τζάμι και καθόταν στο σκοτάδι.
κάθησε πολλή ώρα έτσι,και η γυναίκα του ήρθε και είδε τα σκεπασμένα τζάμια και τρόμαξε.Ρώτησε,τι σημαίνει αυτό;
Είναι για να μη μπαίνει ο ήλιος,απάντησε ο άντρας.
Ετσι όμως δεν έχεις φως,είπε η γυναίκα.
Αυτό είναι μειονέκτημα,είπε ο άντρας,όμως είναι καλύτερα έτσι,γιατί όταν δεν έχω ήλιο,δεν έχω βέβαια φως,αλλά τότε δεν ξέρω τουλάχιστον ότι ο καιρός είναι ωραίος!
Τι σου φταίει ο ωραίος καιρός.Ρώτησε η γυναίκα,ο ωραίος καιρός μας κάνει χαρούμενους.
Δεν έχω τίποτα με τον ωραίο καιρό,απάντησε ο άντρας,δεν έχω απολύτως τίποτα ενάντια στον ωραίο καιρό.
Απλώς δεν θέλω να ξέρω πως είναι ο καιρός.
Τότε άναψε τουλάχιστον το φως,είπε η γυναίκα,κι έκανε να γυρίσει το διακόπτη,αλλά ο άντρας έβγαλε τη λάμπα από το ταβάνι κι είπε,ούτε και αυτό θέλω να το ξέρω πια, δεν θέλω να ξέρω πως αν γυρίσω το διακόπτη θάχω φως.
Κι η γυναίκα του έβαλε τα κλάματα.
Κι ο άντρας είπε:δεν θέλω να ξέρω απολύτως τίποτα.
Κι επειδή η γυναίκα δεν μπορούσε να το καταλάβει αυτό,σταμάτησε τα κλάματα και παράτησε τον άντρα της στο σκοτάδι.
Κι εκεί μέσα έμεινε ο άντρας πάρα πολύ καιρό.
Και οι άνθρωποι που ερχόταν για επίσκεψη,ρωτούσαν τη γυναίκα για τον άντρα της και η γυναίκα τους εξηγούσε,αυτό κάνει,κάθεται δηλαδή στο σκοτάδι και δεν θέλει να ξέρει πια τίποτα.
Τι δεν θέλει να ξέρει πια;ρωτούσαν οι άνθρωποι,και η γυναίκα έλεγε:τίποτα,τίποτα δεν θέλει να ξέρει πιά.
Δεν θέλει πια να ξέρει αυτά που βλέπει-πως είναι δηλαδή ο καιρός.
Δεν θέλει πια να ξέρει αυτά που ακούει-τι λένε δηλαδή οι άνθρωποι.
Και δεν θέλει πια να ξέρει αυτά που ξέρει-δηλαδή πως γυρίζει το διακόπτη.
Ετσι έχουν τα πράγματα,έλεγε η γυναίκα.
Αχ,έτσι έχουν τα πράγματα; έλεγαν οι άνθρωποι και δεν ξαναρχόταν για επίσκεψη.
και ο άντρας καθόταν στα σκοτεινά.
Και η γυναίκα του, του έφερνε φαγητό.
και τον ρωτούσε:τι δεν ξέρεις πιά;κι αυτός απαντούσε,τα ξέρω ακόμη όλα,κι ήταν λυπημένος που τα ήξερε ακόμη όλα.
Η γυναίκα του προσπαθούσε να τον παρηγορήσει και του ΄λεγε,δεν ξέρεις όμως πως είναι ο καιρός!
Δεν ξέρω πως είναι ο καιρός,έλεγε ο άντρας,αλλά ξέρω ακόμα πως μπορεί να είναι ο καιρός.θυμάμαι τις βροχερές μέρες και θυμάμαι τις ηλιόλουστες μέρες.
Θα τις ξεχάσεις και αυτές,του έλεγε η γυναίκα.
Και ο άντρας απαντούσε.
Εύκολα το λέει κανείς.
Εύκολα το λέει κανείς.
εμενε στο σκοτάδι,κι η γυναίκα του του έφερνε φαγητό κάθε μέρα και ο άντρας κοιτούσ ετο πιάτο κι έλεγε,ξέρω πως αυτό είναι πατάτες,ξέρω πως αυτό εδώ είναι κρέας,ξέρω και το κουνουπίδι,τίποτα δεν ωφελεί πιά,πάντα θα τα ξέρω όλα.και κάθε λέξη που λέω την ξέρω και αυτή.
Κι όταν την επόμενη φορά η γυναίκα του τον ρώτησε,τι ξέρεις ακόμη,ο άντρας απάντησε,ξέρω πολύ περισσότερα από πρίν,δεν ξέρω μόνο πως είναι ο ωραίος καιρός και πως είναι ο κακ΄ός καιρός,αλλά ξέρω και πως είναι και χωρίς καιρό.και ξέρω πως όταν είναι εντελώς σκοτεινά,δεν είναι ακόμα αρκετά σκοτεινά.
Υπάρχουν όμως πράγματα που δεν τα ξέρεις,του είπε η γυναίκα του και σηκώθηκε να φύγει,και καθώς έκανε να την κρατήσει,αυτή του είπε:δεν ξέρεις λόγου χάρη πως λέγεται στα κινέζικα ο ωραίος καιρός,κι έφυγε κλείνοντας πίσω της την πόρτα.
τότε ο άντρας,που δεν ήθελε να ξέρει τίποτα,άρχισε να σκέφτεται.Είναι αλήθεια πως δεν ήξερε κινέζικα και δεν ωφελούσε καθόλου να πεί,δεν θέλω να ξέρω,γιατί δεν ήξερε ούτε μια λέξη κινέζικα.
Πρώτα-πρώτα πρέπει να ξέρω τι δεν θέλω να ξέρω,αναφώνησε ο άντρας και άνοιξε το παράθυρο,κι έξω έβρεχεκαι κοίταξε τη βροχή.
Μετά πήγε στην πόλη για ν' αγοράσει κινέζικα βιβλία,γύρισε και καθόταν βδομάδες ολόκληρες σκυμένος πάνω σ' αυτά τα βιβλία και ζωγράφιζε κινέζικα σύμβολα.
Κι ερχόταν οι άνθρωποι για επίσκεψη και ρωτούσαν τη γυναίκα για τον άντρα της και η γυναίκα έλεγε:έτσι έχουν τα πράγματα,τώρα μαθαίνει δηλαδή κινέζικα,αυτό κάνει.
Και οι άνθρωποι δεν ξαναρχόταν για επίσκεψη.
Αλλά για να μάθει κανείς κινέζικα,χρειάζονται μήνες και χρόνια,κι όταν τελικά ο άντρας τα έμαθε είπε.
Υπάρχουν όμως αρκετά πράγματα που δεν τα ξέρω.Πρέπει να τα μάθω όλα.τότε μόνο θα μπορέσω να πω,.πως δεν θέλω να ξέρω πια τίποτα.
πρέπει να ξέρω τι γεύση έχει το κρασί,τι γεύση έχει το κακό κρασίκαι τι γεύση έχει το καλό κρασί.
Κι όταν τρώω πατάτες,πρέπει να ξέρω πως τις φυτεύουν.
Πρέπει να ξέρω πως είναι στο φεγγάρι,γιατί μόνο με το να βλέπω,δεν αρκεί για να ξέρω πως είναι εκεί πάνω,και πρέπει να μάθω πως πηγαίνει κανείς στο φεγγάρι.
Και τα ονόματα των ζώων πρέπει να μάθω και πως είναι το παρουσιαστικό τους και τικάνουν και που ζουν.
Κι αγόρασε ένα βιβλίο για τα κουνέλια κι ένα βιβλίο για τις κότες κι ένα βιβλίο για τα ζώα του δάσους κι ένα για τα έντομα.
Και μετά αγόρασε ένα βιβλίο για το ρινόκερο.
Και ο ρινόκερος του άρεσε.
Πήγε στο ζωολογικό κήπο και τον είδε,καθόταν σ΄ένα περιφραγμένο χώρο και δεν κουνιόταν.
Και ο άντρας παρατήρησε,ακριβώς πως ο ρινόκερος προσπαθούσε να σκεφτεί,πως προσπαθούσε να μάθει κάτι,και είδε πόσο κουραστικό αυτό ήταν για το ρινόκερο.
Και κάθε φορά που του κατέβαινε μια ιδέα,άρχιζε να τρέχει πέρα-δώθε,έκανε δύο-τρείς γύρους μέσα στον περιφραγμένο χώρο και ξεχνούσε αυτό που είχε σκεφτεί,και τότε έμενε για ένα διάστημα ακίνητος,μία ώρα,δύο ώρες και μόλις του ξαναρχόταν μιά ιδέα,έτρεχε πάλι!
Κι επειδή δεν κρατιόταν κι άρχιζε κάθε φορά το τρέξιμο κάπως πιο νωρίς,δεν του ερχόταν καμιά μα καμιά ιδέα.
Ρινόκερος θάθελα να ήμουν,είπε ο άντρας,αλλά για κάτι τέτοιο είναι τώρα πολύ αργά.
Γύρισε στο σπίτι του και το μυαλό του ήταν στο ρινόκερο του.
Και δεν μιλούσε πια για τίποτα άλλο.Ο ρινόκερος μου,έλεγε,σκέφτεται πολύ αργά και τρέχει πρόωρα,και καλά κάνει,και ξεχνούσε τι ήθελε να ξέρει,για να μη θέλει να το ξέρει πιά.
Και συνέχισε τη ζωή του όπως και πριν.
Μόνο που τώρα ήξερε κινέζικα..