Ο Ποιητής

Ο Ποιητής

Είμαι ένας εξόριστος σε αυτόν τον κόσμο
Εξόριστος και μόνος, βασανισμένος από τη μοναξιά μου, που πάντα οδηγεί τη σκέψη μου σε τόπο μαγικό και άγνωστο και γεμίζει τα όνειρα μου με σκιές μιας χώρας μακρινής και ανείδωτης.

Εξόριστος είμαι από συγγενείς και φίλους μου κι αν κάποιον από αυτούς αντάμωνα, θα έλεγα στον εαυτό μου: "μα ποιος είναι αυτός; και που τον είχα γνωρίσει; ποιος δεσμός μ' ενώνει μαζί του και γιατί με τραβάει να καθίσω δίπλα του;"

Εξόριστος είμαι κι από τον ίδιο μου τον εαυτό κι αν ακούω τη γλώσσα μου να μιλάει, το αυτί μου βρίσκει τη φωνή παράξενη.

Μερικές φορές κοιτάζω μέσα μου και παρατηρώ το μυστικό εαυτό μου, έναν κρυφό εαυτό που γελάει και κλαίει, που τολμάει και φοβάται.
Και τότε η ύπαρξη μου απορεί με την ύπαρξη μου και το πνεύμα μου εξετάζει το πνεύμα μου.
Κι ωστόσο μένω εξόριστος, άγνωστος, χαμένος στην ομίχλη, ντυμένος με τη σιωπή μου.

Εξόριστος είμαι από το σώμα μου, κι όταν στέκομαι μπροστά σε έναν καθρέπτη, να, στο πρόσωπο μου είναι αυτό που η ψυχή μου δεν έχει συλλάβει και στα μάτια μου αυτό που τα βάθη μου δεν περιέχουν.

Όταν περπατώ στους δρόμους της πόλης, τα παιδιά με ακολουθούν, φωνάζοντας:
"προσέξτε τον τυφλό! Ας του δώσουμε ένα ραβδί για ν' ακουμπάει".
Και βιαστικά ξεμακραίνω από κοντά τους.

Αν συναντώ μια παρέα κοριτσιών, κολλούν στα ρούχα μου, τραγουδώντας:
"είναι κουφός σαν πέτρα! Ας γεμίσουμε τα' αυτιά του με αρμονίες αγάπης και πάθους".
Και φεύγω μακριά κι από αυτές.

Όταν πλησιάζω τους μεσόκοπους στην αγορά, μαζεύονται γύρω μου, φωνάζοντας:
"είναι άφωνος σαν τάφος! Ας του ισιώσουμε τη στριμμένη γλώσσα του!".
Και φοβισμένος φεύγω μακριά τους βιαστικά.

Κι αν προσπερνώ μια συντροφιά από γέρους, με δείχνουν με τα τρεμάμενα δάχτυλά τους, λέγοντας:
"είναι ένας τρελός που έχασε τα λογικά του στη χώρα των πνευμάτων και των δαιμονίων!".

Ένας εξόριστος είμαι σε αυτό τον κόσμο.
Ένας εξόριστος είμαι, γιατί διέσχισα τη γη σε Ανατολή και Δύση, αλλά δεν βρήκα τον τόπο που γεννήθηκα ούτε κάποιον που να με ήξερε ή να είχε ακούσει το όνομα μου.

Το πρωί ξυπνώ και βρίσκω τον εαυτό μου φυλακισμένο σε μια σκοτεινή σπηλιά, όπου οχιές με απειλούν από πάνω και κάθε είδους ερπετά γεμίζουν τους τοίχους και το έδαφος.

Όταν βγαίνω έξω στο φως, οι σκιές από το σώμα μου βαδίζουν μπροστά από μένα.
Προς τα πού δεν ξέρω, γυρεύουν αυτό που εγώ δεν καταλαβαίνω, πιάνοντας αυτό που εγώ δεν χρειάζομαι.

Όταν έρχεται το βράδυ και γυρίζω και ξαπλώνω στο κρεβάτι μου από αγκάθια και φτερά, σκέψεις παράξενες με παγιδεύουν, και χαρούμενες και φοβερές, κι οι πόθοι με πολιορκούν με τις χαρές τους και τους πόνους τους.

Όταν είναι μεσάνυκτα, οι ίσκιοι των περασμένων καιρών, αιώνων, πέφτουν επάνω μου και πνεύματα από ξεχασμένους τόπους με πλησιάζουν και με θωρούν και τα θωρώ κι εγώ και τους μιλώ και τα ρωτώ για πράγματα παλιά και μου απαντούν με καλοσύνη και χαμόγελα. Αλλά όταν θέλω να τα πιάσω και να τα κρατήσω, μου ξεφεύγουν και ξεθωριάζουν σαν να ήταν καπνός από αέρα.

Ένας εξόριστος είμαι σε αυτό τον κόσμο.
Ένας εξόριστος είμαι και κανείς δεν καταλαβαίνει τη γλώσσα της ψυχής μου.
Βηματίζω στην ερημιά και βλέπω τα ρυάκια ν' ανεβαίνουν από τα βάθη της κοιλάδας προς την βουνοκορφή. Μπροστά στα μάτια μου, τα γυμνά δέντρα ανθίζουν και καρπίζουν και σκορπίζουν τα νεκρά τους φύλλα, όλα σε μια στιγμή. Και μπρος στα μάτια μου, τα κλαριά τους πέφτουν στους χαμηλότοπους και γίνονται μαύρα φίδια.

Ένας εξόριστος είμαι σε αυτό τον κόσμο.
Είμαι ένας ποιητής που μαζεύει σε στίχους όσα η ζωή σκορπίζει σε πρόζα.
Και που σκορπίζει σε πρόζα όσα η ζωή μαζεύει σε στίχους.
Κι έτσι ένας εξόριστος είμαι κι ένας εξόριστος θα μείνω ώσπου ο θάνατος να με σηκώσει και να με πάει πάλι στον τόπο μου.

King Biscuit Man
go back