Ο Μέγας Πόθος

Εδώ κάθομαι ανάμεσα στον αδελφό μου το βουνό και την αδελφή μου τη θάλασσα.
Εμείς οι τρεις είμαστε ένα, μέσα στη μοναξιά, κι η αγάπη που μας δένει αντάμα είναι: βαθιά και δυνατή κι αλλόκοτη. Όχι, είναι βαθύτερη από της αδελφής μου τα βάθη και δυνατότερη από του αδελφού μου τη δύναμη, και πιο αλλόκοτη από την παραξενιά της τρέλας μου.

Αιώνες πάνω σε αιώνες διάβηκαν από τότε που το πρώτο αυγινό γκριζοφέγγισμα έκανε τον ένα μας ορατό στον άλλο. Κι όσο κι αν έχουμε δει τη γέννηση και την ωρίμανση και το θάνατο πλήθους κόσμων, είμαστε ακόμη γεμάτοι ζέση και γεμάτοι νιάτα.

Είμαστε νέοι κι ολόθερμοι κι όμως είμαστε αζευγάρωτοι κι ανεπίσκεφτοι και μόλο που γερνάμε σε ένα άπιαστο μισαγκάλιασμα, είμαστε απαρηγόρητοι. Και ποια παρηγοριά υπάρχει για τη χαλιναγωγημένη επιθυμία και το αξόδιαστο πάθος; πούθε να έρθει ο ολόφλογος θεός να θερμάνει της αδελφής μου το κρεβάτι; και ποιος θηλυκός χείμαρρος θα κορέσει τη φωτιά του αδελφού μου; και ποια είναι η γυναίκα που θα εξουσιάσει την καρδιά μου;
 
Στη σιγαλιά της νύχτας η αδελφή μου μουρμουρίζει στον ύπνο της το άγνωστο όνομα του θεού – φωτιά, κι ο αδελφός μου καλεί πέρα τη δροσάτη και απόμακρη θεά. Μα για ποιο να φωνάξω εγώ, στον ύπνο μου δεν γνωρίζω.
 
 

Εδώ κάθομαι, ανάμεσα στον αδελφό μου το βουνό και την αδελφή μου τη θάλασσα. Εμείς οι τρεις είμαστε ένα μέσα στη μοναξιά κι η αγάπη που μας δένει αντάμα είναι: βαθιά και δυνατή και αλλόκοτη.

King Biscuit Man
go back