Η ψυχή μου με ορμήνεψε

Η ψυχή μου με μίλησε και με ορμήνεψε ν’ αγαπώ όλα όσα οι άλλοι μισούν
Και να ‘μαι   φίλος εκείνων που οι άλλοι κακολογούν
Η ψυχή μου με ορμήνεψε και μου αποκάλυψε ότι η αγάπη τιμάει
Όχι μόνον εκείνον που αγαπά, αλλά και αυτόν που αγαπιέται.
Μέχρι τη μέρα εκείνη η αγάπη ήταν για μένα μια κλωστή
Αραχνοϋφασμένη ανάμεσα σε δυο λουλούδια, κοντά το ένα με το άλλο
Αλλά τώρα έγινε ένα φωτοστέφανο χωρίς αρχή και τέλος,
Που περικλείει όλα όσα έχουν υπάρξει και μεγαλώνει
Αδιάκοπα για ν’ αγκαλιάσει όλα όσα θα υπάρξουν
 

Η ψυχή μου με ορμήνεψε και μου έμαθε πώς να βλέπω την ομορφιά
Που σκεπάζεται από τη μορφή και το χώμα
Η ψυχή μου με πρόσταξε ν’ αντικρίζω σταθερά όλα όσα
Θεωρούνται άσχημα ώσπου να φανούνε όμορφα.
Πριν έτσι να με ορμηνέψει και να με διατάξει η ψυχή μου,
Έβλεπα την ομορφιά να μοιάζει με φλεγόμενους πυρσούς
Ανάμεσα σε στήλες καπνού
Αλλά τώρα ο καπνός σκόρπισε κι εξαφανίστηκε
Κι εγώ Δε βλέπω παρά μόνον τη φωτιά

Η ψυχή μου με ορμήνεψε και με πρόσταξε ν’ ακούω φωνές
Που δεν βγαίνουν από το λαιμό ούτε από τη γλώσσα
Πριν από μια μέρα άκουγα μόνο θαμπά,
Και τίποτα άλλο έξω από ξεφωνητά και κραυγές
Δεν ερχόταν στα αυτιά μου
Αλλά τώρα έχω μάθει ν’ ακούω τη σιωπή,
Να αφουγκράζομαι τις χορωδίες της που τραγουδούν
Τα τραγούδια των αιώνων,
Που ψέλνουν τους ύμνους του διαστήματος
Κι αποκαλύπτουν τα μυστικά της αιωνιότητας

Η ψυχή μου μου μίλησε και με ορμήνεψε να σβήνω τη δίψα μου
Μ’ εκείνο το κρασί που δεν μπορεί να μπει σε κούπα
Ούτε να μετακινηθεί από χέρια ούτε και ν’ αγγιχτεί από χείλη.
Ως την ημέρα εκείνη η δίψα μου ήταν σαν άφεγγη σπίθα
Μέσα στη στάχτη
Που μπορούσε να σβηστεί απ’ όποια πνοή ανέμου
Αλλά τώρα η δυνατή λαχτάρα έγινε η κούπα μου,
Η αγάπη έγινε το κρασί μου και η μοναξιά η χαρά μου

Η ψυχή μου με ορμήνεψε και πρόσταξε να γυρεύω αυτό που είναι αθώρητο
Κι η ψυχή μου μου φανέρωσε ότι αυτό που βρίσκουμε
Και πιάνουμε, είναι αυτό που επιθυμούμε,
Τον άλλο καιρό ευχαριστιόμουν με τη ζέστα το χειμώνα
Και με το δροσερό ζέφυρο το καλοκαίρι
Αλλά τώρα τα δάκτυλα μου έχουν γίνει σαν ομίχλη
Και τους πέφτουν όλα όσα είχαν κρατήσει
Κι ανακατεύονται με το αθώρητο που τώρα ποθώ

Η ψυχή μου μου μίλησε και με κάλεσε
Ν’ αναπνεύσω το άρωμα ενός φυτού
Που δεν έχει ρίζα ούτε κορμό ούτε άνθος
Και που δεν το έχει δει κανένα μάτι.
Πριν έτσι να με συμβουλεύσει η ψυχή μου,
Αναζητούσα αρώματα στους κήπους,
Σε γυάλες με μυρωδάτα βότανα και σε κούπες με θυμιάματα.
Αλλά τώρα δεν ξέρω παρά ένα μόνον θυμίαμα
Που δεν μπορεί να καίγεται,
Ανασαίνω έναν αέρα αρωματισμένο απ’ όλους τους κήπους
Της γης κι απ’ όλους τους αγέρηδες του διαστήματος
 

Η ψυχή μου με ορμήνεψε και με πρόσταξε ν’ απαντώ λέγοντας:
«ακολουθώ», όταν με καλούν το άγνωστο κι η περιπέτεια.
Ως τώρα δεν απαντούσα παρά μόνον στη φωνή του τελάλη της αγοράς
Και δεν ακολουθούσα παρά δρόμους χαραγμένους και πολυπατημένους
Αλλά τώρα το γνωστό έγινε μια σκάλα για να σκαρφαλώσω
Στην πιο επικίνδυνη κορφή
 

Η ψυχή μου με ορμήνεψε να μετρώ το χρόνο μ’ αυτό το λόγο:
Υπήρξε κάποιο χτες και θα υπάρξει κάποιο αύριο
Ως εκείνη την ώρα, θαρρούσα το χτες σαν μια εποχή
Χαμένη που θα ξεχαστεί
Και το μέλλον το θαρρούσα μιαν εποχή
Που Δε θα μπορούσα να την φτάσω
Αλλά τώρα έμαθα τούτο:
Ότι μέσα στο τόσο σύντομο παρόν πραγματώνεται κι επαληθεύεται
Όλος ο χρόνος κι όλα όσα ανήκουν στο χρόνο

Η ψυχή μου μου μίλησε και μου φανέρωσε
Ότι δεν είμαι περιορισμένος μέσα στο διάστημα από τις λέξεις:
«εδώ εκεί πέρα»
ως τώρα στεκόμουν πάνω στο λόφο μου και κάθε άλλος λόφος
μου φαινόταν μακρινός πολύ.
Αλλά τώρα ξέρω ότι ο λόφος όπου κατοικώ είναι,
Πραγματικά, κι όλοι οι άλλοι λόφοι
Κι η κοιλάδα που κατεβαίνω περιέχει κι όλες τις κοιλάδες
 

Η ψυχή μου με ορμήνεψε και με παρακάλεσε
Να παρατηρώ όταν οι άλλοι κοιμούνται
Και ν’ ακουμπώ στο μαξιλάρι μου
Όταν οι άλλοι ξαγρυπνούν
Γιατί σε όλα τα χρόνια μου δεν είχα αντιληφθεί τα όνειρά τους
Ούτε κι εκείνοι τα δικά μου.
Αλλά τώρα νιώθω να πετώ μέσα στη μέρα με τα όνειρα μου
Κι όταν οι άλλοι κοιμούνται, τους βλέπω ελεύθερους μέσα στη νύκτα
Και χαίρομαι για τη λευτεριά τους.
 

Η ψυχή μου με ορμήνεψε και με πρόσταξε
Να μην εξυψώνομαι από το μεγάλο έπαινο
Ούτε να καταθλίβομαι από το φόβο της κατηγορίας.
Ως αυτή τη μέρα αμφέβαλλα για την αξία του έργου μου,
Αλλά τώρα έμαθα τούτο:
Τα δέντρα ανθίζουν την άνοιξη και καρποφορούν το καλοκαίρι,
Ρίχνουν τα φύλλα τους το φθινόπωρο και απογυμνώνονται το χειμώνα
Χωρίς ούτε περηφάνια ούτε το φόβο της ντροπής.
 

Η ψυχή μου με ορμήνεψε και με βεβαίωσε
Ότι δεν είμαι πιο ψηλός από τον πυγμαίο
Ούτε πιο κοντός από τον γίγαντα
Πριν από αυτή τη μέρα έβλεπα την ανθρωπότητα
Σαν δυο ανθρώπους,
Τον ένα αδύναμο που τον κορόιδευα ή τον λυπόμουν
Και τον άλλο ισχυρό που είτε τον ακολουθούσα
Ή του αντιστεκόμουν επαναστατικά
Αλλά τώρα ξέρω ότι πλάστηκα από την ίδια σκόνη
Που πλάστηκαν όλοι οι άνθρωποι,
Ότι τα στοιχεία μου είναι τα στοιχεία τους
Κι ο εσωτερικός μου εαυτός είναι ίδιος με το δικό τους.
Ο αγώνας μου είναι ο αγώνας τους και το προσκύνημά τους το δικό μου.
Αν οι άλλοι κάνουν παραβάσεις κι εγώ είμαι παραβάτης,
Αν καλοπράττουν, τότε κι εγώ μετέχω στην καλή τους πράξη.
Όταν υψώνονται, υψώνομαι κι εγώ μαζί τους
Αν ξεμένουν πίσω κι εγώ μαζί τους, συνοδός τους.
 

Η ψυχή μου με ορμήνεψε και με δίδαξε να βλέπω πως το φως
Που κουβαλάω, δεν είναι δικό μου φως,
Ότι το τραγούδι μου δεν πλάστηκε μέσα σε μένα
Γιατί, αν και ταξιδεύω με το φως, εγώ δεν είμαι το φως
Και μ’ όλο που είμαι λαούτο δεμένο με χορδές,
Εγώ δεν είμαι ο λαουτιέρης.
 

Η ψυχή μου με ορμήνεψε, αδελφέ μου, και με φώτισε.
Και συχνά η ψυχή σου σε ορμήνεψε και σένα και σε φώτισε.
Διότι εσύ είσαι σαν και μένα και δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσά μας,
Μόνον που εγώ μιλώ για όσα είναι μέσα μου
Με λόγια που άκουσα στη σιωπή μου
Κι εσύ φυλάς όλα όσα είναι μέσα σου
Κι η φύλαξη σου αυτή έχει αξία
Τόση όση κι η δική μου πολλή ομιλία.

King Biscuit Man
go back