Είμαι σαν σένα, ω, Νύχτα, σκοτεινός και γυμνός. Περπατώ στο φλογοστρωμένο μονοπάτι που είναι πάνω από τους οπτασιασμούς μου, κι οπουδήποτε το πόδι μου αγγίζει χώμα μια γιγάντισσα βελανιδιά φυτρώνει.
Όχι, δεν είσαι σαν εμένα, ω, Τρελέ, γιατί εσύ ακόμη κοιτάζεις πίσω σου, να δεις πόσο τρανό είναι το ίχνος του ποδιού σου που άφησες στην άμμο.
 Είμαι σαν εσένα, ω, Νύχτα, σιγηλός και βαθύς. Και στην καρδιά της μοναξιάς μου πλαγιάζει μια θεά, σε –γέννας μιας-κρεβάτι. Και για αυτό που γεννιέται ο Ουρανός αγγίζει την Κόλαση.
Όχι, δεν είσαι σαν εμένα, ω, Τρελέ, γιατί εσύ ωχριάς  ακόμη μπρος στον πόνο, και το τραγούδι της αβύσσου τρόμους σου φέρνει.
Είμαι σαν σένα, ω, Νύχτα, άγριος και φοβερός. Γιατί στ’ αυτιά μου μυρμηγκιάζουν οι κραυγές εθνών κατακτημένων κι αναστενάγματα λησμονημένων τόπων.
Όχι, δεν είσαι σαν εμένα, ω, Τρελέ, γιατί εσύ ακόμα παίρνεις τον μικρό – εαυτό σου, για σύντροφο, και δεν μπορείς να φιλιώσεις με τον τερατώδη εαυτό σου.
Είμαι σαν σένα, ω, Νύχτα, σκληρός και απαίσιος. Γιατί τα στήθια μου πυρακτώνονται από φλεγόμενα καράβια στη θάλασσα, και είναι αιματοβαμμένα τα χείλη μου, από αίματα πολεμιστών σφαγμένων.
Όχι, δεν είσαι σαν εμένα, ω, Τρελέ. Γιατί η επιθυμία σου για μια αδελφή ψυχή ακόμη σε δυναστεύει κι εσύ δεν έχεις γίνει ακόμη αυτό – νόμος, για σένα.
Είμαι σαν σένα, ω, Νύχτα, χαρωπός και ευτυχισμένος, γιατί εκείνος που κατοικεί στην σκιά μου είναι μεθυσμένος με παρθενικό κρασί, αγιοσύνης, κι εκείνη που με ακολουθεί αμαρτάνει περίχαρα.
Όχι, δεν είσαι σαν εμένα, ω, Τρελέ, γιατί η ψυχή σου διπλωμένη είναι, σ’ εφτάδιπλα πέπλα, και δεν κρατάς την καρδιά σου στο ίδιο σου το χέρι.
Είμαι σαν σένα, ω, Νύχτα, υπομονετικός κι όλο πάθος, γιατί στα στήθια μου: μια χιλιάδα νεκροί εραστές, είναι θαμμένοι – σαβανωμένοι με φιλιά μαραμένα.
Ναι, Τρελέ, είσαι σαν εμένα; είσαι σαν εμένα; και μπορείς εσύ να ιππέψεις την καταιγίδα σαν άτι, και ν’ αδράξεις τον κεραυνό σαν σπαθί;
Σαν εσέ, ω, Νύχτα, σαν εσέ, δυνατός κι υψηλός, κι ο θρόνος μου είναι θεμελιωμένος πάνω σε σωρούς πεσμένων Θεών. Κι ακόμα, μπροστά μου διαβαίνουν οι μέρες για να φιλήσουν τον ακρόγυρο του μανδύα μου, μα ουδέποτε για ν’ ατενίσουν το πρόσωπό μου.
Είσαι σαν εμέ, παιδί της πιο σκοταδιασμένης καρδιάς μου; και σκέφτεσαι τις πιο ακαταδάμαστες σκέψεις  μου και μιλάς τη γιγάντισσα γλώσσα μου;
Ναι, είμαστε δίδυμα αδέλφια, ω, Νύχτα, γιατί εσύ αποκαλύπτεις το διάστημα κι εγώ την ψυχή μου.

King Biscuit Man
go back