Στην πύλη του Ναού

Εξάγνισα τα χείλη μου με την ιερή φωτιά για να μιλήσω για την αγάπη, αλλά όταν άνοιξα τα χείλη μου, ένιωσα ότι ήμουν άφωνος.
Πριν γνωρίσω την αγάπη, συνήθιζα να τραγουδώ τα τραγούδια της αγάπης, αλλά όταν γνώριζα την αγάπη, οι λέξεις στα χείλη μου έγιναν μόνο ανάσα κι οι μελωδίες μέσα στα στήθη μου έπεσαν σε βαθιά σιωπή.
Πριν, αν με ρωτούσες για τα μυστικά και τα μυστήρια της αγάπης, θα σου απαντούσα πρόθυμα και με σιγουριά.
Αλλά τώρα που η αγάπη με στόλισε με το χιτώνα της, έρχομαι εγώ, με τη σειρά μου να σε ρωτήσω για τους τρόπους και τα θαύματα της αγάπης.
Ποιος από εσάς μπορεί να μου απαντήσει;
Έρχομαι να σας ρωτήσω για τον εαυτό μου και για αυτό που είναι μέσα μου.
Ποιος από εσάς μπορεί να αποκαλύψει την καρδιά μου στην καρδιά μου και να φανερώσει τον εαυτό μου στον εαυτό μου;
Πείτε μου τώρα, τι φωτιά είναι αυτή που καιει μέσα στα στήθη μου και παίρνει τη δύναμη μου και λιώνει τις ελπίδες και τους πόθους μου;
Ποια χέρια είναι αυτά, ανάλαφρα, ευγενικά, μαγευτικά, που αγκαλιάζουν το πνεύμα μου στις ώρες της μοναξιάς του και χύνουν στην κούπα της καρδιάς μου κρασί ανάμεικτο με την πίκρα της χαράς και τη γλύκα του πόνου;
Ποια φτερά είναι αυτά που χτυπούν γύρω απ’ το κρεβάτι μου στη μακρά σιωπή της νύχτας, έτσι που να μένω ξάγρυπνος και να παρατηρώ – χωρίς να ξέρω τι, ν’ αφουγκράζομαι αυτό που δεν ακούω και ν’ ατενίζω αυτό που δεν βλέπω, να διαλογίζομαι αυτό που δεν κατανοώ και να κατέχω αυτό που δεν έχω αποκτήσει.
Αχ, άγρυπνος μένω και αναστενάζω, γιατί, για μένα, ο αναστεναγμός κι η θλίψη είναι ποιο αγαπητά από τον ήχο του γέλιου και της χαράς.
Ξάγρυπνος μένω στα χέρια μιας άγνωστης δύναμης που με σκοτώνει και μετά με αναζωογονεί, ακόμα κι ως την ώρα που χαράζει η μέρα και γεμίζει τις γωνιές του σπιτιού μου με φως.
Και μετά κοιμάμαι, ενώ ανάμεσα στα κουρασμένα βλέφαρά μου ακόμη τρεμοπαίζουν οι ίσκιοι της αγρύπνιας μου και πάνω στο πέτρινο κρεβάτι μου φτερουγίζει η μορφή κάποιου ονείρου.

Και τι είναι αυτό που ονομάζουμε αγάπη;
Πείτε μου, ποιο είναι αυτό τα’ απόκρυφο μυστικό που κρύβεται πίσω από την όψη της ζωής μας, και ζει μέσα στην καρδιά της ύπαρξης μας;
Ποια είναι αυτή η τεράστια δύναμη που στέκεται σαν αιτία για όλα τα αποτελέσματα και σαν αποτέλεσμα για όλες τις αιτίες;
Ποια είναι αυτή ζωογόνα πνοή που ενώνει το θάνατο και τη ζωή κι απ’ αυτά δημιουργεί ένα όνειρο ποιο παράξενο κι από τη ζωή και πιο βαθύ από το θάνατο;
Πείτε μου, αδέλφια μου, πείτε μου, ποιος από εσάς δεν θα ξυπνούσε απ’ αυτό τον ύπνο της ζωής, όταν το πνεύμα σας θα ένιωθε το άγγιγμα των λευκών δακτύλων της αγάπης;
Ποιος από εσάς δε θα παρατούσε τον πατέρα του, τη μητέρα και τον τόπο του αν τον καλούσε η κορασιά που αγαπά η καρδιά του;
Ποιος από εσάς δε θα διέσχιζε την έρημο, δε θα σκαρφάλωνε στο βουνό, δε θα ταξίδευε στις θάλασσες, για να βρει εκείνη που λαχταρά η ψυχή του;
Ποιος νιος, αλήθεια, δε θα πήγαινε ως το πιο μακρινό σύνορο της γης  αν τον περίμενε εκεί κάποια που η ανάσα της, η φωνή  και το άγγιγμα της θα του ήταν τόσο γλυκό και ζωογόνο;
Ποιος άντρας δεν θα ‘καιγε τη ψυχή του σαν θυμίαμα μπροστά σ’ ένα θεό που βλέπει τη λαχτάρα και εισακούει την προσευχή του;

Ήταν μονάχα χτες που στάθηκα στην πύλη του ναού.
Ρωτώντας τους περαστικούς για τα μυστήρια και τις χαρές της αγάπης.
Και πέρασε ένας άντρας, μεσόκοπος στα χρόνια, μα γερασμένος και με ύφος βλοσυρό, κι απήντησε:
Η αγάπη είναι μια έμφυτη αδυναμία που κληρονομήσαμε από τον πρώτο άνθρωπο.
Μετά ένας νέος, δυνατός, γεροδεμένος στο σώμα και στα μπράτσα, ήρθε τραγουδώντας:
Η αγάπη είναι μια απόφαση που συνοδεύει τη ζωή μας κι ενώνει την τωρινή εποχή μ’ αυτές που πέρασαν και με αυτές που θα έρθουν.
Κι ύστερα μια γυναίκα, με λυπημένο πρόσωπο, πέρασε κι αναστενάζοντας είπε:
Η αγάπη είναι θανατερό φαρμάκι που οχιές μαύρες και φοβερές σκορπούν στο διάστημα μέσα από την άβυσσο της κόλασης, έτσι που να πέφτει σαν δροσιά στην ψυχή την διψασμένη κι από αυτή μεθά η ψυχή για λίγο, να συνέρχεται μετά για ένα χρόνο και να πεθαίνει για έναν αιώνα.
Αλλά μια νέα κόρη, ροδαλή και με τα χείλη γελαστά, είπε:
Κοιτάξτε, η αγάπη είναι νέκταρ που οι νύφες της αυγής χύνουν για τους δυνατούς, για να σταθούνε δοξασμένοι μπροστά στ’ αστέρια της νύχτας και ολόχαροι μπροστά στον ήλιο της μέρας.
Και μετά ήρθε ένας άντρας με μαύρο επίσημο μανδύα και με αχτένιστη γενειάδα που έπεφτε στο στήθος του, και είπε αυστηρά:
Η αγάπη είναι μια βλακεία που έρχεται με το χάραμα της νιότης και φεύγει με τη δύση της.
Και κάποιος άλλος τον ακολούθησε, με όψη ακτινοβόλα και γαλήνια, κι είπε με ήρεμη χαρά:
Η αγάπη είναι μια ουράνια σοφία που φωτίζει το μέσα μάτι μας και το έξω, έτσι που να μπορούμε να θωρούμε όλα τα πράγματα σαν να  ήμασταν θεοί.
Κι ύστερα πέρασε ένας τυφλός, ψάχνοντας τη γη με το παλιό μπαστούνι του, κι ήταν σαν να θρηνούσε η φωνή του, καθώς έλεγε:
Η αγάπη είναι μια πυκνή ομίχλη που σαβανώνει τη ψυχή και της κρύβει τα φαινόμενα της ζωής, έτσι που η ψυχή να μη βλέπει παρά μόνο τις σκιές των πόθων της, χαμένη ανάμεσα σε βραχερά φαράγγια και να μην ακούει παρά μόνο την ηχώ της φωνής της να κράζει μέσα από τις κοιλάδες της ερημιάς.
Και μετά πέρασε ένας νέος που έπαιζε τη λύρα του και τραγουδούσε:
η αγάπη είναι ένα ουράνιο φως που λάμπει μέσα από τον πυρήνα του ευαίσθητου εαυτού και φωτίζει όλο του το είναι. Για να μπορεί να θωρεί τον κόσμο σαν μια πομπή που προχωράει μες από πράσινα λιβάδια και τη ζωή σαν ένα όνειρο ομορφιάς ανάμεσα στο ξύπνο και στον άλλο ξύπνο.
Από κοντά στο νιο, ήρθε ένας γέρος, τρεμουλιάρης, με πόδια σερνάμενα, και είπε:
Αγάπη είναι η ανάπαψη του θλιμμένου κορμιού στο σιωπηλό τάφο κι είναι η σιγουριά της ψυχής στο κάστρο της αιωνιότητας.
Κι ύστερα ήρθε ένα μικρό παιδί, με χρόνια πέντε μοναχά, κι έτρεξε και ξεφώνισε:
Αγάπη είναι ο πατέρας μου κι αγάπη είναι η μάνα μου και κανείς δεν ξέρει την αγάπη, μόνο η μάνα μου κι ο πατέρας μου.

Και τώρα πια η μέρα είχε σβήσει κι όλοι είχαν περάσει μπροστά από το ναό κι όλοι τους, κι ο καθένας τους είχε μιλήσει για την αγάπη και σε κάθε λέξη είχε αποκαλύψει την δικιά του λαχτάρα, την δικιά του πεθυμιά κι είχε φανερώσει τα κρυφά μυστήρια της ζωής.
Όταν το βράδυ έπεσε για καλά και το κινούμενο πλήθος τράβηξε τους δρόμους του κι όλα έγιναν σιωπηλά, άκουσα μια φωνή μέσα από το ναό να λέει:
Κάθε ζωή είναι ένα φεγγάρι, το ένα μέρος παγωμένο ρέμα, το άλλο φλόγα καυτερή κι η φλόγα η καυτερή είναι η αγάπη.

Τότε μπήκα μέσα στο ναό κι έσκυψα το κεφάλι, και γονάτισα παρακλητικά, ψέλνοντας μια προσευχή από τα βάθη της καρδιάς μου:
Θεέ μου, κάνε με θροφή της καυτερής φλόγας και κάνε με, θεέ μου, λάδι για την ιερή φωτιά.
Αμήν
 

King Biscuit Man
go back