Ω! Λύκε! Ω! Λύκε! Τι ζητάμε στη χώρα των ανθρώπων!
Η χώρα των ονείρων είναι μακριά, πιο πέρα ακόμη κι από τη λάμψη του πρωινού αστεριού.
ο Λύκος της καρδιάς μου ο προφήτης
Στη μέρα της γιορτής, ταπεινά προσευχήθηκα
Σφικτά τα χέρια έδεσα, τη σκέψη έκλεισα
Τους φωτεινούς δρόμους με δέος απευχήθηκα
Τον λύκο που φωλιάζει μέσα μου, έλυσα
King Biscuit Man

 Λύκος (Canis Lupus) από τη λέξη "λύκη" που σημαίνει φως.
 

Ο Λύκος, της Καρδιάς μου ο αλήτης | | Το Δάκρυ | | Η Συνείδηση | | Το Μετέωρο Βήμα | | Η Δίνη του Λύκου |
| Η Κραυγή του Λύκου | | Οι Παράτες του Ήλιου | | Ο Λύκος του Βοριά | | Τα Μαύρα Πουλιά | | Μην Περιμένεις |
| Η Μικρογραφία του Κόσμου | | Εάλω η Πόλις |

Ο ΛΥΚΟΣ, ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ Ο ΑΛΗΤΗΣ
Στη μοναξιά της σιωπής που κυνηγά τα πρωινά
Χάθηκες! Έσβησες το τελευταίο τραγούδι της θλίψης
Ακουμπά στη γιορτινή αυγή ο ήλιος τα πλοκάμια του
Μοσχοβολά απ’ της χαραυγής τα τραγούδια, η ψυχή
Η θάλασσα άγρυπνη, παντρεύει το γιαλό με το κύμα
Μπροστά στα μάτια, που έκλαψαν το δειλινό

Κι εσύ, εσύ ο αδήλωτος λύκος του κοπαδιού
Βάζεις τη λαίλαπα της ζωής παραμάσχαλα
Τραβάς με τη σκέψη σου όλα τα μελτέμια του καλοκαιριού
Βαστάς γερά, τους πόνους τους κουφούς, κρατάς στη χούφτα σου
Τους λαλέδες που άφησε η πίκρα της ψευτιάς
Για να θυμάσαι το ποδοβολητό του μυαλού
Διυλισμένη σκόνη, ορόσημο της ματαιότητας
Βλέπεις ν’ ανθίζουν οι δρόμοι που κουβαλάς
Περήφανα σηκώνεις τα μάτια, την καρδιά
Βαρύ το φορτίο της καρδιάς
Στους δρόμους που κεραύνωσε ο κατακλυσμός
Σε ουρανούς όπου αλλαξοπίστησε το πολικό αστέρι
Κοιτάς τα μπολιάσματα του νου
Χαμένες φρεγάτες στη θάλασσα της παρακμής

Κι εσύ, εσύ ο πισθάγκωνα δεμένος λύκος
Κραυγάζεις μέσα στη νυχτιά των ανθρώπων
Χάνεσαι στα πορφυρογέννητα πρωινά
Που χτίζουν αποικίες σε δύσβατους ατραπούς
Μαζεύεις τις σταλαγματιές του ποτηριού της ζωής
Ακουμπάς το χέρι σου στο περβάζι της θλίψης
Αγναντεύοντας από τ’ ανοικτά παράθυρά της
Τους γιους της, τις κόρες της, τους ανθρώπους της
Παιδιά ενός βουρκωμένου ουρανού
Ξεχασμένα όνειρα που σκότωσαν στο διάβα τους
Εκείνοι, εκείνοι οι επίορκοι-ετερόφωτοι αστέρες
Στον ουράνιο δρόμο της ματαιοδοξίας
Βουνά μπλεγμένα στα μαλλιά του γαλαξία
Ξεθωριασμένα από την κόρη του μίσους

Κι εσύ, εσύ ο μοναχικός λύκος της αυγής
Σπέρνεις χρώματα, θερίζεις αστέρια
Μέσα στην καρδιά που κρύφτηκε από το μίσος
Πλακωμένη από τις μπαλωμένες πέτρες της κακίας
Από χαραμάδες κοιτάς την αμόλυντη αύρα
Περιπλανώμενη να είναι μέσα στην αγνή σιωπή
Σφουγγαρίζεις τις πίκρες του ονείρου
Πάσσαλοι μπηγμένοι στην καρδιά
Πολεμάς τους αέρηδες τους μοχθηρούς
Στρατιώτης γενναίος στο χαράκωμα της πίστης
Ζωντανεύεις τα πεθαμένα όνειρα
Αναστημένοι νεκροί στην πολιτεία του τενάγους
Χάνεσαι στα κύματα του ουρανού
Μπερμπάντης γιαλός ο θόρυβος του μυαλού σου

Λύκε! Λύκε! Καρδιακέ μου προφήτη
Λύκε! Λύκε! Μπιστικέ μου αλήτη
Που πας; που τραγουδάς;
Στη χώρα των λύκων; στη χώρα των ανθρώπων;
Ακούω την κραυγή σου, ακούω τη σιωπή σου
Πιστεύω σε σένα, πιστεύω σε μένα
Κρυμμένος εσύ, χαμένος εγώ
Που πάμε λύκε; που τραγουδάμε λύκε;

Πάντα ο δρόμος μας θα είναι η αλήθεια
Πάντα τα τραγούδια μας θα υμνούνε τον άνθρωπο

King Biscuit Man

Το Δάκρυ
Όλοι εσείς που κοιτάτε
Με βλέμμα «άχαρον»
Το δάκρυ των άλλων
Κρατήστε το δάκρυ σας
Μην κλαίτε

King Biscuit Man

Η Συνείδηση
Παντού η σκιά σου με ακολουθεί
Πάντα η θύμηση σου με ανυψώνει
Που με βρήκες καρδιά μου
Κοίτα με!
Δεν σε ξεχνώ

King Biscuit Man

Το Μετέωρο Βήμα
Τρέμει ο δρόμος μου κι έγινε κέρινος
Λιώνει το βήμα, δε βρίσκω τ΄ αχνάρια
Έχασα τον ίσκιο μου γιατί έγινε αέρινος
Στο σταυροδρόμι καρτερώ, της ζωής τα φανάρια

Εφτά δρόμοι μπροστά μου ανοίγονται
Φαιδρά περιμένουν το μετέωρο βήμα
Ύλη ζητούν οι σκέψεις κι πάντα επείγονται
Καμιά τους δεν προσμένει της ψυχής το διάβημα

King Biscuit Man

Η Κραυγή του Λύκου
Ασύμμετρα τα λόγια της σιωπής
Ποδοβολητά αλόγων στη νυχτιά
Ξεσκίζουν τον ήμερο ύπνο
Ακούς; Την ηχώ της ζωής

Στο βωμό της αλήθειας
Θυσιάζω το είναι μου
Καπνοί! Σινιάλα! Οιωνοί!
Ακούς; Την ηχώ της αλήθειας

Πόρος στο αειθαλές μονοπάτι
Δρομάκι χωρίς ανάσα
Τραγούδι έρημο, μακρύς ψαλμός
Ακούς; Την ηχώ του τραγουδιού

Επαίτης η σκέψη
Τύραννος ο νους
Τριήρης η άμοιρη καρδιά
Σκίζει τα κύματα του πόνου

Πολέμα καρδιά
Νίκα! Νίκησε τη σκοτεινιά
Σε σένα έχω τάξει
Της ψυχής τη λευτεριά

King Biscuit Man

Οι Παράτες του Ήλιου
Αποστάτη του ονείρου
Ξέχασες τις παράτες του ήλιου
Πάνω στα δάκρυα της παλιάς πληγής
Στέγνωναν με το λιοπύρι της ματιάς
Πυροβολώντας το Γόρδιο Δεσμό της ψευτιάς
Θύμηση πικρή το ανθρώπινο πρωινό
Έμεινε να στέλνει βαλσαμωμένες ακτίνες
Στον γκρίζο ουρανό της μουγκής σκέψης

King Biscuit Man

Ο Λύκος του Βοριά
Μάγισσες αλαργινές, του κόσμου όλου, οι ενοχές
Κλέψανε την πεντάμορφη, της χαραυγής πυξίδα
Κάρφωσαν το νου, πούλησαν τους ορίζοντες του ουρανού
Στο βασιλιά του σκοταδιού, σε πολιτεία χρυσή
Απόμεινε  η καρδιά, μόνη στο νόθο βοριά
Μαλαματένια λόγια να τρυγά
Χωρίς ανάσα, στο κύμα του αλγεινού προστάτη
Πάντα να δείχνει την αλήθεια του βοριά
Που ματώνει και πικραίνει όλα τα δειλινά
Εκείνων που δεν αλλαξοπίστησαν μέσα στο χιονιά

King Biscuit Man

Τα Μαύρα Πουλιά
Τα μάτια σηκώνω ψηλά, αρμενίζω με της νυχτιάς τα φτερά
Στον τόπο που πετούν τα μαύρα πουλιά, της νιότης τα παιδιά
¶κουσα οτι πετούν μακριά, σε απόκρυφα μέρη, σε απόρθητα βουνά
Της γιορτής τα πουλιά, της πίκρας δεσμώτες τα μαύρα πουλιά

Τα βλέπω μακριά! να πετούν μέσα στην ατέρμονη μοναξιά
Νοιώθω ότι χάσανε τη θέληση να ζητούν συντροφιά
Πίστευαν στης ζωής την τιμή αλλά τους προδώσαν οι φίλοι και η χώρα μαζί
Τα μαύρα πουλιά που ήταν της μοίρας τα καμένα χαρτιά

Κοιτούν από μακριά τα μέρη που είχαν κάποτε φωλιά
Τα μαύρα πουλιά, της απουσίας απο τα κοινά παιδιά
Λυπούνται να βλέπουν τ' άλλα πουλιά, να υποφέρουν τα πάνδεινα
Βουρκωμένα πετάνε μακριά, προσευχές κάνουν για τ' άλλα πουλιά

Μαύρα πουλιά! ικέτες της σιωπής! δεσμώτες της τιμής!
Θάρθω μαζί σας να πετάξω μακριά, στα όρη, στα άγρια βουνά
Φτερά δεν έχω! μα η δίνη της πόλης, με κάνει σταυραετό
Πετώ μακριά, ανήκω στο σμήνος με τα μαύρα πουλιά

King Biscuit Man

Η Δίνη του Λύκου
Μερικές φορές όταν βασιλεύει η σιωπή
Πετώ ένα πετραδάκι στα ήρεμα νερά της
Από τα βάθη της αναδύονται λογιών - λογιών σκέψεις
Απλώνονται κυκλικά! Απομακρύνονται από αυτή!
Ένας ανεμοστρόβιλος δημιουργείται
Κουβαλά εμένα και τη σκέψη μου
Τις περισσότερες φορές με ρίχνει όμως
Στην δίνη της αμφισβήτησης
Τότε χάνομαι μαζί με τη θλίψη
Πνίγομαι στο πικρό δάκρυ της μοναξιάς
Ανάσα γυρεύω να βρω στης ζωής την πάλη
Μερικές φορές όμως με πάει μακριά
Με πάει σε άλλα μέρη, σε άλλη γη
Όπου πρόσκαιρα ανταμώνω τη χαρά
Ήλιους ν' ανατέλλουν βλέπω
Ιδού η σιωπή! Ιδού κι η ταραχή!

King Biscuit Man

Μην Περιμένεις
Εναπόθεσαν στο κύμα του γιαλού
Το εφτασφράγιστο μυστικό του μυαλού
Μα το κύμα το ξέβρασε παντού στις ακτές
Η θάλασσα σύμμαχος, το διαλαλούσε σε ώρες τακτές

Στον τρομερό αετό του βουνού
Να κρύψει δώσανε το μυστικό του νου
Μα ο αετός το έσπειρε πάνω απ΄τη γη
Ο αέρας το μετέφερε σε κάθε ταγή

Δεν έμεινε πια τίποτε κρυφό στον κόσμο
Οι πάντες ξέραν του μυαλού το μικρόκοσμο
Η γνώση είχε πια προχωρήσει
Έριδες! πόλεμοι είχαν αρχίσει

Κανείς δεν ήθελε να είναι πια ταπεινός
Αυτόφωτος αστέρας ο καθένας τους, ο πιο φωτεινός
Τη σοφία που κλαίει, την ρίξαν στο τέναγος
Η υποκρισία γίνηκε της ζωής ξεναγός

Φωστήρες του πνεύματος γίνηκαν οι πάντες
Την πολυγνωσία τους, παιανίζαν οι μπάντες
Το χρήμα, το χρυσό όλοι μακάριζαν
Τον πλούτο τους, με χοντρά σημάδια μαρκάριζαν

Με το μέρος τους πήραν όλους τους ανθρώπους
Πεινασμένους πάμπλουτους, γλείφτες υπανθρώπους
Ξεπεσμένους αυλικούς, ελλειμματικούς χαρακτήρες
¶ρπαγα πουλιά και μαζικούς αποστακτήρες

Οι μέρες, τα χρόνια περνούσαν χωρίς αλλαγές
Η ίδια κατάσταση συνεχιζόταν με κάποιες παραλλαγές
Τόση δύναμη είχαν πιά αποκτήσει
Τα πάντα είχαν δε  κατακτήσει

Τίποτα δεν άλλαζε στον κόσμο αυτό, χάθηκε το όραμα του ταπεινού
Βασίλευαν σωτήρες του πνεύματος, του πάμφτωχου, του ελεεινού
Ερμητικά κλείστηκαν τα χείλη τα δόλια
Σταμάτησαν πια να ρίχνονται βόλια

Εχασα τη θέληση να ζητώ περισσότερα...
King Biscuit Man

Η Μικρογραφία Του Κόσμου
Αγαπώ όλους τους ανθρώπους
Αγαπώ αυτούς που θα γεννηθούν
Αγαπώ αυτούς που γεννήθηκαν
Αγαπώ αυτούς που πέθαναν

Γιατί;
Γιατί αυτοί που θα γεννηθούν
Θα είναι αγνοί, άγραφοι χάρτες

Γιατί αυτοί που γεννήθηκαν
Είναι διαβατάρικα πουλιά
Τα μάτια τους είναι καρφωμένα στο παρελθόν
Μαθαίνουν από τα λάθη τους
Δεν τα επαναλαμβάνουν

Γιατί αυτοί που πέθαναν και τους μακαρίζω
Μας διδάσκουν με τα λάθη τους

Δεν ξέρω αυτούς που θα γεννηθούν
Δεν ξέρω αυτούς που γεννήθηκαν
Δεν ξέρω αυτούς που πέθαναν

Ξέρω ότι γεννήθηκα
Ξέρω ότι θα πεθάνω
Προσπαθώ από μένα να διδαχτώ
Την αγάπη όλου του κόσμου
Τα λάθη όλου του κόσμου

Βλέπω ότι μέσα μας κλείνουμε σφικτά
Την αγάπη και τα λάθη όλου του κόσμου
Είμαστε εμείς οι μικροί
Η μικρογραφία αυτού του κόσμου

King Biscuit Man
Εάλω η Πόλις
Πότισα με χαρωπά λόγια τη σκέψη
Να γελάσουν λιγάκι τα χείλη
Έχτισα προστασίας τείχη για το νου
Να μην αφήσουν τους εχθρούς να μπουν

Πάντα όμως ελλοχεύει ο Εφιάλτης
Του κόσμου τις πίκρες να φέρει
Πάντα μένει η Κερκόπορτα ανοικτή
Για τους πορθητές της ατιμίας

Εάλω η πόλις και πάλι
Δεν ακούω όμως κλαυθμούς
Απ΄ τη σκοτεινή φυλακή ατενίζω
Ένα κομμάτι γαλάζιου ουρανού

King Biscuit Man
King Biscuit Man
go back