Ησύχασε, καρδιά μου….

Ησύχασε, καρδιά μου. Το διάστημα δεν σε ακούει.
Ησύχασε, καρδιά μου. Ο αιθέρας, φορτωμένος  με θρήνο και με κλάμα, δεν θα υποφέρει τα τραγούδια σου.
Ησύχασε, γιατί τα φαντάσματα της νύκτας δεν θα αφουγκραστούν τον ψίθυρο των μυστηρίων σου.
Κι η πομπή του σκοταδιού δεν θα σταματήσει μπροστά στα όνειρα σου.
Ησύχασε, καρδιά μου, ησύχασε ως την χαραυγή.
Γιατί όποιος υπομονετικά περιμένει το πρωινό, θα το χαιρετήσει με δύναμη, κι όποιος αγαπά το φως, θα αγαπηθεί από αυτό.
Ησύχασε, καρδιά μου κι άκουσε τα λόγια μου.

Στο όνειρο μου άκουσα ένα μαυροπούλι να κελαηδεί πάνω από τον κρατήρα ενός ορμητικού ηφαιστείου κι είδα έναν κρίνο να υψώνει το κεφάλι του πάνω από το χιόνι. Είδα ένα γυμνό ουρί να χορεύει ανάμεσα σε ταφόπετρες κι ένα μωρό να γελάει ενώ έπαιζε με κρανία.
Όλα αυτά τα είδα σε ένα όνειρο μου.

Μα όταν ξύπνησα και κοίταξα γύρω μου, να!, είδα το ηφαίστειο να ξεχύνει την οργή του, αλλά δεν άκουσα το μαυροπούλι να κελαηδεί. Είδα τους ουρανούς να σκορπίζουν χιόνι πάνω στους λόφους και τις κοιλάδες, ντύνοντας τους σιωπηλούς κρίνους με το άσπρο σάβανο του. Είδα τους τάφους στην σειρά, σειρά-σειρά, να στέκονται μπροστά στην ηρεμία των αιώνων, αλλά κανένας τους δεν χόρευε ούτε προσευχόταν.

Και τότε ξεχώρισα σωρούς από κρανία, αλλά κανένα γέλιο εκεί εκτός από το γέλιο του ανέμου. Ξυπνώντας δεν είδα άλλο από θλίψη και πόνο. Που πήγαν, λοιπόν, οι χαρές των ονείρων; που κρύβεται η λαμπράδα του ύπνου μας και πως εξαφανίστηκε η εικόνα του; και πως θα υποφέρει υπομονετικά η ψυχή ώσπου να ξαναγυρίσει με τον ύπνο η σκιά της λαχτάρας της:
Ησύχασε, καρδιά μου και πρόσεξε τα λόγια μου.

Ήταν μόνο χτες που η ψυχή μου ήταν ένα δέντρο, πολύχρονο και δυνατό, που οι ρίζες του εισχωρούσαν στα βάθη της γης και τα κλαδιά του απλωνόταν προς το άπειρο κι άνθιζαν την άνοιξη και κάρπιζαν το καλοκαίρι. Όταν ερχόταν το φθινόπωρο, μάζευα τα φρούτα σε δίσκους ασημένιους και τους απίθωνα στα σταυροδρόμια κι οι περαστικοί έπαιρναν από τα φρούτα, έτρωγαν και συνέχιζαν τον δρόμο τους.

Όταν το φθινόπωρο περνούσε και το τραγούδι του γύριζε σε θρήνο και μοιρολόι, κοίταζα τους δίσκους μου κι έβλεπα ότι οι άνθρωποι δεν είχαν αφήσει εκεί παρά μόνον ένα φρούτο, κι όταν το δοκίμαζα, ήταν πικρό σαν αλόη και στυφό σαν το άγουρο σταφύλι. Τότε είπα στον εαυτό μου: αλίμονο σε μένα, γιατί έβαλα κατάρα στα χείλη των ανθρώπων και μίσος στα σωθικά τους. Τι έκανες, λοιπόν, καρδιά μου, με τη γλύκα που ρούφηξαν οι ρίζες σου από τα στήθη της γης και με το άρωμα που ήπιαν τα κλαδιά σου από το φως του ήλιου;

Και τότε ξερίζωσα το γέρικο και δυνατό δέντρο από την ψυχή μου. Το ξέκοψα από το παρελθόν του και το απογύμνωσα από τις αναμνήσεις χιλιάδων ανοίξεων και χιλιάδων φθινοπώρων.

Και φύτεψα το δέντρο της ψυχής μου σε άλλον τόπο. Το έβαλα σε ένα χωράφι μακριά από τους δρόμους του χρόνου και περνούσα τη νύχτα μου ξάγρυπνος δίπλα του, δίνοντας του να πιει από τα δάκρυα μου και από το αίμα μου και λέγοντας: υπάρχει νοστιμιά στο αίμα και γλύκα στα δάκρυα.

Όταν ξανάρθε η άνοιξη, το δέντρο της ψυχής μου άνθισε ξανά κι έδωσε καρπούς το καλοκαίρι. Κι όταν ήρθε το φθινόπωρο, μάζεψα άλλη μια φορά τα ώριμα φρούτα και τα έβαλα σε δίσκους χρυσαφένιους εκεί που ανταμώνουν οι δρόμοι.

Κι οι άνθρωποι περνούσαν, αλλά κανείς δεν άπλωνε να πάρει από τα φρούτα. Τότε πήρα εγώ κι έφαγα και βρήκα το φρούτο γλυκό σαν μέλι, νόστιμο σαν νέκταρ, μυρωδάτο σαν την ανάσα του γιασεμιού και ωριμασμένο σαν το κρασί της Βαβυλώνας.

Μίλησα δυνατά και είπα: οι άνθρωποι δεν θέλουν την ευλογία στα χείλη τους ούτε την αλήθεια στα σωθικά τους. Γιατί η ευλογία είναι κόρη των δακρύων και η αλήθεια το παιδί του πόνου.

Και τότε ξαναγύρισα και κάθισα κάτω από τον ίσκιο του μοναχικού δέντρου της ψυχής μου, στο χωράφι που είναι πέρα από τους δρόμους του χρόνου.

Ησύχασε, καρδιά μου, ησύχασε ως την χαραυγή.
Ησύχασε, γιατί το διάστημα είναι φορτωμένο με την μυρουδιά των νεκρών πραγμάτων και δεν μπορεί να εισπνεύσει τη ζωντανή σου ανάσα.
Ησύχασε, καρδιά μου κι άκουσε τη φωνή μου.

Ήταν μονάχα χτες που η σκέψη μου ήταν σαν πλοίο που λικνιζόταν στα κύματα της θάλασσας και το έστελνε ο άνεμος από ακτή σε ακτή. Και το πλοίο της σκέψης μου ήταν άδειο εκτός μόνο από εφτά μπουκαλάκια γεμάτο ως πάνω με εφτά χρώματα, τα εφτά χρώματα του ουρανίου τόξου.

Ήρθε όμως ο καιρός που κουράστηκα να περιπλανιέμαι πάνω στην επιφάνεια των κυμάτων και είπα: θα γυρίσω με το άδειο πλοίο της σκέψης μου στο λιμάνι της πόλης που γεννήθηκα. Κι άνοιξα πανιά, άρχισα να χρωματίζω τα πλευρά του πλοίου μου με τα εφτά χρώματα. Κι έλαμπε κίτρινο σαν το ηλιοβασίλεμα, γαλάζιο σαν τον ουρανό και κόκκινο σαν την αιματοκόκκινη ανεμώνη. Και πάνω στα πανιά και στο τιμόνι χάραξα σκίτσα που να γοητεύουν και να χαροποιούν το μάτι. Κι όταν τελείωσα, το πλοίο της σκέψης μου φάνταζε σαν το όραμα κάποιου προφήτη που πλέει ανάμεσα στα δύο άπειρα, τη θάλασσα και τον ουρανό.

Τώρα, καθώς το πλοίο μου φτάνει στο λιμάνι, κοίτα, όλοι οι άνθρωποι ήρθαν να με ανταμώσουν, με φωνές και χαρά με καλωσόρισαν και με πήγανε στην πόλη, χτυπώντας τα ντέφια τους και φυσώντας τα καλαμένια φλάουτα. Κι αυτό το έκαναν επειδή το πλοίο μου φάνηκε μαγικό στα μάτια τους, αλλά κανείς τους δεν ανέβηκε στο πλοίο της σκέψης μου ούτε κανείς κατάλαβε ότι είχα φέρει το πλοίο μου άδειο στο λιμάνι.

Μετά είπα στον εαυτό μου: ξεγέλασα τον κόσμο αυτό, με τα εφτά μπουκαλάκια χρώματα ξεγέλασα και το μέσα τους μάτι και το έξω.

Όταν πέρασε ένας χρόνος, ανέβηκα ξανά στο πλοίο της σκέψης μου κι ανοίχτηκα στην θάλασσα. Ταξίδεψα στα νησιά της ανατολής κι εκεί μάζεψα σμύρνα και λιβάνι και κοκκινόξυλο και τα έφερα στο πλοίο μου. Ταξίδεψα στα νησιά του νότου κι έφερα από εκεί χρυσάφι, σμαράγδια και νεφρίτη και κάθε πολύτιμη πέτρα. Ταξίδεψα στα βορινά νησιά και βρήκα σπάνια μετάξια και βελούδα και κεντήματα κάθε λογής και μετά στα νησιά της δύσης και πήρα σιδερένιους θώρακες, λόγχες, σπαθιά και διάφορα όπλα. Έτσι γέμισα το πλοίο της σκέψης μου μες τα ακριβά και παράξενα πράγματα της γης.

Και ξαναγύρισα στο λιμάνι της πόλης μου, λέγοντας στην καρδιά μου: τώρα οι άνθρωποι μου θα με τιμήσουν σαν άνθρωπο άξιο για έπαινο. Και τώρα θα με φέρουν αληθινά στην αγορά τους με τα τραγούδια και τη μουσική τους.

Αλλά, για δες, όταν μπήκα στο λιμάνι, κανείς δεν ήρθε να με βρει, να με καλωσορίσει. Μόνος μπήκα στους δρόμους της πόλης, αλλά κανένας Δε με κοίταξε. Ακόμη και στην πλατεία της αγοράς στάθηκα κι είπα για όλα όσα έφερα, της γης καρπούς και πολύτιμα πράγματα. Αλλά οι άνθρωποι με κοίταζαν με γέλιο στο πρόσωπο τους και κοροϊδία στα χείλη τους. Και μου γύρισαν την πλάτη. Κι εγώ ταράχτηκα κι ένοιωσα περιφρονημένος και ξαναγύρισα στο λιμάνι.

Μόλις τα μάτια μου έπεσαν στο πλοίο μου, αμέσως αντιλήφθηκα κάτι που πριν, όσον καιρό ταξίδευα κι έψαχνα για καλά φορτία, δεν είχα ποτέ προσέξει. Για αυτό κι φώναξα με ταπεινοσύνη: για δες, τα κύματα της θάλασσας ξέπλυναν τα εφτά χρώματα από το πλοίο μου και τώρα μοιάζει σαν σκελετός κοκάλων. Κι οι άνεμοι κι οι καταιγίδες και του ήλιου η ζέστα έσβησαν από τα πανιά τις εικόνες που έφερναν θαυμασμό και απόλαυση. Και τώρα δείχνουν σαν ξεθωριασμένα, κουρελιασμένα ρούχα.

Στ΄ αλήθεια μάζεψα της γης τους πολύτιμους θησαυρούς μέσα σε ένα φέρετρο πλεούμενο πάνω στην επιφάνεια των κυμάτων και ξαναγύρισα στο λαό μου, μα εκείνοι μου γύρισαν την πλάτη, γιατί τα μάτια τους δεν βλέπουν παρά μόνο την εξωτερική όψη.

Ακριβώς εκείνη τη στιγμή παράτησα το πλοίο της σκέψης μου και πήγα να βρω την πόλη των νεκρών, όπου κι κάθισα ανάμεσα στα ασπρισμένα μνήματα και στοχάστηκα τα μυστικά τους.
Ησύχασε, καρδιά μου. Ησύχασε ως την χαραυγή.
Ησύχασε, με όλο που η θύελλα κοροϊδεύει το ψιθύρισμα στα βάθη σου.
Ησύχασε, καρδιά μου, ως την χαραυγή.
Γιατί όποιος περιμένει την αυγή με υπομονή, η αυγή θα τον αγκαλιάσει τρυφερά.

Κοίτα, καρδιά μου, η αυγή ήρθε.
Μίλα, τώρα, αν έχεις ακόμη τη δύναμη των λέξεων.
Κοίτα, καρδιά μου, τη λιτανεία του πρωινού.
Η σιωπή της νύχτας δεν ξύπνησε μέσα σου βαθιά ένα τραγούδι για να υποδεχτείς την χαραυγή;
Κοίτα το πέταγμα των περιστεριών και των κοτσυφιών πάνω από την κοιλάδα.
Το δέος της νύχτας δε σου δυνάμωσε τα φτερά για να πετάξεις μαζί τους;
Κοίτα τους βοσκούς που βγάζουν τα κοπάδια τους από τα μακριά,
Οι σκιές της νύχτας δε σου δυνάμωσαν τον πόθο να πας κι εσύ μαζί τους στα πράσινα λιβάδια;
Σήκω καρδιά μου. Σήκω και προχώρα μαζί με το πρωινό.
Γιατί η νύχτα πέρασε κι οι φόβοι της νύχτας χάθηκαν μαζί με τα μαύρα όνειρα τους.
Σήκω, καρδιά μου και ύψωσε τη φωνή σου σε τραγούδι.
Γιατί όποιος δεν συμπορεύεται στο πρωινό με το τραγούδι του είναι παιδί του σκοταδιού.

King Biscuit Man
go back