Το Μονοπάτι της Θάλασσας
Η παλιά μου μελαγχολία ήρθε και με ξαναβρήκε. Όποιος δεν έχει νοιώσει ο ίδιος δεν μπορεί να καταλάβει τι είναι μελαγχολία. Πώς να την περιγράψω; νοιώθω μια φρικτή μοναξιά. Μια πλατιά άβυσσος διαρκώς ανάμεσα σε μένα και στη ζωή, τους ανθρώπους της πόλης, τις πλατείες, τα σπίτια και τους δρόμους. Οι άνθρωποι υπάρχουν γύρω μου, ζουν, πουλούν, αγοράζουν, γιορτάζουν για ποιόν; για ποιο λόγο; εγώ φεύγω και τριγυρνώ σε άδειους δρόμους, στις ακτές, βλέπω τη θάλασσα. Όλα σωπαίνουν βυθισμένα σε μία άγρια θλίψη, με κοιτάζουν βουβά και ικετευτικά και κάτι θέλουν να μου πουν κι υποφέρω μαζί τους, καταλαβαίνω τον πόνο τους.

Όπου στο διάβα σας απαντήσετε King Biscuit Man είναι ένα Link που σας οδηγεί στην αρχή
Όσοι αντέξουν.......φυσικά....

| Η Φωτογραφία | | Η Θάλασσα μου | | Η Ανάμνηση | | Η Μνήμη | | Η Θύμιση | | Μιά Φορά και έναν Καιρό |
| Πικρές Ημέρες | | Η Νύχτα | | Η Εικόνα στους Καταρράκτες | | Το Κύμα | | Η Θαλασσινή Ψυχή |
| Η Θύμηση της Θάλασσας | | Η Βασίλισσα των Μάγια | | Το Στερνό Γέλιο |

Notre ?me est un trois-m?ts cherchant son Icarie;
Une voix retentit sue le pont:«Ouvrel'oeil!»
Une voix de la hune, ardente et folle, crie:
«Amour... gloire... bonheur!»Enfer! c'est une ?cueil!

Η Φωτογραφία
Παλιά φωτογραφία
Καθρέπτης
Ίσιος, αλλόκοτος
Ακούραστος με κοιτά
Μελαγχολικά
Η θύμηση πληγώνει
Τον καιρό
Τη σιωπή
Τη μορφή
Ο ίσκιος γέρνει
Σκυφτά ακουμπά
Την καρδιά
Τα όνειρα
Καθρέπτη
Θλίψη γεννάς
Στα άδυτα τα βάθη
Παλιά εικόνα
Μου τραγουδάς
Αγαπημένα λόγια
Βογκάς
Σε κοιτώ
Γυαλί άψυχο
Υλικό θνητό
Πάψε να με κοιτάς
Να σπάσω θέλω
Εσένα
Τη θλίψη
Τη μορφή
Που άφησε
Ο λόγος σου
Σε θυμάμαι
Ακόμη
Χωρίς καθρέπτες

King Biscuit Man

Η Θάλασσα μου
Έχεις ακούσει περί αρωγής του μυαλού σε ταξίδια μακρινά;
Η πρώτη της πρόταση
Έχω ακούσει για ταξίδια αλαργινά με τα μάτια κολλημένα στο κενό!
Απήντησα εγώ ο θαλασσοπόρος

Πολεμάς τη νυχτιά ή την αγρύπνια σου;
Ρώτησε ξανά η θάλασσα μου
Τίποτε δεν πολεμώ, αγναντεύω με μάτια αθώα τη σιωπή
Ψιθύρισα εγώ ο ονειροπόλος

Είμαι η αυθεντική, η μόνη αληθινή θάλασσα!
Είπε μέσα στη νυχτιά, η νησιώτισσα μου
Την αλήθεια προσμένω, απάντησα εγώ, αυτήν καρτερώ
Αλαργινή μου θάλασσα, ποια αγρύπνια  ξύπνια σε κρατά;
Μια νεραντζιά που φύτεψα στην καρδιά
Έγινε κοτζάμ κοπελιά, αυτή είναι η μόνη μου παρηγοριά
Μεγάλωσε, τρανή αλήθεια έγινε μέσα στην μοναξιά

Είμαι η ζωντανή αλήθεια! Είμαι Νεράιδα, είμαι ξωτικό!
Λούζομαι και χτενίζομαι στο Λούρο τον ποταμό
Μόλις φανεί το πρωινό, το φως, εξαφανίζομαι, χάνομαι
Μόλις δω άνθρωπο γίνομαι αερικό, μακριά του πετώ
Πλοίο τρικάταρτο η ψυχή, ζητά την Ικαρία, άρθρωσα γλυκά
Είμαι Ικαριώτισσα, ψέλλισε η θάλασσα μου
Σημεία των καιρών, τα νησιά και η θάλασσα
Μην καις τα μάτια σου! Είσαι τρομοκράτισσα ω! θάλασσα
Θαλασσινή αλμύρα με δέρνει αλύπητα
Αμόλυντη θαλασσινή αύρα με τριγυρνά, νυχτιάτικα
Στους βυθούς μου, στα έρημα ακρογιάλια γράφω τα όνειρα μου
Ποιος έχει τα μάτια για να δει; ποιος μπορεί να ακούσει το κλάμα;
Εσύ; εσύ; που πήρες σύνταξη από τη ζωή! Που χάθηκες στη σιωπή!
Εσύ; εσύ; τι ξέρεις από μπλε; τι γνωρίζεις από βυθούς; από γιαλούς;

Απρόσμενο πείσμα! Σκίρτησε η καρδιά μου! Λόγια θαλασσινά μέσα στην ερημιά
Κοίταξα δειλά τη θαλασσινή μορφή, τη ζωή μου τη μισή
Μια εικόνα παιδική, μια κόρη θαλασσινή, μια νεράιδα ζωντανή
Κόκκινα, μαύρα χρώματα! Ένα απέραντο μπλε
Μάτια μπλε, να κοιτούν το κενό, να γεμίζουν με μπλε τον ουρανό
Ξεκομμένα από το κορμί, στο υπερπέραν να τραβούν, σφικτά την αλήθεια να κρατούν
Μπλε μαγικό, ουράνιο, θαλασσινό, θολό! Μπλε λεύτερο, σεβάσμιο, χλωμό, πικρό!
Βασίλισσα της θάλασσας, νεράιδα μέσα στη σιωπή της να ασφυκτιεί
Ουράνια μητέρα με μεταξωτά φορέματα, γαλάζια, μπλε, κυματιστά
Θαλασσινή  Κόρη! Μικρούλα! Παιδούλα! Νεραιδούλα!
Να μου μιλά θαλασσινά, να με πολεμά με χρώματα, να με χτυπά στην ακτή της
 

Ποσειδώνα! Θεέ της θάλασσας! Ποια είναι αυτή; Που κατοικεί;
Η κόρη που μου τραγουδά; η νεράιδα που με κοιτά;
Μπορώ να την προσκυνώ; μπορώ να την εμπιστευθώ; μπορώ να της τραγουδώ;

Η θάλασσα είναι βαθιά, κρύβει στα σωθικά μια έρημη καρδιά
Σφικτά την κρατά, μακριά από τον κόσμο
Το δάκρυ της είναι πικρό, το βλέμμα της θολό
Μια βασίλισσα των Μάγια, σε ρόλο δεύτερο, μικρό
Περήφανα κοιτά την ομίχλη να σκεπάζει την ουράνια μοναξιά
Καταχνιά καλύπτει τα όνειρα που έπλασε, στα χρόνια τα μικρά
Η αλήθεια σφυροκοπά, το μαχαίρι πονά, ο πόνος, της καιει τα σωθικά
Βρίσκει παρηγοριά σε ακρογιάλια σιωπηλά, στο κύμα που της τραγουδά
Είναι όμορφη, είναι έξυπνη, είναι γλυκιά, είναι θεά! Είναι η θάλασσα σου

Ποσειδώνα! Θεέ της θάλασσας! Τι μου λες;
Η θάλασσα μου είναι γιορτινή! Είναι το όραμα της ζωής! Είναι τα μάτια μου!
Ποιες πίκρες; ποιες μοναξιές; τι είναι αυτά που μου λες;

Είσαι στεριανός, είσαι λύκος μοναχικός!
Είσαι άνθρωπος θνητός, είσαι αγρίμι παλαβό!
Δεν βλέπεις μια καρδιά να κλαίει μέσα στη νυχτιά;
Πως στενάζει κάποιος σιωπηλά; πως πονά;
Κρεβάτι, σκεπάσματα, σκοτάδι, δάκρυα σιωπηλά
Παράθυρα ανοικτά, ένα γυμνό κορμί να παγώνει
Νύχτα, λυκόφως όλη η ζωή, θλίψη σιωπηλή
Αυτοκτονίες, λεωφορεία, πεζών διαβάσεις
Σύννεφα, βροχή, αέρας, τρόμος ο δρόμος
Σύννεφα γκρίζα να σκεπάζουν τη θάλασσα
Κι αυτή να μην νοσταλγεί την ξαστεριά
Βροχή να μαστιγώνει αλύπητα τα κύματά της
Κι αυτή να χαμογελά προσμένοντας τη λευτεριά
Αέρας να λυσσομανά, να ξεριζώνει τα σωθικά, να βάφει κρύα τη ματιά
Κι αυτή να μειδιά, να τραγουδά  το πλοίο που ναυαγεί
Πόνος και ευεργεσία πρέπει να είναι σιωπές
Κραυγάζει η θάλασσα! Συμπόνια δεν επιζητά
Κοίτα τη θάλασσα, κοίτα την ώσπου το μάτι σου
Να χαθεί, να πουληθεί η ματιά σου, στη σιωπή

Ποσειδώνα! Θεέ της θάλασσας! είσαι ένας αρχαίος Θεός!
Δεν πέθανες ακόμη; δεν σκούριασε η τρίαινα σου;
Ακόμη ζουν, επέζησαν οι νεράιδες και τα ξωτικά;
Άγριες θάλασσες ανοίγεις στην καρδιά μου
Νεράιδες στέλνεις να κατοικήσουν στη ματιά μου
Ξωτικά αλήθειας, ξεπουλάς ακριβά στη σκέψη μου
Αθροίζω τα λόγια σου, μέσα στην παγωνιά μου
Φοβάμαι! Τρέμω ω! Ποσειδώνα, μήπως τη θάλασσα μου
Ρημάξει ο καιρός, ο δρόμος ο σιωπηλός, η οργή της ζωής
Έχει ανοχές αλλά ιδέες καταστροφικές
Χτίζω τη θάλασσα στα σωθικά, πελεκώ τα κύματα
Ιωνά φωνή, η θέλησή μου για θαλασσινή ζωή
Κοιτώ τη θάλασσα μου, κοιτώ τη ζωή της μέσα από τα μάτια της
Μάτια μπλε, ζωγραφισμένα στις απόμερες ακρογιαλιές
Πινελιές έρημων ζωγράφων, χρώματα μοναχικών ανθρώπων
Πίνακας να θυμίζει την ανώτερη ψυχή, που στο γαλάζιο κατοικεί
Μαθήματα πιάνου, γλώσσες σαλονιών, γιορτές στις αστικές ακτές
Μεθυσμένες από το κύμα, αλλαξοπίστησαν μέσα στη ερημιά
Ανθίζει ο κήπος με τις νεραντζιές, στη γλάστρα του μπαλκονιού
Ιππόκαμποι, άλογα με σέλα πλαστική, καλπάζουν, τρέχουν
Σε μνήμες αλαργινές που ξεχνούν την καταγωγή, τη γιορτή
Η τιμή παραμένει τιμή, η περηφάνια την κοσμεί
Η θάλασσα μου είναι ταπεινή, μοναχική, μοναδική, μια ανένδοτη σιωπή
Προσκυνά τους πόνους, βουβά αποδέχεται τη μοναξιά
Στη σιωπή χτίζει την καρδιά, που απέλπιδα προσμένει τη φυγή
Μεγάλο ταξίδι, δρόμος στα αστέρια, μονοπάτι δοξαστικό
Εκεί την προσμένει η αιώνια ψυχή, λεύτερη, ζωντανή
Να περιπλανιέται μέσα στην αιώνια αγάπη, να αγαπά
Ανώτερη ψυχή η θάλασσα μου
Για αυτό ελπίζει, για αυτό κατοικεί στη σιωπή
Το αιώνιο κύμα της αγκαλιάζει τη ψυχή μου
Λόγια αγάπης θα γράφω για τη θάλασσα μου

Θάλασσα! Θάλασσα! Της ψυχής μου, άνασσα
Εικονολάτρης για σε γίνομαι, στην πίστη σου την αλμυρή, αφήνομαι
Πάντα θα σε κοιτώ στα μάτια, πάντα θα κοιτώ τα μάτια, τα μακρινά
Θάλασσα! Θάλασσα! Μάτια μου μπλε!
Νεράιδα της καρδιάς μου, σε προσμένω, σε θαυμάζω παντού
Στις ερημιές, στις χαμένες ζωές, στις κερδισμένες αγάπες, στις ουράνιες ψυχές
Πολύχρονη η σιωπή σου, ακούραστη η ματιά σου
Πάντα τα μάτια μου θα τρέχουν, στα κύματά σου, στις ακρογιαλιές σου
Θάλασσα! Θάλασσα! Αιώνια θα σε κοιτώ
Μέσα από κόσμους διαφορετικούς, αιώνιους, άμορφους, αγνούς
Πότισες τους ανθούς της καρδιάς μου με όνειρα χτισμένα πάνω στο κύμα
Ηρέμησες τα παιδικά μου χρόνια με την οξειδωμένη αλμύρα σου
Τραγούδησες στους εφτά θαλασσινούς ουρανούς, την σιωπή μου

King Biscuit Man

Η Ανάμνηση
Κύματα σιωπής, ακρογιαλιά χρυσή
Ο χωμάτινος δρόμος την αγκαλιάζει
Ο μόλος, ακίνητος θωρεί τη μοναξιά
Να πουλά αρμονία στο χρόνο
Αρματωσιές, κουπιά, χρώματα
Χορεύουν σαν θαλασσινά ξωτικά
Πάνω στη μαρμαρωμένη θάλασσα
Γύρω από βάρκες που πάγωσαν
Μέσα στην ανεξίτηλη μνήμη
Κοιμισμένες Νεράιδες, βαρκούλες
Λικνίζονται σαν χορευτές ψυχών
Αγκαλιασμένες από τη μάνα θάλασσα
Νανουρισμένες από γαλάζιες φωνές
Μαγεμένες από τα μπλε μάτια
Μοναξιά και λήθη στους αιώνες
Κατάματα κοιτούν τα μεγαλεία
Χτισμένα σε εικόνες λατρείας
Νοσταλγικά πουλιά, διαβατάρικα
Πετούν γοργά πάνω από στα κύματα
Φτερουγίζοντας σαν στάλες χαράς
Τινάζουν τα μπλε φτερά, δροσίζουν καρδιές
Ανοικτά πορθμεία, του χτες με το σήμερα
Μεταφέρουν πραμάτειες με θαλασσινά όνειρα
Στην άλλη άκρη της σκέψης, που καρτερεί
Το καίκι, που σκίζει τα γαλανά νερά
Γεμάτο με της καρδιάς τον πλούτο
Που τρύγησε από τη θάλασσα της σιωπής

King Biscuit Man

Η Μνήμη
Στη σιωπή αλυκτούν  οι μνήμες
Ποια φωτιά έκρυψε τα μάτια
Που όνειρα έπλαθαν μέσα στη σιωπή
Απομονωμένα από το σώμα
Χτίζανε θάλασσες στο νου
Ποτίζανε τη νεραντζούλα στο μπαλκόνι
Καρτερώντας το θαύμα των ανθών
Να δέσει καρπούς ο ήλιος
Πάνω σε ένα γραφείο
Που κοίταζε μια τζαμαρία

King Biscuit Man

Η Θύμιση
Φυλακή, πέτρα στη πέτρα, μπαλώθηκε η σκέψη
Έκλεισε τα παράθυρα το σκοτάδι, πικρό το γέλιο
Καπνός τυλίγει το δείλι, βούρκωσαν τα όνειρα
Παραπεταμένο στη γωνιά του ουρανού
Κλαίει το φεγγάρι, στύβει τη ζωή του στην κάμαρά του
Απόκληρο, κρεμασμένο από το μπαλκόνι της ειμαρμένης

King Biscuit Man

Μια φορά και έναν καιρό
Ξυπνούν  οι μνήμες, χτυπούν αλύπητα τα κουρασμένα πόδια
Ποιος φύτεψε αλυσίδες; ποιος κούρασε το όνειρο;
Όμηροι των καιρών, δέσμιοι άχαρων ρόλων
Απόκληροι καραβοκύρηδες, ξενύχτηδες θαλασσινοί
Χτίζουμε το θάνατο, επεξεργαζόμαστε τη μοναξιά στη σιωπή
Χτες αγοράζαμε ανεμελιά, ανταλλάσσαμε πέτρες, χώμα
Χτίζαμε απόρθητα κάστρα μέσα σε βάτους που μάτωναν
Πόλεμος, ειρήνη, ρουδάνες, ψαλίδες στον ουρανό, όνειρα
Στις στενές παιδικές αλάνες, που μαζεύαμε ήλιο
Βόμβες πάνω στα κάψαλα, πηδώντας την ισομέρεια
Φύγανε οι ηλικίες, ταξιδεύουν στη πλήξη των ημερών
Απόμεινε μόνο η ανάμνηση, να τρωει τον αγλέουρα
Να ξυπνά τα νιάτα, να σβουρίζει το μύλο
Έβγα ήλιε μου! Έβγα να αλέσουμε το σιτάρι
Τραγουδούσαν τις έρημες μέρες, έπαιζαν
Οι παιδικές αθωότητες στα χωράφια
Καταπατούσαν  τα στάχυα, έκρυβαν τη φτώχεια
Πίσω από ένα χαμόγελο, ένα γέλιο
Ματωμένα γόνατα, κοντά παντελονάκια
Ποταμίσιες χελώνες στη χαβούζα, ψάρια, νερόφιδα
Φόβος και τρόμος; ξεχασμένη η θλίψη!
Φαντάσματα μέσα στη νύχτα, τρύπιες κολοκύθες
Προσκυνητές της αυγής, καράβια μέσα στη μέρα
Αρμάτωναν τη σκέψη με το ψωμοτύρι
Τρικάταρτα καράβια, περήφανα σάλπιζαν τη βοή
Αλήτικα σκυλάκια, κουρνιασμένα στη γωνιά του δρόμου
Μάτια αθώα, καταλάβαιναν τα βήματα τα αλαργινά
Τρέξιμο, πηδήματα, αγώνες στη λάσπη μέσα στη βροχή
Πουλούσαν ολυμπιάδες στο γείτονα με το ραβδί
Να μαλακώσει η σκέψη, να πήξει η κακία
Σεργιάνι στην άσφαλτο, να σκοτωθεί το χώμα
Μια Κυριακή, πέντε δραχμές, βασιλιάδες
Παγώνι το ανάστημα, χωνάκι παγωτό
Παιδικές πατημασιές στην άμμο, μικρά χωριά
Παίζουν, κολυμπούν στο ρηχό πάτο
Κανείς δεν δακρύζει, μόνο ιαχές θαλασσινές
Ξεχασμένα τα σώματα στα ρηχά νερά
Διαλαλούσαν τον ήλιο, πότιζαν με αλμύρα το κορμί
Πανηγύρι η θάλασσα, αγοράζανε τις ακρογιαλιές
Χαμηλοτάβανες κατούνες, χαμένες μέσα στα δέντρα
Κορόιδευαν τον ουρανό, περιγελούσαν ολόκληρη τη χώρα
Ψωμιά, ο γάιδαρος να βαρυγκωμά τη ζέστη που τον κυνηγά
Γκαζολίνα, πόδια, μασιά, φωτογραφία καμιά
Φεύγει η θύμηση, τρέχει μακριά, τρέχει μέσα στα πρωινά
Έφευγαν τα καλοκαίρια για το χωμάτινο δρόμο
Ήθελαν να βρουν το χειμώνα, που ερχόταν από μακριά
Έπαιρναν μαζί τους τη ζωή της θάλασσας
Αραμπάδες, νοικοκυριά στο δρόμο της σκόνης
Σχολειά, ποδιά μπλε,  μεγάλη αυλή, απορίες
Ο Προμηθέας πάντα σιμά
Επαναστάτες, μικρά παιδιά επιζητούσαν το δίκιο
Χτίζανε αρχές, ηθικές και η αλήθεια πάντα εκεί
Ευγένεια, πληθυντικός αριθμός στην τρύπα
Να σπάνε τους πάγους τα κρύα πόδια
Να κοιτούν το χιονιά, γεμισμένες γαλότσες από χιόνι
Γυμνά πόδια να κάθονται στη σκάλα
Να περιγελούν το κρύο, περιμένοντας τη ζεστασιά
Αγνοώντας τα τριφασικά ρεύματα, έπαιζαν
Τρυπούσαν  με βέλη τα γυμνά πόδια
Τι είναι το πενηντάρικο; τσολάκι; πονηριά!
Σκουπίδια, λάσπες, λέσια, χαλασμένο ράδιο
Πήραν δρόμο οι αναμνήσεις στα μάτια
Πότε θα πάρουν δρόμο τα πόδια;
Καρφωμένα στο μονοπάτι το χτεσινό, βαρέθηκα
Ταξίδι μακρινό, που πήγες; με εγκατέλειψες;
Το μεγάλο ταξίδι θα γίνει, θα λυθούν τα πόδια
Θα τρέχουν ακούραστα, ασταμάτητα μια ημέρα
Το ξέρω! Μεγάλο ταξίδι δεν θα  περιμένεις, πολύ
Γεννήθηκα ταξιδευτής  και πάντα αφήνω πίσω μου
Τις στενές φυλακές μου, τις κλειστές σκέψεις

King Biscuit Man
 

Πικρές Ημέρες
Είναι κάποιες ημέρες  που αργοπορούν, αδυσώπητα χτυπούν, πεισμώνουν
Ίσιες, ορθές, αλλόκοτες στέκονται μπροστά στα όνειρα, στα άδολα μάτια
Σαν ύφαλοι στη θάλασσα, ύπουλα, επικίνδυνα την έρημη καρδιά  σιμώνουν
Παράξενα κοιτούν, αλαλάζουν, διαλαλούν, πωλούν  της πίκρας την πραμάτεια

Μένει ο κόσμος να θωρεί, ακίνητος, στοιβαγμένος μέσα στις άοκνες ώρες
Τον αλλοτριωμένο χρόνο που διαφεντεύει την ισορροπία στη ζυγαριά
Βαριά τα τάσια, σφύζουν από μνήμες, σκέψεις, του χρόνου τις παρακόρες
Ζυγίζονται η πίκρα και η χαρά αλλά μένει στη σκέψη η θλίψη η βαριά
 

Μέρες αργές, μέρες πικρές, θεριά ανήμερα παλεύουν στα μαρμαρένια αλώνια
Κονταρομαχίες, σπαθιά να θερίζουν ανάσες, υγρό πυρ να καίει τα σωθικά
Χώμα να ματώνει, ουρανός μουγκός, σκέψη και καρδιά μία διχόνοια, αιώνια
Νεκρό πέφτει το γέλιο, η χαρά, η καρδιά, γονατίζουν - αποκεφαλίζονται τα ηθικά

Όσοι σώνονται, επιζούν από τα χέρια του φονιά, απάγκιο βρίσκουν στην ερημιά
Επουλώνουν τις πληγές, θρέφουν ήλιους, χτίζουν καρδιά, βγάζουν αετού φτερά
Μένουν μακριά από το χρόνο τον καιροσκόπο, μην πάθουν την μεγάλη ζημιά
Κρύβονται  έως ιαθούν οι πληγές, απαλειφθούν από τη σκέψη τα λόγια, τα καυτερά

King Biscuit Man

Η Νύχτα
Χτύπησα νύχτα την καρδιά σου, τη σιωπή να σπάσει
Αυτή περήφανα αναδιπλώθηκε πάνω σε ουράνιους καθρέπτες
Ορμή ξέφυγε, όταν αντίκρισε το είδωλο
Τριγυρνά σαν σταυροφόρος, επαίτης μαρμαρωμένων ονείρων
Που πας καρδιά; η νύχτα δεν έφυγε! Μέσα σου κατοικεί
Κοίτα την ανταρσία που επιδιώκει η ομορφιά
Στριμωγμένη σε γκαζάδικα, στο πέλαγος της μοίρας
Αντάρτη των μπαλκονιών, πούλα το ναυάγιο
Σπάσε τη τζαμαρία που κλειδαμπαρώνει τη μοναξιά
Σε κάμαρες γραφείων πίσω από πόρτες γονιών
Όμορφη η απουσία, πανέμορφος ο στοχασμός
Απουσιάζει ο φάρος από τα σκοτάδια της θέλησης
Εκμαυλισμένοι καραβοκύρηδες σε ξεχασμένα ποταμόπλοια
Την ενδελέχεια του ποταμού μας έμεινε να θαυμάζουμε
Χάραξε θαλασσινή πορεία, καρδιά μου
Θάλασσα μας περιμένει στο τέλος της ζωής
Θρέψε το όνειρο, θέρισε τη θάλασσα
Μην περιμένεις η απουσία σκοτώνει

King Biscuit Man

Η Εικόνα στους Καταρράκτες
Ναι! Είναι η εικόνα
Περήφανη, αξιόπιστη, πλυμένη στους καταρράχτες
Αν τα όνειρα πίστευα θα χανόμουν στους αέρηδες τους μοχθηρούς
Μένει η μορφή και τα μάτια να με κοιτούν
Μένει η φωνή να χτυπά την καρδιά
Δεν ξέχασα το ροδόσταμα της ματιάς
Δεν λησμόνησα την πικραμένη φωνή
Αναστεναγμός στην ανατολή της πίκρας
Απόμεινα ολομόναχος να αποκρυπτογραφώ
Σήματα, ψήγματα καρδιακά
Δρόμους πειρατικούς στα πέλαγα
Να χαράσσουν την αλήθεια που καταδυναστεύει
Τις ορμές που τρέχουν στα βάθη της θάλασσας
Σκίσω τα βιβλία σου, κραυγάζω
Άμμος, σκόνη, άνθρωπος
Γιγάντισσα νουβέλα, νόμε αρχαίε
Τρέχα! Σβήσε τις στράτες του μυαλού
Είναι ψέμα! Άδικο!
Να προχωράς μέσα στο δειλινό που ματώνει
Δείξε πίστη στον ουρανό
Πίστεψε το θαλασσινό αγέρι
Είναι αλήθεια! Είναι ζωντανό!
Μην μιλάς! Μην μιλάς!
Όλα ζουν στη σιωπή
Είσαι καλά; καλά να είσαι

King Biscuit Man

Το Κύμα
Αφουγκράζομαι
Σιωπώ, εμπρός στο κύμα
Το ιερό θεριό της θάλασσας
Που στροβιλίζει εμπρός στα μάτια μου
Τις χαμένες ψυχές
Τα στοιβαγμένα στις κορφές του
Πεθαμένα όνειρα
Αγκαλιάζει με δέος τις ακτές
Φιλά  τη μάνα γη
Που ατάραχη υπομένει
Την αγρύπνια του
Τη θαλασσινή αλμύρα

Ιερό θαλασσινό τέρας
Κύμα
Ιέρεια της θάλασσας
Ταξίδεψε με
Στης σιωπής τη θάλασσα
Στης μοναξιάς τη θάλασσα
Με πνίγει τούτη η γη
Με θλίβει το χώμα που πατώ

King Biscuit Man

Η Θαλασσινή Ψυχή
Παρασάγγες  απέχουν τα βλέμματα
Αλυχτούν οι μνήμες
Σκορπισμένες στους ουράνιους θόλους
Μένος απύθμενο
Χρωματισμένο από την κακία
Στύβει το δάκρυ
Τρίζει η καρδιά
 

Φλογισμένη καρδιά
Κράτα το τάμα σου
Προσήλωσε τα μάτια
Χτίσε τη γενναιότητα
Στον ουράνιο θόλο
Του αβυσσώδες απείρου
Όπου πλανιέται
Η λεύτερη ψυχή
Που αγναντεύει
Από τα ατέρμονα ουράνια
Την ελπίδα

Ματωμένη καρδιά
Κοίτα το πρωινό
Τα θαλασσινά μάτια
Την αμόλυντη αύρα
Ελπιδοφόρα μαντάτα
Τρεμοπαίζουν πάνω στα βλέφαρα
Όταν ανοίγουν, ο κόσμος όλος
Όταν κλείνουν, πέφτει
Το απομεσήμερο δειλά
Μαρτυρώντας στη σιγαλιά
Την πίστη για ζωή

Μια πίστη
Μια ελπίδα για ζωή
Ψυχή! Εσύ ο σατράπης
Μαζεύεις τις ελπίδες
Ψυχή! Εσύ ο βαστάζος
Κρατάς τα όνειρα σφικτά

King Biscuit Man

Η Θύμηση της Θάλασσας

Θύμηση!
Ένα πέλαγος, μια θάλασσα
Γιγάντια κύματα ορθώνονται στα μάτια της ψυχής
Στροβιλίζουν τα όνειρα
Δίνες που πνίγουν την καρδιά
Στα απύθμενα βάθη της θάλασσας
Εκεί που το σκοτάδι καλύπτει
Τα μπλε μάτια
Που άστραφταν
Που χαμογελούσαν
Που περιγελούσαν
Τις συμπληγάδες πέτρες της πίκρας
Τις Σειρήνες που τραγουδούσαν τη θλίψη
Σφιχταγκάλιαζαν μια καρδιά
Τα μπλε μάτια
Που ρουφούσε το νέκταρ
Απάνθισμα των λόγων
Αυθεντικότητας και αλήθειας
Κλείνανε τα βλέφαρα
Ήρεμα, γλυκά
Όταν η θύελλα μαινόταν
Όταν σφύριζε μανιασμένα ο χιονιάς
Τις νύχτες που η σιωπή
Θέριζε ανάσες
Τις μέρες που ο ήλιος αλλαξοπιστούσε

Θάλασσα!
Της ψυχής μου άνασσα
Εσένα προσκυνώ, εσένα παρακαλώ
Στο πέλαγος σου ναυαγός
Στο κύμα σου ποντοπόρος ταξιδιώτης
Στο βυθό σου στροβιλίζεται
Η λεύτερη ψυχή μου
Εσένα τιμώ, εσένα παρακαλώ
Δώσε μου πίσω
Τα μπλε μάτια

King Biscuit Man
 

Η Βασίλισσα των Μάγια

Αγναντεύει το κενό η ματιά
Ταξίδι στα άπατα του απείρου
Ταμένη στους καταρράχτες η σκέψη
Μια εικόνα ξεπλυμένη, καθάρια, ζωντανή
Στέκεται βασιλικά απέναντι στην καρδιά
Μπρούτζος το πρόσωπο
Περήφανα σηκωμένη η μύτη
Βασίλισσα ξεχασμένη, ζει στα νερά
Όρθια να αγναντεύει
Τη ψυχή που στο πέλαγος χάθηκε
Βασίλισσα των Μάγια
Ντυμένη στη σιωπή
Αφημένη στα κύματα της θάλασσας
Αναπολεί γλυκά
Το ξεχασμένο θαλασσινό απομεσήμερο
Που ο ήλιος πότιζε τις σάρκες της
Γέμιζε την καρδιά
Με ειμαρμένες αλήθειες
Ταξιδιάρικα πουλιά από τους χρόνους
Που χτίσανε ψυχές αβεβήλωτες
Στα αστέρια που φώτιζαν
Τη νύχτα που πείσμωνε και αργοπορούσε
Μακριά να φύγει
Αναπολεί με ζέση
Τη ζωή που κρύβει βαθιά μέσα της
Μια ψυχή που λεύτερη κατοικεί
Στα μάτια, στη σιωπή, στο σκοτάδι
Υπομονή και λαίλαπα
Ματώνει τα μαχαίρια
Που ξεσκίζουν τα πανιά
Της περηφάνιας που κατοικεί
Στα φτερά του αετού
Που κουρνιάζει στα απόρθητα βουνά
Της αναγέννησης
Βασίλισσα θαλασσινή, βασίλισσα των Μάγια
Η σιωπή σου γεννά τη λάβα
Που κατρακυλά στα σωθικά
Μιας ψυχής που καρτερεί
Ένα ταξίδι στα κύματα του πόθου
Ζωή ή θάνατος τίποτα δεν κουράζει
Τον πόθο για άγγιγμα
Ενός χεριού, μιας ματιάς
Που θα ελευθερώσει την αγάπη
Θα τραγουδήσει το αγνό τραγούδι
Στα αυτιά του ανθρώπου
Τραγούδι που εξυμνεί και τιμά
Την άδολη ματιά, την περηφάνια
Η ψυχή δεν ποτίζει με ηδονή
Τη σάρκα, την καρδιά
Θέλει να δώσει παρηγοριά
Στα μάτια που καίνε
Φως στα σκοτάδια
Της λευτεριάς, της χαράς
Δεν πεθαίνει η εικόνα με τους καταρράχτες
Δε σβήνει το μπρούντζινο πρόσωπο
Της βασίλισσας  που λούζεται
Στο νερό της περηφάνιας
Ω! βασίλισσα των Μάγια
Κάποτε θα σας απαντήσω
Στους καταρράχτες
Ταπεινά θα φιλήσω το χώμα που πατάς
Μη τολμώντας τα μάτια σου να κοιτάξω
Δε θέλω να μιάνω την ομορφιά
Θα κοιτώ τα ίχνη σου
Δάκρυα στοργής θα τρέχουν
Από τα άδολα μάτια μου
Μπροστά από τα βήματά σου
Για σένα, για σένα
Ω! βασίλισσα, ταπεινή βασίλισσα
Όταν με αγκαλιάζει σφικτά η σιωπή
Όταν με δένει με τη ψυχή, η μοναξιά
Στους καταρράχτες τρέχει πάντα
Η ματιά, η δόλια καρδιά
Τη συμπόνια δεν επιζητά
Μια ευχή κραυγάζει με δυνατή φωνή
Να πάρεις από τη ζωή
Ότι η ψυχή σου επιζητεί

King Biscuit Man

Το Στερνό Γέλιο

Γέλιο μου, στερνό μου γέλιο, που να σε κρύψω;
Στο πρόσωπό μου; Στην καρδιά μου;
Η θλίψη με ξέβρασε στην αγκαλιά της μοναξιάς
Εκεί που παγώνει η μέρα, εκεί που αλυχτούν οι νύχτες
Γέλιο μου, στερνό μου γέλιο, που να σε κρύψω;
Στα μάτια μου; Στη ψυχή μου;
Καίνε τα μάτια, ματώνει η μοναξιά
Το στερνό μου γέλιο στολίζει την καρδιά
Είμαι ακόμη ζωντανός.....είμαι επικίνδυνος

King Biscuit Man
 
 

King Biscuit Man
go back