Η ΟΥΤΟΠΙΣΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΟΥ ΙΑΜΒΟΥΛΟΥ
από το βιβλίο του Παναγή Λεκατσά
Η ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ
(η κοινοχτημονική επανάσταση των δούλων και προλετάριων της Μικρασίας )
(133 - 128 π.Χ)
              Είταν αλήθεια τόση η γοητεία που ασκούσε στα πνεύματα τα καταπονημένα από   την   κοινωνική  αθλιότητα  των  χρόνων της παρακμής,  που η ουτοπία  της Πολιτείας του Ήλιου πιστεύτηκε έναν καιρό σαν πραγματικότητα και σαν τέτοια πέρασε στην περιγραφή των διαφόρων χωρών που προοιμιάζει την ιστορία του Διοδώρου. Σκηνοθετημένη με μια παράξενη  περιπέτεια  ανάγεται  τυπικά  στη φιλολογία των φανταστικών περιπλανήσεων στις χώρες των παραδόξων, που ανοίγει η μακεδονική κατάκτηση της  Ασίας και που  με τόσο κέφι ο  Λουκιανός  στην Αληθινή Ιστορία του σατιρίζει.
              Ωστόσο,  μέσα από τη  πολύχρωμη   μυθιστορηματική   σκηνοθεσία,      καθαρά διαγράφονται  η πολιτική της πρόθεση και  το κοινωνικό περιεχόμενο της.  Ο δημιουργός της Ιαμβούλος  και κάποιος σύντροφος του πιάστηκαν ενώ ταξίδευαν στην αρωματοφόρο Αραβία  από  Αιθίοπες  και  οι  Αιθίοπες  τους  έφεραν  στη χώρα τους σύμφωνα με μιαν αρχαία ιερατική συνήθεια σαν εξιλαστήρια θύματά τους. Τους έβαλαν σ’ ένα καράβι μικρό, τους εφοδίασαν μ’ έξι μηνών τροφή και τους είπαν πως,  αρμενίζοντας όλο κατά τον νότο, θα συναντήσουν ένα  εξαίσιο νησί, όπου θα ζήσουν πια μακάρια ζωή, οι πιο ευτυχισμένοι απ’ όλους τους ανθρώπους.
             Αν  δώσουν  οι  θεοί και  φτάσουν κάποτε σ’  εκείνο το νησί,  θα είναι  συνάμα  και αλησμόνητοι  ευεργέτες  των  Αιθιόπων,   γιατί,   σύμφωνα  με  τον  αρχαίο  χρησμό  που καθιέρωνε την παράξενη τούτη συνήθεια τους, θα χαίρονται εξακόσια χρόνια αδιατάρακτη ειρήνη. Αν όμως φοβηθούν το μάκρος και τον κίνδυνο, αν τύχει και αλλαξοπλωρίσουν και γυρίσουν,  τότε αλίμονο τους,   σαν δειλοί,   σαν κακούργοι,   σαν  ολετήρες  ενός  έθνους ολάκερου,  μέσα  σ’  ανήκουστα  βασανιστήρια  θα πεθάνουν.   Μια μεγάλη πανήγυρη με λαμπρές   θυσίες  τελέστηκε  για  το  καλό  στ’   ακρογιάλι  και  οι  δυο  άτυχοι  σύντροφοι ανοίχτηκαν στο ατέρμονο πέλαγος με το αλαφρό τους καράβι.  Είχανε να  παλέψουνε με την  κάθετη  φλόγα  του  ήλιου  των τροπικών,   με τα  αποτρόπαια τέρατα των άγνωστων ωκεανών και με τη λύσσα των ελεύθερων,  πάνω στ’ απέραντα εκείνα πλάτη των νερών, ανέμων.
            Γι’  αυτό και οι ντόπιοι δε συνέριζαν για την τιμή και τα ωφελήματα του εξιλαστήριου ταξιδιού,   μα τα φύλαγαν  για  τους  ξένους.  Και  δεν  είναι ψέμα πως οι ξένοι κινδύνεψαν πολύ,  πως  πολλές  φορές  είδαν  το  χάρο  με  τα  μάτια  τους  και μάλιστα στις φοβερές εκείνες   νύκτες  της  τρικυμίας  που  η  πλάση  φαίνεται  χωρίς  θεμέλια,   αλλά οι   θεοί δε θέλησαν τον  ανωφέλευτο χαμό τους.   Ύστερα  από  τέσσερις μήνες περιπλάνηση πάνω στα κύματα, οι δυο ακούσιοι θαλασσοπόροι φθάσανε στον πανευδαίνονα εκείνο λαό που τους είπανε και που κατοικούσε,   λέει,  σ’  εφτά  μεγάλα  νησιά,  όχι μικρότερο από πέντε χιλιάδες στάδια το καθένα. Η εποχή πραγματικά των μικροσκοπικών ουτοπικών πόλεων του Φαλέα,  του Ιπποδάμου  και του  Πλάτωνα,  έχει διαβεί,  τα  σύνορα των νέων κρατών, που ολοένα απλώνονται, ανοίγουν και την πολιτική σκέψη σ΄ ολοένα πλατύτερο κύκλο. Η Πολιτεία του Ήλιου, όπως λένε την αφιερωμένη στον Ήλιο  εφτάνηση τούτη πολιτεία,  είναι στ’ αλήθεια τρισευτυχισμένη. Οι κάτοικοι των τόπων αυτών, μια γλυκιά και ωραία φυλή, σε λιγοστά μόνο μοιάζουν με τους άλλους ανθρώπους.  Είναι ως τέσσερις  πήχεις ψηλοί, το κορμί  τους χαίρεται μια θαυμαστή λυγεράδα,  λες  και τα κόκαλά τους είναι σαν τη σάρκα ευκολολύγιστα,  ζούνε  πάνω  από τα εκατό,  ποτέ τους δεν   αρρωσταίνουν,  η ακοή τους πιάνει   και  τον  πιο  μακρινό  ήχο  και  με  μια  ξεχωριστή  ικανότητα   της   γλώσσας τους μπορούν  να  μιλούν ταυτόχρονα  σε  δυο.  Το κλίμα  τους  έτσι όπως βρίσκονται κατά τον Ισημερινό, διατηρεί μιαν εξαίρετη ευκρασία και ούτε του ήλιου η καλοκαιριάτικη λαύρα τους ταλαιπωρεί, ούτε το χειμωνιάτικο  κρύο. Σ’ αναλλοίωτη ισημερία το τόξο του ήλιου χωρίζει ισόμετρα  τις μέρες  και τις νύκτες,   ένα αιώνιο  φθινόπωρο  βασιλεύει  στα εξαίσια  εκείνα νησιά κι ολάκερο το  χρόνο η γη αναδίνει  αυτοφύτρωτα  τα πλούσια της δώρα.   Μέσα  σε τέτοια αφθονία καρπών και σε  κλίμα  τόσο γλυκό,   οι  άνθρωποι εκεί,   που εξάλλου δεν ξέρουν  από πολέμους κι επιδρομές,  δε ζούνε μέσα σε κάστρα και πολιτείες,  ελεύθεροι στους  απλόχωρους  κάμπους  και στα λειβάδια τους,   ζουν αναπόσπαστοι από τη φύση και την αγνότητα τους.  Αλλά το  πιο  χαρακτηριστικό της  πολιτείας αυτής,  είναι πως με τη σύμμετρη κατανομή της απαραίτητης δουλειάς,  η σκλαβιά  της  είναι ολότελα άχρηστη και συνακόλουθα  -  πράγμα πρωτάκουστο -  δεν έχει δούλους.
             Αυτό  θα πεί δημοκρατία κι όχι εκείνη της Αθήνας η περιλάλητη με τις αναρίθμητες χιλιάδες δούλους.  Αλλά κ’ οι κάθε λογής άλλες ανισότητες δεν έχουν εκεί πέρα θέση. Οι άνθρωποι   της  χώρας του   ήλιου ζουν  ολότελα ίσοι,   χωρίς τάξεις,   χωρίς   κοινωνικές διακρίσεις και προπαντός  χωρίς αυτό που προκαλεί τις ανισότητες, χωρίς την ιδιοκτησία. Η ισότητα   έτσι  και  η  λευτεριά  είναι  συνυφασμένα  με το βίο τους  όσο κι ο αγέρας που αναπνέουν με την ύπαρξη τους.   Κι όχι  να πεις  πως  είναι  ασύνταχτοι,   πως ο καθένας πολιτεύεται του κεφαλιού του.  Υπάρχουν κ’ εκεί συνήθειες και νόμοι,  που δεν είναι όμως χαραγμένοι σε σανίδες και μαρμάρινα  κατεβατά, αλλά στο βάθος της συνείδησης, νόμοι που συγκροτούν από μόνοι τους  το κράτος τους, που συναρμόζουν την ολότητα σε τάξη και    σύστημα  και που ρυθμίζουν  εναρμόνια τη ζωή τους.   Οι κάτοικοι κάθε νησιού είναι οργανωμένοι σε φυλές   από τετρακόσια  η   κάθε μια  άτομα  συνδεδεμένα  με συγγένεια ορισμένου βαθμού  και μ’  έναν αρχηγό,  το γεροντότερο κάθε φορά,  επικεφαλής τους. Ο αρχηγός   όμως   αυτός   κανένα   περισσότερο   από   τους  άλλους   δικαίωμα και καμιά ουσιαστική  εξουσία   δε   διαθέτει,   ο μόνος   του προορισμός είναι  να καθοδηγεί και να εποπτεύει.   Η γη από την άλλη δεν ανήκει σε κανέναν εκεί,  δεν τη χωρίζουνε τα μισημένα ορόσημα κι ο,τι αναδίνει από τα σπλάχνα της ανήκει σ’ όλους.  Όλοι το ίδιο αναλαβαίνουν διαδοχικά  και  τις  δημόσιες  υπηρεσίες  και την κοινωνική,  όπου χρειάζεται, εργασία, και κυκλικά   αναλαβαίνουν   έτσι τα   λογής   υπηρεσιακά   δημόσια αξιώματα, εξόν από τους γέρους που έχουν το προνόμιο να είναι απαλλαγμένοι. Άρματα και στρατοί δεν υπάρχουν ανάμεσά τους   και δύσκολα θα   μπορούσε κανείς να δώσει τους ανθρώπους αυτούς να καταλάβουν   τι σημαίνουν,   γιατί   κανείς   εξωτερικός   εχθρός   δεν   επιβουλεύεται   την ευδαιμονία   τους,   ούτε κανείς θα στοχαστεί ποτέ  ν’  αλλάξει την κοινωνική τους τάξη.   Η φιλοχρηματία,   η   φιλαρχία,   η   επιβουλή   και  το   έγκλημα είναι  άγνωστα ανάμεσα στα ευτυχισμένα εκείνα   τέκνα της ισότητας και της φύσης.  Γιατί δεν υπάρχει χρήμα ούτε αρχή ούτε διάκριση για να χρειαστεί το έγκλημα,   την επιβουλή  και την αδικία.   Κανείς  από την άλλη δεν αναγκάζεται  να τηρήσει το νόμο,   γιατί ο νόμος εκεί δεν είναι το νομιμοποιημένο δίκιο  του  ισχυροτέρου,  δεν είναι καταναγκασμός  και  τύραννος,  αλλά  συνήθεια εθιμική, όρος πρωταρχικός της ευδαιμονίας τους κ’ έτσι ορμέμφυτη ανάγκη.
               Όσο για τους οικογενειακούς δεσμούς, οι γυναίκες είναι στην Πολιτεία του Ήλιου κοινές και κοινά τα παιδιά που γενούνε, οι παραμάνες μάλιστα τα συναλλάζουν στα χέρια τους, έτσι που οι μητέρες να μην ξέρουν τα παιδιά τους. Σαν μεγαλώσουν βλέπουν όλους τους  μεγαλύτερους  σαν  πατέρες τους,  όλες τις γυναίκες σαν μάνες τους και όλους τους συνομήλικους τους σαν αδελφούς τους.   Μέσα στον απλό και φυσικό τούτο βίο η εθιμική επιβολή  του  ευεργέτη  νόμου εισχωρεί παντού,  παρεμβαίνει στο καθετί, ρυθμίζει ως την τελευταία   λεπτομέρεια    τη ζωή  και  διατηρεί αδιασάλευτη   την  κοινωνική αρμονία. Όταν φτάσει κανείς σ’ ορισμένο χρονικό όριο  ( τα εκατό πενήντα για τους μακρόβιους αυτούς ) πρέπει   ν’   αφήνει  τη  θέση  του  στα  χρησιμότερα  χρόνια,  ξαπλώνεται  σ’  ένα στρώμα καμωμένο από κάποιο θανατηφόρο   φυτό και παραδίνεται σ’ έναν γλυκό ύπνο απ’ όπου δεν ξαναξυπνάει.    Όλα ανάμεσά τους έχουν υποταχθεί σε τάξη και σύστημα, με το νόημα πως, όσο πιο πειθαρχημένη    είναι η κοινωνική ζωή,   τόσο εδραιότερη είναι η ισότητα και τόσο    ουσιαστικότερη    η ατομική   ελευθερία.  Ακόμα και η δίαιτα είναι καθορισμένη. Και όπως ο νόμος ορίζει ποιος πρέπει να φύγει από την ζωή, έτσι ορίζει και ποιος πρέπει να μπεί  :    τα βρέφη που   δεν αντέχουν   σε  μια πατροπαράδοτη   δοκιμασία, τα πετούν σα λιγόζωα   κι    ανίκανα   ν’   αποκτήσουν   μια μέρα   λογίσιμο    ψυχικό   σθένος,  ενώ μια ανυπέρβατη    από την άλλη    συνήθεια   καταδικάζει   στον   ευεργετικό  κάθε ανάπηρο ή διεστραμμένο   σώμα.   Όσο   για τους  ταραξίες, αν υπήρχανε, δεν θα τους ανεχόνταν, θα τους έβαζανσ’ ένα   καράβι και θα τους παρέδιδαν στα κύματα να τους απομακρύνουν.
           Για τον Ιαμβούλο τουλάχιστον και το σύντροφο του είναι τούτο εξακριβωμένο. Πάνω στα εφτά χρόνια τους   έβαλαν σ  ’ ένα καράβι και τους έδιωξαν από την πολιτεία τους σαν κακούργους και επίβουλους,   σαν ανθρώπους που δεν μπορούσαν να ξεριζώσουν από την ψυχή τους τις   κακές συνήθειες του πολιτισμένου κόσμου.  Ταξίδευαν πάλι πάνω από τέσσερις   μήνες,   ώσπου   ξεβράστηκαν   σε κάτι   αμμουδερές   της  Ινδικής   ερημιές. Ο σύντροφος του   παρασύρθηκε από τα ρεύματα και πνίγηκε, μα ο Ιαμβούλος επέζησε για να   φέρει   στον κόσμο το μυστικό της θαυμαστής πολιτείας.   Τον οδήγησαν στο βασιλιά, που κατά σύμπτωση ήταν φιλέλληνας κ’ είχε ξεσκολίσει τους έλληνες σοφούς και ποιητές κι   ο   βασιλιάς   τον δέχτηκε με μεγάλες   τιμές και παράτες.   Από εκεί   πέρασε την Ασία ολάκερη και κατάφερε τέλος να ξαναπατήσει την Ελλάδα.

King Biscuit Man