Σας ψάχνω στη σιωπή, όταν αυτή με κυβερνά ....αλλά εσείς δεν αποκρίνεσθε
διότι λησμονείτε τον "λόγον" που τραγουδά τις ερινύες σας
Σας ψάχνω στον ήλιο, όταν κυβερνά τον κόσμο......αλλά δεν σας απαντώ στον κόσμο μου
διότι εσείς δεν ζείτε πάνω στη θάλασσα

Λευτεριά! Λευτεριά! Καλή  μου Νεράιδα
Σε πουλούν σε διαδηλώσεις, Σε εξωθούν σε συγκεντρώσεις
Σε τραβούν σε οργανώσεις, Σε θάβουν σε αμφιθέατρα
Λευτεριά! Λευτεριά! Αδίστακτη μου μοναξιά
Μαζί θα σπάσουμε και θα φωτίσουμε όλες τις σκιές του εαυτού μου
Λευτεριά! Λευτεριά της ψυχής, τραγούδα στους τέσσερις ορίζοντες
Την ταπεινότητα
Ίσως κάποτε τα μπουρζουαδικά νεφελώματα..ακούσουν την ηχώ σου
King Biscuit Man

Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Ως συνήθως, κατηφορίζω πολλές φορές στο ακρογιάλι της σιωπής
Και επισκέπτομαι την αμμουδιά του
Μια απέραντη αμμουδιά που εμφανίζεται κατά την διάρκεια της άμπωτης
Εκεί περπάτησα σκεπτόμενος επί ώρες, ψάχνοντας  τις ερινύες μου
Κουράστηκα, απελπίστηκα, έσκυψα, και πάνω στην άμμο
Για τον άνθρωπο έγραψα όσα είχα στη σκέψη μου
Όσα είχα στην καρδιά μου
Η χαρά αντηχούσε στη σιωπηλή ακρογιαλιά
Νόμιζα ότι το κύμα της θα διαβάσει αυτά που έγραψα
Και στην ακρογιαλιά του, στην ακρογιαλιά που ζει
Εκεί θα τα αποθέσει, εκεί θα τα διαλαλήσει
Εκεί θα τα τραγουδήσει
Διαρρηγνύοντας  με τραγούδια τη ζωή μου, εκεί παρέμεινα
Αναμένοντας τον ήχο των κυμάτων του
Δεν φοβόμουν την άγρια θάλασσα του
Δεν φοβόμουν την γαληνεμένη θάλασσα του
Απλά περίμενα ατάραχος και με υπομονή μεγάλη
Από μακριά να δω την παντιέρα
Την παντιέρα του μικρού εαυτού του
Συμφιλιωμένη με αυτή του τερατώδη εαυτού του
Να θαυμάσω πια είναι τα χρώματα της
Να δω αν πέταξε στης θάλασσας τα βάθη
Το «εγώ», που τον στέλνει στα ουράνια
Να δω το δάκρυ του να ποτίζει τους κήπους της ζωής

Η νύχτα είχε απλώσει το πέπλο της
Σκοτείνιασε το ακρογιάλι μου
¶φησα το ακρογιάλι της σιωπής
Και για το βουνό, πορεία χάραξα
Στο βουνό που ήταν η κατοικία
Των φόβων της νύχτας και της μοναξιάς της ζωής
Περπάταγα γεμάτος χαρά
Δεν φοβόμουν τις απειλές της νύχτας ούτε και τις φοβέρες της μοναξιάς
Γιατί η πίστη μου στον άνθρωπο
Σκότωνε όλες μου τις καταιγίδες, ζωντάνευε τα νεκρά όνειρα μου
Εκεί ξενύχτησα, περιμένοντας το πρωί
Περιμένοντας την χαραυγή, το φως του ήλιου
Για να ξαναβρώ τον δρόμο μου

Ξαναγύρισα λοιπόν στο ίδιο ακρογιάλι
Σκεπτόμενος κάτι να συμπληρώσω
Σε αυτά που για τον άνθρωπο είχα γράψει την προηγούμενη ημέρα
Περιμένοντας τα σινιάλα του να δω
Αλλά με έκπληξη διαπίστωσα
Ότι είχε παλίρροια
Και όλα αυτά που στην άμμο, για τον άνθρωπο, έγραψα
Θάλασσα τα είχε σκεπάσει

Ψηλά το κεφάλι μου σήκωσα
Και την απέραντη θάλασσα, στα μάτια κοίταξα
Κατάλαβα ότι μέσα της κρύβει
Όλες τις ψυχές του ανθρώπου
Ξέρει  μυστικά, αλλά ποτέ της δεν τα διαλαλεί
¶πλωσα πάνω της την αγκαλιά μου
Κι αγκάλιασα σφικτά τον πόνο, την αγάπη
Επιτέλους! Βρήκα την απέραντη – χαμένη αδελφή μου

Κρεμασμένος από τη στοργή της, περίμενα
Και αυτή λόγια γεμάτα αλμύρα, στο αυτί μου ψιθύρισε
Τα ίχνη σου τα είδα
Είναι τα δικά σου, και στα τυφλά είχες περπατήσει
Τις σκέψεις σου τις διάβασα
Την άγνοια σου και την απόρριψη σου είδα
Ο άνθρωπος σε προσπερνά σαν ένα καράβι στ’ ανοικτά
Πουλά την καρδιά του στον αγέρα
Πανιά και άλμπουρα στην ύλη ξεπουλά

Δεν εγκατέλειψα το ακρογιάλι της σιωπής
Έμεινα εκεί, γράφοντας στην άμμο του
Λόγια που καμιά παλίρροια δεν θα τα σβήσει
Γιατί εκεί έγραψα τον πόνο μου
Γιατί εκεί έπνιξα το δάκρυ μου
Γιατί εκεί κραύγασα για ζωή