Εσείς κι εγώ

Είμαι πνεύμα θλιμμένο και η θλίψη είναι πολύ μεγάλη
Για να χωρέσει σε μικρές καρδιές
Όταν εσείς γελάτε εγώ κλαιω και θρηνώ
Κι αυτός που μια φορά κάηκε και καθαρίστηκε με τα ίδια του τα δάκρυα
Θ’ απομείνει αγνός για πάντα

Εσείς δεν με καταλαβαίνετε, αλλά εγώ σας προσφέρω τη συμπάθεια μου
Εσείς τρέχετε ορμητικά μαζί με το ρεύμα του ποταμού της ζωής
Και δεν γυρνάτε να μας δείτε
Όμως κάθομαι στην όχθη του και σας αγναντεύω
Κι ακούω τις παράξενες φωνές σας

Δεν κατανοείτε το κλάμα μου, γιατί ο θόρυβος της νύχτας γεμίζει τα αυτιά σας
Τα μπλοκαρισμένα από την σκληρή ουσία των χρόνων σας της αδιαφορίας για την αλήθεια
Αλλά εγώ ακούω τα τραγούδια σας γιατί ο ψίθυρος της νύκτας έχει ανοίξει την καρδιά μου
Σας βλέπω να στέκεστε κάτω από το δείκτη του φωτός
Αλλά εσείς δεν μπορείτε να με δείτε γιατί παραμένω μέσα στο φωτεινό σκοτάδι

Είμαι ο γιος της θλίψης
Και υφαίνω ρούχα για τον άνθρωπο
Από τις κλωστές της καρδιάς μου
Και του γεμίζω τις φούχτες του
Με τους σπόρους του εαυτού μου

Είσθε η κόρη της επιδίωξης της γήινης επιθυμίας
Ακουμπάτε την καρδιά σας στα χέρια του κενού
Γιατί το άγγιγμα του είναι απαλό και ελκυστικό

Όταν με χλευάζετε τα λόγια σας ανακατεύονται
Με τη συντριβή των οστών μου και το θρήνο της αβύσσου
Όταν κλαιω τα δάκρυα μου πέφτουν στην καρδιά της ζωής
Όπως οι δροσοσταλίδες πέφτουν από τα μάτια της νύχτας στην καρδιά της αυγής
Κι όταν εσείς ομιλείτε, τα λόγια σας
Χύνουν την αυγή σαν το φαρμάκι της οχιάς μέσα στην πληγή

Εγώ κλαιω και συμμερίζομαι το δύστυχο περιπλανώμενο
Και τον άνθρωπο που πονά και υποφέρει
Αλλά εσείς χαίρεστε και χαμογελάτε στο αντίκρισμα
Του περίλαμπρου ανθρώπου
Εγώ κλαιω γιατί αφουγκράζομαι τον πόνο του φτωχού
Και τη θλίψη των αδυνάτων και καταπιεσμένων
Αλλά εσείς γελάτε, γιατί δεν ακούτε τίποτε άλλο
Εκτός από τον χαρούμενο ήχο των λόγων κάποιων

Εσείς κοιμάστε με την λαγνεία, που η καταιγίδα της
Σάρωσε χίλιες λιτανείες της ψυχής της γυναίκας
Και της πέταξε στο λάκκο της ντροπής και της φρίκης
Εγώ αγκαλιάζω τη μοναξιά που στη σκιά της γεννήθηκαν
Οι ομορφιές του ανθρώπου

Είμαι ο γιος της θλίψης και εσείς η κόρη του σήμερα
Και ανάμεσα στη θλίψη μου και στη θλίψη σας
Υπάρχει ένα μονοπάτι που είναι ανώμαλο και στενό
Όπου τα ορμητικά σας άλογα δεν μπορούν να τρέξουν
Και τα μεγαλοπρεπή αμάξια σας να το διασχίσουν

Εγώ σας πλησιάζω σαν φίλος
Αλλά εσείς μου κάνετε επίθεση σαν σε εχτρούς
Και ανάμεσα στη φιλία μου και στην έχτρα σας
Υπάρχει ένα βαθύ φαράγγι όπου ρέουν
Οι πίκρες και τα δάκρυα μου

Εγώ σκορπίζω τριαντάφυλλα στο δρόμο σας
Κι εσείς πετάτε αγκάθια στο κρεβάτι μου
Και ανάμεσα στα ρόδα και στα αγκάθια
Η αλήθεια κοιμάται πάντα ταραγμένη

Από την αρχή πολεμήσατε την ευγενική μου δύναμη
Με τη σκληρή σας αδυναμία
Κι όταν θριαμβεύετε επάνω μου για μια στιγμή
Κράζετε και κραυγάζετε
Εάν σας υποτάξω και σας καταχτήσω
Παραμένω ένας άφωνος γίγαντας

Είμαι ο γιος της θλίψης και η θλίψη
Είναι ένα πλούσιο σύννεφο που κατακλύζει τον άνθρωπο με  αλήθεια και πόνο
Είσθε η κόρη του σήμερα κι όσο ψηλά κι αν αυτό φτάσει θα καταστραφεί, είναι νόμος
Μπροστά στους ανέμους του ουρανού και θα διασκορπιστεί στο τίποτα
Γιατί δεν είναι παρά μόνον μια στήλη καπνού μια λεπτή ταλαντευόμενη στήλη καπνού
 

Αγαπώ τη μοναξιά για ν’ αποφύγω τους ανθρώπους και τους νόμους τους, το βουητό και τις διδαχές τους.
Αγαπώ  τη μοναξιά για να μη βλέπω τα πρόσωπα των ανθρώπων που ξεπουλούν τους εαυτούς τους, για να αγοράσουν οτιδήποτε είναι μιαρότερο και φτηνότερο από αυτούς.
Αγαπώ τη μοναξιά για να αποφύγω εκείνους που με αυτοϊκανοποίηση βλέπουν το φάσμα της γνώσης στα όνειρα τους και νομίζουν ότι έχουν πετύχει το σκοπό τους.
Αγαπώ τη μοναξιά για να μην ανταμώνω τις γυναίκες που περπατάνε με χίλια χαμόγελα ζωγραφισμένα στα πρόσωπα τους, ενώ στα μύχια των χιλίων καρδιών τους υπάρχει μόνον ένας σκοπός.
Αγαπώ τη μοναξιά γιατί κουράστηκα να δείχνω καλή συμπεριφορά απέναντι σ’ εκείνους που πιστεύουν ότι η ταπεινοφροσύνη είναι αδυναμία, πως η ευσπλαχνία είναι δειλία και ο σνομπισμός είναι δύναμη.
Αγαπώ τη μοναξιά γιατί η ψυχή μου βαρέθηκε να συναναστρέφεται εκείνους που νομίζουν ότι ο ήλιος, η σελήνη και τα άστρα ανατέλλουν και δύουν γιατί το θέλουν εκείνοι.
Αγαπώ τη μοναξιά γιατί δεν έλαβα ποτέ μου ευγένεια από κανέναν, παρά μονάχα αν πλήρωνα με την καρδιά μου.
Αγαπώ τη μοναξιά γιατί απεχθάνομαι το μεγάλο – φωτεινό  και τρομερό συνάμα οικοδόμημα του ανθρώπου, τον πολιτισμό (την κουλτούρα), αυτό το συμμετρικό τερατούργημα που ορθώθηκε πάνω στην ατελείωτη αθλιότητα του ανθρώπου.

Μέσα στη μοναξιά μου ανακάλυψα ότι η υποκρισία θα βασιλεύει για πάντα, ακόμη κι αν βάψεις και γυαλίσεις τ’ όνομα της κι η πλάνη δεν πρόκειται ν’ αλλάξει ποτέ, ακόμη κι αν το άγγιγμα της γίνει πιο απαλό. Η φαυλότητα δεν θα γίνει ποτέ αλήθεια, ακόμη κι αν την ντύσεις με μεταξωτά φορέματα και την βάλεις να κατοικήσει σ’ ένα παλάτι. Η απληστία ποτέ της δεν θα γίνει ικανοποίηση ούτε το έγκλημα θα δώσει τη θέση του στην αρετή. Η αιώνια σκλαβιά θα παραμείνει πάντα μια σκλαβιά στις διδαχές, στα έθιμα και στην ιστορία ακόμη κι αν αλλάξει το πρόσωπο της και αλλάξει η φωνή της. Η σκλαβιά θα είναι πάντα σκλαβιά με όλο της το τρομερό φάσμα ακόμα κι όταν αυτοαποκαλείται ελευθερία……

King Biscuit Man
go back