Τ’ ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΙΟΓΕΝΗ
                                           Ο ΑΝΑΡΧΙΚΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

.............-Σαν σκύλος θα ζήσεις, και θα ψοφήσεις σαν σκύλος με τις ιδέες πούχεις ... βάλτο καλά στο μυαλό σου: Σα σκύλος.      (λόγια του πατέρα του)
              Ήταν ο πιο βαρύς λόγος που θα μπορούσε να πεί για το γιό του. Έτσι νόμιζε εκείνος! Αλλά εμένα δε με στεναχωρούσε, δε με θύμωνε: Κι όσο το σκεφτόμουν το βράδυ που στριφογυρνούσα στο κρεβάτι μου χωρίς να μπορώ να κλείσω μάτι, θαρρώ πως μ’ άρεσε. Έβλεπα  τα σκυλιά  που τριγυρνούσαν λέφτερα στις φτωχογειτονιές της Σινώπης και φχαριστιόταν μ’ ένα ξεροκόμματο και μ’ ένα κόκαλο. Δεν είχαν κύριο ούτε σπίτι. Κοιμόταν όπου εύρισκαν κι έτρωγαν ό,τι εύρισκαν. Γάβγιζαν ξοπίσω από τους κακορίζικους και τους ανάποδους, δάγκωναν αυτούς που τους πείραζαν. Κι αν κάποιος ήταν καλός και πονετικός κουλουριάζονταν στα πόδια του κουνώντας με φχαρίστηση την ουρά τους.
               Τούτοι οι αδέσποτοι σκύλοι, μα τους Θεούς, ήταν μια ολάκερη φιλοσοφία τέτοια που ποτές δεν αξιώθηκαν να στοχαστούν οι σοφοί κι οι σπουδαγμένοι που σκαρφίζονταν ό,τι μπορούσαν για να κάνουν ακόμα πιο δύσκολη τη θνητή ζωή μας. Μας πετούσαν λόγια κι ιδέες, αγωνίζονταν να μας φορτώσουν με έγνοιες και ξεχνούσαν πόσο όλα γύρω μας είναι απλά κι όμορφα σαν τη μάνα γης και σαν το βλογημένο νερό που χύνεται στα σπλάχνα της και την καρπίζει. Οι αδέσποτοι σκύλοι όμως ήταν λέφτεροι απ’ όλα αυτά: Χαίρονταν την απλή ζωή τους όχι όπως οι άλλοι τους την όριζαν αλλά όπως άρεζε σ’ αυτούς. Χωρίς όλες εκείνες τις γελοίες τσιριμόνιες που φαρμάκωναν τον ανθρώπινο βίο κι άντε κατόπι να βρείς άκρη.
                Α κακομοίρηδες θνητοί, που καφχιέστε πως ακουμπάτε  σε δυό πόδια και περηφανεύεστε για την άδεια σοφία σας. Τρέχετε σ’ ολάκερη τη ζωή σας πίσω από ίσκιους, βγαίνει η γλώσσα σας απ’ την κούραση και τον μάταιο αγώνα, ιδροκοπάτε, αγκομαχάτε...... Για να φτάσετε πού, κακορίζικοι; στην όχθη του ποταμού που σας περιμένει καρτερικά ο βαρκάρης να σας αφήσει μέσα από την Αχερουσία στο βασίλειο του ¶δη. Ολάκερος ο βιός σας, κερατάδες, ολάκερος ο αγώνας σας, γελοίοι, εξαργυρώνεται μ’ έναν οβολό.... Μ’ έναν ταπεινό οβολό που θα δώσετε στο βαρκάρη, και για τούτο τον οβολό αρνηθήκατε τη φύση, τον έρωτα, τη χαρά. Προδώσατε το φίλο, μαχαιρώσατε το γείτονα, βάλατε τρικλοποδιά στον αδελφό. Ανάθεμα σας, κακομοίρηδες. Μήτε το μυαλό ενός μουργόσκυλου δεν κλείνετε στην άδεια κεφαλή σας.
             Πάτε ένα μουργόσκυλο σ’ ένα σπιτικό φορτωμένο στα πλούτη, πλάι σε σεντούκια με χρυσάφι και θησαυρούς. Θα γυρέψει μια τρύπα απ’ το παραθύρι ή από τη θύρα για να βγεί έξω, να ξεχυθεί λέφτερο και να κυλιστεί στο γρασίδι. Μήτε θα γυρίσει να κοιτάξει τους θησαυρούς και τα χρυσάφια. Ή το πολύ - πολύ, αν τούρθει η ανάγκη του, θα τα κατουρήσει τιμώντας τα, όσο τους αξίζει!
             Βάλτε έναν άνθρωπο στο ίδιο σπιτικό. Θα ορμήσει θαμπωμένος και θα δώσει τη μάνα του, τον αδελφό του, τη ζωή του την ίδια αν χρειαστεί, γι’ να αποχτήσει κάτι απ’ αυτούς τους θησαυρούς. Το χέρι του, καθώς θ’ αγγίξει το χρυσάφι θα τρέμει, το μάτι του θάναι θολομένο, η ανάσα του θα πνίγεται στο στέρνο του....θα μπορούσε να μείνει μέρες και νύχτες νηστικός και διψασμένος για να χουφτιάζει το χρυσάφι και να θαμπώνεται από τη μάταια λάμψη του. Κι αν του ‘ρχοταν κόλπος σε μια τέτοια στιγμή, θα πέθαινε ευτυχισμένος ανάμεσα σε τόσους θησαυρούς.
             Λοιπόν κακομοίρηδες:
             Ποιος έχει περσότερο μυαλό: Το μουργόσκυλο ή ο σοφός ο άνθρωπος; ¶ντε, λοιπόν, εσύ που περιφέρεις μάταια τη δίποδη κουταμάρα σου, να μου δώσεις μια σωστή απόκριση.
             Ας μ’ έλεγε ο πατέρας μου σκύλο.... Ας ζούσα σα σκύλος. Καλύτερα.... Χίλιες φορές καλύτερα. Αλλά μια φορά Δε θα καταντούσα ένα λαχανιασμένο ανθρωπάκι που θα σπαταλάει τη ζωούλα του κυνηγώντας τη δύναμη και το χρυσάφι ώσπου να σωριαστεί κάποια μέρα στο δρόμο με τη γλώσσα έξω από το κυνήγι και το ιδροκόπημα.
             Να με συμπαθάς, πατέρα, μα εγώ άλλο δρόμο θα τραβήξω...Κι από αύριο λογαριάζω να φύγω απ’ το σπίτι. Να σου αδειάζω τη γωνιά, να μη με βλέπεις και ταράζεσαι για τα φερσίματα μου. Ένας χιτώνας με φτάνει να πάρω μαζί μου. Και τα παλιά σαντάλια.
             Θα πάω πέρα από την Αγορά, εκεί κατά το λόφο που κουρνιάζουν σε καλύβια και σε σπηλιές οι εργάτες κι οι φτωχοί.... Κάποια σπηλιά θα βρεθεί και για την αφεντιά μου. Θα τριγυρνάω ανάμεσα στους γέροντες και τις γριές και θα συνάζω την απλή σοφία τους. Θα  τους βλέπω να λιάζονται μπροστά στα καλύβια τους και να στοχάζονται πως τούτη η ζωή καπνός είναι που φεύγει. Σκορπίζεται. Να την πιάσεις δεν μπορείς. Μην την βαραίνεις, λοιπόν, με αναίτιες έγνοιες και με άχρηστες φροντίδες π’ ανάθεμα σε.... Μην την βαραίνεις.


King Biscuit Man