Η μοναξιά του λύκου Ποτέ της δεν πονά
Η ερημιά του λύκου Πάντα θα τον κυνηγά
Η κραυγή του λύκου Πάντα θ’ ακούγεται
Μέσα στη νυχτιά
King Biscuit Man

ΕΝΑ ΟΝΕΙΡΟ

Έπεσαν οι ήχοι της νύχτας πάνω στο αταίριαστο με τα όνειρα της ζωής μου, κρεβάτι
Η πλανεύτρα νύχτα, έστειλε τους βαστάζους της
Και αυτοί κουβάλησαν την πονεμένη μου σκέψη
Σε δρόμους περισυλλογής, σε δρόμους που συναντώ τα όνειρα
Ήμουν καταδεκτικός
Είχα τη θέληση όνειρα να βλέπω, είχα τη ζέση οράματα να ασπάζομαι
Ντυμένος με τα ενδύματα που τρομάζουν τους φόβους
Στην αγκαλιά του Μορφέα βρέθηκα
Κι  σ’ ένα όνειρο, ένα μακρινό πόθο μου αφέθηκα
Προχωρούσα στην χώρα που κατοικούσαν οι άνθρωποι
Οι ξεχασμένοι από τον ουρανό, άνθρωποι
Είχα χάσει την επαφή μου με την πολιτεία της ζωής
Προσπαθούσα να βρω της παρηγοριάς τον δρόμο
Τα χείλη μου ψιθύριζαν απαρχαιωμένα τραγούδια
Τραγούδια για τα ονειρώδη φώτα που κρύβει η ψυχή
Και που η λάμψη τους φωτίζει τις πιο σκοταδιστικές σπηλιές
Του ανήλιου εαυτού του ανθρώπου

Όταν ξαφνικά στο διάβα μου συνάντησα ένα πηγάδι
Το πηγάδι με το νερό της λησμονιάς
Δίπλα του στεκόταν ένας παλιός δρύινος κουβάς
Ένας παράδεισος γεμάτος ουράνιες ψαλμωδίες
Δειλά – δειλά πλησίασα το πηγάδι
Δεν υπήρχαν άνθρωποι ούτε καν σκιές φαντασμάτων
Δίπλα του στάθηκα μιαν ανάσα για να πάρω
Κουλουριασμένος στις δικές μου σκέψεις
Φοβήθηκα μέσα να κοιτάξω
Φοβήθηκα μην αντικρίσω την αντανάκλαση των ματιών μου
Πάνω στο σκοτάδι της ψυχής μου
 Τα μάτια μου περίεργα στάθηκαν στον παλιό δρύινο κουβά
Έστεκε εκεί δίπλα, με τα μυστικά του πηγαδιού κρυμμένα μέσα του
Ήξερε  τα πάντα, γνώριζε όλα τα κρυφά αλλά σιωπούσε με πίστη
Όταν έσκυψα να τον σηκώσω, ανακάλυψα ότι είχε μεγάλο βάρος
Αγκομαχούσα, ήταν απίστευτο ζύγισε πάνω από εκατό κιλά
Ήταν περίεργο γιατί πίστευα ότι δεν ήταν πάνω από δυο κιλά
Με κόπο μεγάλο κατάφερα να τον πετάξω μέσα στο πηγάδι
Νερό, νερό της λησμονιάς επιτέλους να πάρω
Έπεφτε πολύ ώρα, κατέβηκε κάτω με δύναμη
Μπόρεσα να δω το νερό να πετά
Είδα το νερό να τον γεμίζει με μανία
¶ρπαξα με μανία το ξεφτισμένο σκοινί του
¶ρχισα να τον τραβώ προς τα πάνω
Με έκπληξη μεγάλη διαπίστωσα
Ότι ήταν ελαφρύς, ελαφρύς σαν πούπουλο
Μου φάνηκε περίεργο, πολύ περίεργο
Τον τράβηξα με ανυπομονησία μεγάλη
Τον έβγαλα έξω από το πηγάδι
Μπροστά μου τον τοποθέτησα
Και άρχισα να παρατηρώ το νερό του πηγαδιού
Ανατρίχιασα! Τρόμαξα! Φοβήθηκα!
Έβλεπα στο καθρέφτισμα του
Όλη μου τη ζωή, εμένα
Ακίνητος έμεινα, ώρες, ημέρες
Πέρασε χρόνος πολύς
Είδα την μοίρα μου
Είδα την πορεία μου
Είδα εμένα
Να κλαίω, να γελώ
Να τραγουδώ, να πονώ
Να μισώ, ν’ αγαπώ
Με βιάση άρχισα να κοιτώ μέσα μου
¶ρχισα να βλέπω τα απόκρυφα μου μέρη
Δοκίμασα να καταλάβω
Κατάλαβα ποιος είμαι
Πίστεψα σε μένα
Έμεινα πάλι ακίνητος
Το νερό της λησμονιάς κοιτούσα
Πίνοντας του θα ξεχνούσα τα πάντα
Θα σκότωνε όλη μου τη ζωή
Δεν θα υπήρχε πλέον παρελθόν
Μόνο μέλλον
Κρύος ιδρώτας άρχισε να με λούζει
¶ρχιζα πλέον να μην μου αρέσει η λησμονιά
Δεν ήθελα να ξεχάσω αυτό που είμαι
Σήκωσα τα μάτια μου ψηλά στον ουρανό
Μια σκέψη έπλασα
Φεύγω μακριά
Δεν θέλω λησμονιά
Αγαπώ αυτό που είμαι
Ξαναπήρα πάλι το δρόμο
Που με οδήγησε στο ξεστρωμένο κρεβάτι μου
Όπου ξανά τον άνθρωπο παρακάλεσα
Να είναι πάντα ζωντανός
Γιατί μόνον τότε είναι επικίνδυνος

King Biscuit Man

go back