Όταν η θλίψη μου γεννήθηκε

Όταν η θλίψη μου γεννήθηκε τη γαλούχησα με φροντίδα και τη ντάντεψα με αγάπη και τρυφερότητα.
Κι η θλίψη μου αυγάτησε, σαν όλα τα ζωντανά  πλάσματα, δυνατή κι ωραία και γεμάτη θαυμαστές ηδονές.
Κι αλληλοαγαπιόμαστε, η θλίψη μου κι εγώ, κι αγαπούσαμε τον κόσμο ολόγυρα μας, γιατί η θλίψη έχει καρδιά γεμάτη καλοσύνη, μα κι η καρδιά η δική μου είχε γίνει ευγενική από τη θλίψη.
Κι όταν συνδιαλεγόμασταν, η θλίψη μου κι εγώ, οι μέρες μας φτερώνονταν και οι νύχτες μας στολιζόταν με όνειρα, γιατί η θλίψη έχει μεγάλη ευγλωττία κι η ευγλωττία η δικιά μου γινόταν μεγάλη από τη θλίψη.
Κι όταν τραγουδούσαμε αντάμα, η θλίψη μου κι εγώ, οι γείτονες μας έπιαναν τα παράθυρα τους κι άκουγαν τα τραγούδια μας, γιατί αυτά ήταν βαθιά σαν τη θάλασσα κι οι μελωδίες μας γεμάτες αλλόκοτες αναμνήσεις.
Κι όταν συμπερπατούσαμε, η θλίψη μου κι εγώ, ο κόσμος μας ατένιζε μ’ ευγενική ματιά και μουρμούριζε λόγια άπειρης γλυκύτητας. Μα υπήρχαν κι εκείνοι που έριχναν ζηλόφθονη σαίτα επάνω μας, γιατί η θλίψη ήταν κάτι γεμάτο από ευγένεια, κι εγώ : περήφανα ένοιωθα, με τη θλίψη.
Μα η θλίψη μου πέθανε, σαν όλα τα ζωντανά πλάσματα, και μόνος έχω μείνει σε ρεμβασμό και σκέψη.
Και τώρα, σα μιλώ, οι λέξεις πέφτουν βαριά – βαριά στ’ αυτιά μου.
Κι όταν τραγουδώ τα τραγούδια μου, οι γείτονες δεν έρχονται να τ’ ακούσουν.
Κι όταν περπατώ στους δρόμους ούτε ένας δεν με κοιτάζει.
Μόνο στον ύπνο μου ακούω, λυπημένες φωνές, να λένε: δέστε, εκεί γέρνει ο άνθρωπος που η θλίψη του νεκρή είναι.

10

King Biscuit Man
go back