Τα λόγια των ανθρώπων....Απολώφια τέρατα

Κουρνιάζουν στο προσκεφάλι της νύχτας

Σιωπηλά δαγκώνουν τα σκεπάσματα

Μέσα σε νύχτες χαμηλές

Έχασα τα πάντα μέσα στον πεφωτισμένο κόσμο των ανθρώπων

Ευτυχώς!

Στης σιωπής το ακρογιάλι, γαλήνη βρίσκουν της ζωής οι φυγάδες


 

Το ακρογιάλι της σιωπής

Στης σιωπής το ακρογιάλι
Γαλήνη για να βρω, προσάραξα!
Να ξεφύγω από της ζωής το χάλι
Με όμορφα ρόδα κομμένα από την καρδιά του Μάη
Στεφάνι να πλέξω, της ζωής καμάρι
Να στολίσω μια καρδιά που πονάει
Χαρά να δώσω στα χείλη τα δόλια

Περίεργο που είναι το ακρογιάλι της σιωπής
Γιατρειά στον πόνο δεν δίνει
Χιλιάδες σκέψεις αμβλύνει
Η σιωπή της θάλασσας βαραίνει την ψυχή μου
Εκεί όμως η μοναξιά, μου μιλά
Εκεί όμως η μοναξιά, με αγαπά
Εκεί όμως η μοναξιά, μου γελά

Στης σιωπής το ακρογιάλι
Γαλήνη βρίσκουν της ζωής οι φυγάδες
(King Biscuit Man)

(Παρακαλώ τον θεό των λουλουδιών, να μπλέξει διά εσάς το ομορφότερο στεφάνι του κόσμου....στην πόρτα του σπιτιού σας να το καρφώσει....η ευωδιά των λουλουδιών να ευωδιάζει την καρδιά σας....η ομορφιά τους να ομορφαίνει τη σκέψη σας....η θέα τους να διώχνει μακριά όλες τις πίκρες .......)

Το Ακρογιάλι της Σιωπής

 

Στο ακρογιάλι της σιωπής κατηφόρισα
Πνιγμένος από τις δίνες της ερημιάς 
Εκεί ξενύχτησα μετρώντας τη μοναξιά των αστεριών
Εκεί αφουγκράστηκα τη σιωπή του ανέμου
Εκεί άκουσα τους ψαλμούς της θάλασσας
Εκεί προσπαθούσα τη ζωή να βρω
Εκεί περίμενα ώσπου
Το αεράκι της Θάλασσας στο αυτί μου ψιθύρισε
Το μυστικό της ζωής
Που τους σοφούς τυραννά
«στοχάσου το κύμα, το βυθό της Θάλασσας»
Της Σφίγγας τα λόγια με τη ψυχή μου ορμήνεψα
Με την καρδιά μου τα διάβασα
Ζωή είναι ένα κύμα που σκάει με δύναμη
Στο άπειρο σύμπαν και αμέσως σβήνει, χάνεται
Ο ήλιος χαμογελαστός την κοιτά να φεύγει
Μονολογώντας: ποια ακτίνα φωτός κέρδισες εσύ;
Το φεγγάρι ακούει τους κλαυθμούς της
Που σκοτεινιάζουν τον έναστρο ουρανό
Ο ήλιος έχει τα μάτια και το φεγγάρι τα αυτιά
Ο ήλιος βλέπει τη λάμψη της καρδιάς
Το φεγγάρι ακούει τους πόνους της ψυχής
Ίσως κάποτε ο ιστορικός του μέλλοντος να τρελαθεί
Όταν προσπαθήσει να απαριθμήσει τα χίλια-μύρια κύματα
Το μόνο που θα αποτυπώσει σε χρυσοποίκιλτα βιβλία
Για τους διαβάτες της ζωής
Θα είναι ο ξενιτεμός της καρδιάς
Σε μέρη όπου βασιλεύει ο άνθρωπος του σκοταδιού
Θα είναι το κυνήγι της ύλης
Στο δάσος που αργοπεθαίνει, στις πόλεις που αιμορραγούν
Έχοντας λαγωνικά αιμοσταγή που τρέχουν πίσω
Από το μίσος, τον πλούτο, την απανθρωπιά και το εγώ
 

Ένα μηδαμινό κυματάκι είναι ο άνθρωπος
Εμπρός το μεγαλείο της ατέρμονης θάλασσας
Που σβήνει σε μια στιγμή στην ακτή του θανάτου
Ένα κύμα είναι οι γήινοι άνθρωποι
Με ορμή, που πηγάζει από το βίαιο και άγριο κόσμο τους
Αφρίζουν σαν χτυπούν με μανία την καρδιά των συνανθρώπων τους
Θορυβούν, λυσσομανούν θέλοντας να ακούσουμε το εγώ τους
Προσπαθούν να διαβρώσουν τις γαληνεμένες ακρογιαλιές
Εκείνων που με ευλάβεια προσκυνούν την ταπεινότητα
Χάνονται όμως με μιας, όταν η πιο μεγάλη θάλασσα
Η θάλασσα της ζωής αποφασίσει να τους ταξιδέψει
Εκεί που τραγουδούν οι νύμφες της
Το τραγούδι της ματαιότητας
Εκεί που κολυμπούν οι Νηρηίδες της
Σε νερά γητεμένα από τη μορφή του αδίστακτου κριτή
Εκεί που ο κώδικας της δικαιοσύνης
Ανεμίζει του ήλιου τη ρομφαία
Εκεί που τα πορφυρά όνειρα της ντροπής
Διώκονται με μένος από τον Μορφέα

Ο βυθός της απύθμενης θάλασσας
Είναι ο μεγαλύτερος συλλέκτης κορμιών
Εκεί εναποθέτονται μέσα σε δίνες μετάνοιας
Οι τελευταίες προσευχές
Ο τελευταίος ασπασμός της ζωής
Δεν νοιώθει στοργή
Δεν ακούει παρακάλια
Είναι ο άστοργος Ποσειδώνας, ο Θεός της θάλασσας
Που πουλά καθημερινά χιλιάδες παιδιά του
Στα σκλαβοπάζαρα των αυτοκρατοριών του σκότους

Βούρκωσε η θαλασσοδαρμένη ψυχή μου
Με την ορμήνια της καρδιάς μου
Πικράθηκα με την αγάπη μου, τη θάλασσα
Νόμισα  ότι με κορόιδευε τόσα χρόνια
Δεν είναι δυνατόν να έχει γίνει η θάλασσα μου
Άπληστη, ζωών χωνευτήρι
Στο ακρογιάλι της σιωπής, με πίστη παρέμεινα
Κοιτούσα στα μάτια τα παιγνιδίσματα του φωτός
Στις κορφές των κυμάτων
Κοιτούσα την ταραχή του βυθού της
Ακίνητος με μάτια καρφωμένα στην αγάπη μου
Έμεινα επί ώρες
Ο ήλιος απεφάσισε να πάει σε άλλες χώρες
Άφησε μόνη τη θάλασσα
Αλλά τα χρώματά της και η ζωή της δεν άλλαξαν
Φύσηξε τότε, η αμόλυντη θαλασσινή αύρα
Πνοή ελπίδας , στοργή αγάπης
Στην μοναξιά μου, στην πίκρα του μυαλού μου
Τα αέρινα λόγια της, έκανα εικόνα στην καρδιά μου
«σ΄ αγαπώ, αγαπώ όλους τους ανθρώπους
τους πόνους σας, εγώ στα βάθη μου τους πνίγω
το πικρό δάκρυ σας, εγώ στους ουρανούς το ταξιδεύω
μαργαριταρένια βροχή το κάνω
τις πονεμένες καρδιές με αυτή ραντίζω
τη μοναξιά σας, εγώ τη στεφανώνω
με δάφνες ταπεινοφροσύνης, με ρόδα ανθρωπιάς
σ΄ αγαπώ, αγαπώ όλους τους ανθρώπους»

Τα λόγια αυτά όταν άκουσα
Αμέσως αναγνώρισα την χροιά της φωνής της
Ήταν η αγάπη μου, η θάλασσα μου
Περίμενα στο ακρογιάλι της
Έως ότου είδα το σημάδι της
Από τα  βάθη της, ανέτειλε η Ελπίδα
Μια πανέμορφη κόρη, μια θαλασσινή κόρη
Ντυμένη με ελπιδοφόρα ενδύματα
Που τα χρώματά τους, έστελναν χιλιάδες ανάσες ήλιου στην σκέψη μου
Η σκέψη μου τραγούδησε πάλι
Το κύμα και τον βυθό της θάλασσας
Με μουσική αγγέλων, με στιχάκια ζωής
«μένω κοντά σου θάλασσα,
η ζωή μου σε, σε είναι ταγμένη
ένας ναυαγός της ζωής
στο μέσον του γαλήνιου πελάγους σου,
ξεβρασμένος»

Έφυγα από το ακρογιάλι της σιωπής
Με ουράνια τόξα στην ψυχή μου
Τα χρώματα της Ίριδας
Πάντα ευγενικά με προστάζουν
Να διώχνω από την καρδιά μου
Να μην φωλιάζει στην ψυχή μου
Το μίσος

Δεν θα ήθελα ποτέ μου, ποτέ μου
Να χάσω την θάλασσα μου
Να χάσω τα χρώματα μου
Έκλεισα και κλειδαμπάρωσα μέσα μου
Την αγάπη για τον άνθρωπο

Αγάπησα τη θάλασσα σαν μάνα
Μην την χάσω και μείνω μόνος
Σφικτά την κράτησα σαν μάννα
Στις έρημες μέρες να μου φεύγει ο πόνος
Πάντα θα πλέκω αγάπης λόγια
Για να της δείχνω την ευγνωμοσύνη μου

Δεν είμαι αοιδός, για να σε τραγουδήσω
Δεν είμαι υμνητής, για να σε υμνήσω
Δεν είμαι ποιητής για να σε εξυμνήσω
Ένας ταπεινός, μηδαμινός κόκκος άμμου
Αισθάνομαι ότι είμαι εμπρός στην μεγαλειότητά σου
Θάλασσα! Θάλασσα, άσε με να σε κοιτώ
Θάλασσα! Θάλασσα, άσε με να σου μιλώ


King Biscuit Man