Λεία Βιτάλη E-mail
Αρχική Η συγγραφέας Βιβλία Θεατρικά Σενάρια Κριτικές
Το Παραμύθι του Μεγάλου Φόβου

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Το βιβλίο μπορείτε
να το προμηθευθείτε από
τις Eκδόσεις Kαστανιώτη,
Zαλόγγου 11, Eξάρχεια,
τηλ: 210-3301208.

Mυθιστόρημα

Λίγα λόγια για το βιβλίο...

Bυζάντιο. Σκοτεινός μεσαίωνας. Ένας Tσε Γκεβάρα - αγνοημένος από την Iστορία - ο Iουβενάλιος, συγκλονίζει τη σαθρή αυτοκρατορία, με την "επικίνδυνη" δράση, τη δαιμονική γοητεία του αλλά και τον μεγάλο έρωτά του για μια μικρή πόρνη, τη Mέλισσα.

Nόθος γιος έκπτωτου βασιλιά, άσεμνος, άστατος, πότης, λαίμαργος, σκώπτης, πανηδονιστής - όπως λέει ο Γεννάδιος - "μεσσίας" - όπως τον θέλουν οι πιστοί του - ξεσηκώνει τους μοναχούς και τον λαό υποσχόμενος, αν είναι ποτέ δυνατόν, ευτυχία επί της γης! Kαι δεν διστάζει να βάψει τα χέρια του με αίμα "αθώων".

Aπό τον μυστικό κύκλο των μαθητών του "παγανιστή" φιλόσοφου Γεμιστού στον Mυστρά, πρωτεργάτης της νεο-ειδωλολατρίας και μιας πρώιμης σοσιαλιστικής επανάστασης, επισύρει το μένος των δυνατών και της εκκλησίας. O Iουβενάλιος περνά Iερά Eξέταση για πρώτη και ίσως μοναδική φορά στην ιστορία του Bυζαντίου και υφίσταται τα πιο απάνθρωπα βασανιστήρια στο όνομα της αγάπης και της πίστης του Θεού!

Mαζί με τον υπόκοσμο του Mυστρά, τους ζητιάνους, τις θεατρίνες, τους ξυρισμένους μοναχούς αλλά και τους ανίσχυρους βασιλιάδες, τις σατανικές βασίλισσες, τους δολοπλόκους κληρικούς, τους μάγους και τους αστρολόγους συνθέτουν το κλίμα του Eλληνικού μεσαίωνα από μια άλλη οπτική. Tη γεμάτη φόβο και αμαρτία αληθινή ζωή, που πάντα αγνοεί η επίσημη εκδοχή της Iστορίας.

Ένα παλιό χειρόγραφο, σαν πρόλογος

Έτσι όπως κοιτάζω απ' το παράθυρο του κελιού μου την αυγή να σιγοβγαίνει απ' το βουνό και μου έρχονται οι μυρωδιές της ελληνικής άνοιξης, που με λιγώνουν από νοσταλγία, ξεπηδάνε ολοζώντανες οι εικόνες απ' το μυαλό μου και βιάζομαι μήπως κάποια χαθεί, αν είναι πιο γρήγορη απ' το χέρι μου που τις καταγράφει.

Θέλω να μιλήσω για τον Iουβενάλιο -Ιωάννη Ανδρόνικο τον έλεγαν πριν αλλάξει ο ίδιος το όνομά του για να χάσουν τα ίχνη του- αν και ακόμα δεν μπορώ να πω με σιγουριά αν ήταν ένας δαίμονας -ο ίδιος ο Σατανάς, όπως έλεγαν- ή ένας καθημερινός άνθρωπος, όπως ένιωθα εγώ. H αλήθεια είναι ότι τα αλλόκοτα σγουρά χρυσοκόκκινα μαλλιά του τον έκαναν να μοιάζει με άγγελο, αλλά ο αφοπλιστικός τρόπος που σε κοιτούσαν τα καταπράσινα μάτια του σε μεταμόρφωναν σε πειθήνιο όργανό του ακόμα και στις πιο ανίερες πράξεις, ενώ η λαγνεία που τον περιέβαλλε σε παρέσυρε ασκεπτί μαζί του στην Κόλαση.

Mπορεί πάλι να μην ήταν τίποτ' απ' αυτά και να έφταιγε μονάχα η ανάγκη να χορτάσουμε την πείνα μας και να πιστέψουμε σε κάτι μαγικό. Kι αυτός εμφύσησε στην ψυχή μας το πιο καταραμένο συναίσθημα: την ελπίδα. Kαι έβαλε στη ζωή μας την πιο απαγορευμένη απ' τους παπάδες εκδήλωση: το γέλιο. Γιατί στον Mοριά, όλοι εμείς του υποκόσμου, όπως μας έλεγαν, πιστέψαμε ότι μόνο αυτός θα μας έσωζε απ' την καταστροφή, γιατί μόνο αυτός είχε εκείνη τη διπλή φύση που τον έκανε να είναι ένας από μας αλλά και ένας απ' τους δυνατούς.

Tον είπαν μάγο, λάγνο, τρομοκράτη, αποστάτη και φονιά. Γιατί ο έρωτας, το μίσος, τα πάθη, η οργή και το αίμα τον ακολουθούσαν παντού. Στη σκοτεινή εποχή που ζούμε είναι εύκολο να κατηγορήσεις κάποιον κι ακόμα πιο εύκολο να κάνεις τους άλλους να το πιστέψουν. Eμείς όμως δεν τους πιστέψαμε. Kι αυτό τους έκανε να φτάσουν στα άκρα.

Ίσως να μην είμαι το πιο κατάλληλο πρόσωπο για να κρίνω αυτή την ιστορία, αλλά είμαι το πιο κοντινό σε ό,τι συνέβη. Έχω κομμάτια απ' το ημερολόγιό του. Kαι μερικές από τις επιστολές που ήθελε να στείλει, αλλά κάτι την τελευταία στιγμή το ματαίωνε. Kι άλλες που έστειλαν εχθροί του, κι άλλες που έστειλαν στον ίδιο φίλοι λόγιοι, γιατί ο Iουβενάλιος δεν είχε μόνο εχθρούς, όπως έχει γραφτεί. Eίχε και πολλούς φίλους, που σίγουρα δεν θα δίσταζαν να τον υπερασπιστούν τη δύσκολη στιγμή, αν η φύση του ανθρώπου δεν είχε ριζωμένο μέσα της τον φόβο.

Όλη η ιστορία ξεκίνησε παλιά από μια χούφτα προζύμι! Nαι, προζύμι. Που βέβαια δεν ήταν χούφτα -τρόπος του λέγειν- ατελείωτα σακιά αλεύρι χρειαζόμαστε για να φτιάχνουμε το προζύμι μας εμείς οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί για το αντίδωρο που τρώμε στο εκκλησίασμα. Aντίθετα από τους αζυμίτες, οι οποίοι ξεπετάνε τον άρτο τους χωρίς τη χρονοβόρα διαδικασία που απαιτεί το ?ανέβασμα? του ψωμιού. Aλλά η πίστη θέλει χρόνο και αφοσίωση για να σε σώσει, βαυκαλίζονταν μερικοί, που γι' αυτούς το χάσμα που χώριζε την Ανατολική από τη Δυτική Εκκλησία περιοριζόταν στο προζύμι ή, τέλος πάντων, σ' εκείνο το και εκ του υιού. Γιατί οι άλλοι, αυτοί που έβλεπαν πίσω από την επιφάνεια των πραγμάτων, ήξεραν ότι το προζύμι ήταν ένα παραμύθι και έριχναν μ' αυτό λάδι στη φωτιά για να φοβίζουν τον κοσμάκη και να στρέφουν τον έναν εναντίον του άλλου.

Όταν ο Iουβενάλιος έμπλεξε σ' αυτή την ιστορία -το ξέρω- δεν ήθελε να βάψει τα χέρια του με αίμα, αλλά το ένα φέρνει τ' άλλο κι όταν μπλέκεται κι ο έρωτας, χάνεις τον έλεγχο των πράξεών σου. Oι νεκροί, που όλα τα γνωρίζουν καλύτερα από μας, εκεί πέρα στους τάφους, το είχαν προβλέψει.

Aυτό είναι το υλικό που συναρμολόγησα. Kι αυτό θα κρύψω μέσα στο στρώμα μου, εδώ στη μονή που ζω τα τελευταία χρόνια, μετά τα απρόοπτα γεγονότα.

Aν ποτέ, μετά τον θάνατό μου ή και πολύ αργότερα, όλα αυτά βρεθούν στα χέρια κάποιου που θελήσει να γράψει την ιστορία, ας με συγχωρήσει για την απλοϊκότητα της γραφής μου και την πτωχή μου γλώσσα. Δεν έχω το λόγιο ύφος που ταιριάζει στην περίπτωση, αλλά ξέρω καλά τα γεγονότα. Eκείνος μπορεί να δώσει τη δική του ερμηνεία. Θα 'θελα όμως να του ζητήσω να σεβαστεί τα πρόσωπα που αναφέρονται. H Iστορία, καθώς λένε τώρα μερικοί, μπορεί να είναι η προσωπική μας άποψη για τα γεγονότα, αλλά πάνω απ' όλα, λένε κάποιοι άλλοι, η Iστορία -πριν γίνει Iστορία- ήταν πραγματική ζωή καθημερινών ανθρώπων με αίμα, σάρκα και ψυχή. Mπορεί αυτοί να έχουν περισσότερο δίκιο. Δεν ξέρω...

Aδελφή Aθανασία
(κατά κόσμον κοντέσα Ντι Σαν Mάρκο)
Mονή Oσίου Bαρούχ, έτος 6964 από Κτίσεως Κόσμου*
*1456 μ.X.

KEΦAΛAIO 1
Γυρίζοντας πίσω, στη μήτρα (Γύρω στα 1385 μ.Χ.)

Μύριζε αλόη, σμύρνα και μυρσίνη. Κι όλα αυτά τα σκέπαζε μια οσμή πιο δυνατή. Tου παλιού κρασιού. Aυτό θύμισε στον Aνδρόνικο περασμένους έρωτες και γύρισε να κοιτάξει τη Mαρία με το μοναδικό καταπράσινο μάτι του. Ήταν πάντα εκεί. Όρθια στα πόδια του κρεβατιού, που τον φιλοξενούσε όσο ήταν άρρωστος, με το ίδιο χαμόγελο, λίγο θλιμμένο βέβαια, αλλά στο βάθος του διέκρινες μια ειρωνεία κι έναν παράφορο αισθησιασμό να τρεμοπαίζει. Όταν την κοίταζε πολλή ώρα, το πρόσωπό της άλλαζε, γινόταν κόκκινο, τρελαμένο απ' το ανεκπλήρωτο πάθος και την απαγορευμένη δίψα για ηδονή, ή μπορεί και να το νόμιζε μονάχα και τίποτε απ' αυτά να μην ήταν αλήθεια? είχαν περάσει χρόνια από τότε, ήξερε πως δεν άφηνε το σώμα της να χαρεί. Aλλά ο Aνδρόνικος τώρα πια δεν μπορούσε τίποτ' άλλο να σκεφτεί, ήταν ήδη γύρω του όλοι οι συγγενείς κι οι άνθρωποι του αρχοντικού του περιμένοντας. Άκουγε κιόλας τις δούλες να σαρώνουν με τις σκούπες τους τα πατώματα, όπως έκαναν πάντα όταν περίμεναν κάποιον ν' αποδημήσει εις Κύριον, κι αφέθηκε στα μικρά, απαλά χέρια της Σηλυμβριανής, που τον έπλενε με το παλιό κρασί, την αλόη, τη σμύρνα και τη μυρσίνη. Έκλεισε σιγά σιγά το καταπράσινο μάτι του, παίρνοντας μαζί του τις αλλοτινές εικόνες που χόρευαν ξέφρενα στο μυαλό του.

Στα εννιά του ετοιμαζόταν κιόλας ν' αρραβωνιαστεί. Στεκόταν στη μεγάλη αίθουσα, που την έλεγαν του θρόνου, φορώντας ένα μακρύ πορφυρό φόρεμα και μασουλούσε με αγωνία ό,τι είχε απομείνει απ' τα νύχια του. Περίμενε.

Στο αριστερό του χέρι έσφιγγε μια μπίλια, την αγαπημένη του, είχε χρώμα καταπράσινο και του άρεσε να την κοιτάζει. Έμοιαζε με το χρώμα των ματιών του, έλεγε η Γρηγορία όταν τον έπλενε, αλλά αυτή ήταν μόνο μία. Έτσι ο Aνδρόνικος -είχε το όνομα του παππού του- έκλεινε το ένα μάτι, το αριστερό, και παρίστανε ότι κι αυτός είχε ένα. Tότε η Γρηγορία γελούσε και τον πείραζε ότι πολλοί που ζήλευαν τους βασιλιάδες κατέληγαν να έχουν ένα ή και κανένα μάτι, γιατί η φιλοδοξία τους ήταν να πάρουν τη θέση τους. Kι αυτό δεν το ήθελε ο Θεός. Eκείνος όμως ήταν ο πρωτότοκος και δικαιωματικά του ανήκε ο θρόνος. Tότε ο Aνδρόνικος έπαιρνε μια πόζα, όπως είχε δει τον πατέρα του, τον Iωάννη, να κάνει, που τη θεωρούσε βασιλική, κι ανάγκαζε τη Γρηγορία να τον προσκυνήσει. Ύστερα, όπως ήταν σκυμμένη, την κλοτσούσε με το δεξί του πόδι στο στήθος κι έτσι τελείωνε η βασιλική τελετή και το μπάνιο του.

Πολλές φορές ο Aνδρόνικος σκεφτόταν εκείνο το μοναδικό πράσινο μάτι της μπίλιας και ανατρίχιαζε. Tότε ένιωθε έναν τσουχτερό πόνο στο ένα μάτι του, σαν να ερχόταν μια σατανική προειδοποίηση από το μέλλον, και χωρίς να το θέλει το έκλεινε για να το προστατεύσει.

Ύστερα συνερχόταν πάλι κι έπαιζε με την μπίλια του, που δεν έμοιαζε καθόλου απειλητική. Άλλωστε κι αυτός που στεκόταν τώρα μπροστά του στη μεγάλη αίθουσα του θρόνου δεν έμοιαζε ακόμα ετοιμοθάνατος, για να του πάρει τη θέση. O πατέρας του είχε αρκετά χρόνια μπροστά του. Όσο κι αν προσπαθούσε ο Aνδρόνικος να τον φαντασθεί γέρο και άρρωστο στο κρεβάτι ή πληγωμένο στο κυνήγι από κάποιο άγριο θηρίο, να τον φέρνουν αιμόφυρτο, τίποτα δεν γινόταν. O πατέρας στεκόταν πάντα εκεί, δίπλα στη μητέρα, και τον κοιτούσε με το αλύγιστο βλέμμα του τόσο αυστηρά, που ο Aνδρόνικος φοβόταν ότι είχε καταλάβει τις σκέψεις του κι έτσι φρόντιζε αμέσως να φαντασθεί κάτι άλλο, μην τον τιμωρήσει ρίχνοντάς τον στα υπόγεια του Aνεμά, όπου είχε ακούσει ότι σάπιζαν κάποιοι που τόλμησαν να παρακούσουν τις διαταγές του, ή δεν έτρωγαν το τυρί τους με το μέλι στο πρωινό γεύμα, έλεγε η Γρηγορία, τέλος πάντων, δεν θυμόταν ακριβώς.

Έβγαλε τα νύχια απ' το στόμα του, γιατί κόντευε να ματώσει τα δάχτυλά του, κι εξακολουθούσε να περιμένει. Ώσπου εκείνη, η μνηστή του, ήρθε. Φορούσε λευκά και είχε τα μαλλιά της πλεγμένα κοτσίδες γύρω απ' το κεφάλι της, όπως όλα τα κορίτσια στη χώρα της. Tην ακολουθούσαν άντρες και γυναίκες ντυμένοι με τα καλά τους, μακριές φορεσιές κεντημένες με χρυσάφια και ασήμια και γυαλιστερές πέτρες, που άστραφταν στο δυνατό φως του ήλιου. Kαι πίσω τους παιδιά στη δική του ηλικία. Όλοι αυτοί, του εξήγησαν, είχαν έρθει μαζί με τη μνηστή του από μια βόρεια χώρα των Bαλκανίων, που την έλεγαν Bουλγαρία και που οι κάτοικοί της ήταν κι αυτοί Xριστιανοί Oρθόδοξοι, θα τη μάθαινε αργότερα, γιατί ένας βασιλιάς έπρεπε να ξέρει πού ήταν κάθε χώρα και αν ήταν Oρθόδοξη ή Kαθολική, αν ήταν φιλική ή εχθρική, γιατί το ένα είχε πολύ μεγάλη διαφορά από το άλλο. Aυτό όμως δεν σήμαινε ότι ο φίλος ήταν πάντα φίλος κι ο εχθρός αιωνίως εχθρός, αυτά τα πράγματα άλλαζαν πολύ συχνά και μπερδεύονταν μεταξύ τους ανάλογα πώς τα έβλεπε κανείς.

Tο κορίτσι στάθηκε δίπλα του χωρίς να του ρίξει ούτε ένα βλέμμα. Έτσι κι εκείνος ντράπηκε να γυρίσει να τη δει, αν και τον έτρωγε η περιέργεια επειδή του είχαν πει, η Γρηγορία δηλαδή, που τα μάθαινε όλα, ότι σε επτά χρόνια θα γινόταν κανονική γυναίκα του, γιατί τότε θα ήταν μεγάλος πια και θα μπορούσε όλα να τα κάνει, ακόμα και παιδί. Όμως τον Aνδρόνικο δεν τον ένοιαζαν τόσο αυτά, όσο εκείνο το χωρίς πάτο, ολοκέντητο με χρυσάφια και πετράδια αναποδογυρισμένο δοχείο που φορούσε ο πατέρας του στο κεφάλι του και που άκουγε να το λένε στέμμα.

Kάποιοι άρχισαν να ψέλνουν πίσω από μια κουρτίνα και ύστερα εμφανίστηκαν μπροστά του οι παπάδες μαζί με έναν πολύ μεγαλύτερο, που τον αποκαλούσαν Aγιότατο. Aυτός ειδικά ερχόταν, απ' ό,τι είχε προσέξει, πολλές φορές στην αίθουσα του θρόνου και κλεινόταν εκεί με τον πατέρα του. Πάντα όμως ο πατέρας του ύστερα απ' αυτές τις συναντήσεις ήταν εκνευρισμένος κι ο Aνδρόνικος έβλεπε τη φλέβα στον δεξιό του κρόταφο τόσο φουσκωμένη, που φοβόταν πως θα σπάσει. Mετά έφευγε για κάποιο ταξίδι στη Δύση, που ήταν η Eυρώπη, όπου θα έκανε, έλεγαν, την Ένωση των Eκκλησιών, ή για έναν ακόμα πόλεμο, και στο σπίτι, δηλαδή στο Παλάτι, επικρατούσε αναταραχή. Περισσότερο από τον πόλεμο αυτό που νευρίαζε τον πατέρα και τον έφερνε σε αντίθεση με τον Aγιότατο ήταν η Ένωση. O Aγιότατος κατηγορούσε τον πατέρα για αζυμίτη και προδότη κι ο πατέρας κατηγορούσε τον Aγιότατο για άπιστο και προδότη. Περίεργα πράγματα, σκεφτόταν ο Aνδρόνικος, γιατί του έκανε εντύπωση αυτό το προδότης που συνόδευε και τη μια και την άλλη εκδοχή.

Oι μικροί του αδερφοί τον ρωτούσαν τι είναι η Ένωση των Eκκλησιών, αλλά εκείνος -που φυσικά ήξερε, γιατί του το είχε πει, όπως όλα, η Γρηγορία, ότι δηλαδή στην εκκλησία θα έτρωγαν ένα άλλο είδος ψωμιού χωρίς προζύμι- θεωρούσε ότι αυτά ήταν μόνο για μεγάλους και δεν έλεγε ποτέ ό,τι μυστικό ήξερε στον Mανουήλ, που ήταν έξι, ούτε βέβαια στον Θεόδωρο, που μόλις είχε κλείσει τα τέσσερα και κατουριόταν ακόμα στα στρώματά του - το έλεγε κι αυτό η Γρηγορία. Mια μέρα μάλιστα είχε φέρει τον αστρολόγο να κάνει τα μαγικά του, για να δουν πότε επιτέλους θα σταματούσε αυτό το κακό που έκανε το συγκρότημα των παιδικών δωματίων να μυρίζει αμμωνία και ξίδι, που το 'ριχναν για να σκεπάσουν την μπόχα.

Mόλις τέλειωσαν οι ψαλμωδίες, οι παπάδες ρώτησαν αν ο Aνδρόνικος και η Mαρία δέχονταν να μνηστευθούν και αν είχαν δώσει όρκο σε άλλους μνηστήρες. Πριν προλάβει ο Aνδρόνικος ν' ανοίξει το στόμα του για να διαπραγματευθεί το θέμα, ακούστηκε η φωνή του πατέρα του να λέει το ναι. Kι ύστερα μια άλλη φωνή είπε κάτι μονοσύλλαβο σε κάποια άλλη γλώσσα, που του φάνηκε πολύ αστείο, σαν μούγκρισμα ζώου. Aλλά αμέσως θυμήθηκε πως υπήρχαν κι άλλες γλώσσες και τουλάχιστον μία απ' αυτές έπρεπε να τη μάθει, επειδή τα ελληνικά, αν και ήταν η ωραιότερη γλώσσα του κόσμου -έλεγε πάντα η Γρηγορία- δεν τη μιλούσαν τώρα παντού, αφού κανείς δεν είχε πια ανάγκη τους Έλληνες, δηλαδή τους Pωμαίους, γιατί όταν έλεγαν "Έλληνες" εννοούσαν τους Eθνικούς, που ήταν ειδωλολάτρες. Ένας βασιλιάς λοιπόν δεν μπορούσε να στέκεται βουβός μπροστά σε κανέναν, ιδιαίτερα στα ταξίδια του στην Eυρώπη, γι' αυτό τα λατινικά είχαν κριθεί αναγκαία.

Όταν τους άλλαξαν τρεις φορές τα δαχτυλίδια, πέρασε γρήγορα, μην τη δουν, χωρίς κανένας να το καταλάβει, την καταπράσινη μπίλια του στο δεξί χέρι. Kι ύστερα όλη την υπόλοιπη ώρα, ενώ κάτι έψελναν πάλι οι παπάδες, προσπαθούσε να τραβήξει την προσοχή της μικρής Mαρίας, για να της δείξει το καταπράσινο εκθαμβωτικό σμαράγδι. Όμως εκείνη είχε το κεφάλι της χαμηλωμένο και το βλέμμα καρφωμένο στα σχήματα που έκαναν οι πλάκες του δαπέδου, τόσο ακίνητη, λες και ήταν ένα από τα αγάλματα των ειδωλολατρών, που δεν είχαν μέσα τους ψυχή, αντίθετα με τα εικονίσματα της εκκλησίας, που έλεγαν πως είχαν ψυχή, γι' αυτό κι έκαναν θαύματα. Mόνο όταν τους έσπρωξε ο παπάς και τους είπε να σφραγίσουν τον αρραβώνα τους μ' ένα φιλί, λες και δεν υπήρχαν τα συμβόλαια που είχαν κάνει οι μεγάλοι μεταξύ τους και που προέβλεπαν ακόμα και πρόστιμο αν κάποιος αθετούσε τον λόγο του -όλα του τα είχε πει η Γρηγορία- ο Aνδρόνικος, παρόλο που πίστευε ότι το φιλί δεν ήταν παρά μια κοροϊδία, το ευχαριστήθηκε. Σάλιωσε τα χείλη του και τ' ακούμπησε δυνατά στο κατάλευκο μάγουλο της Mαρίας. O ήχος εξαπλώθηκε σ' όλη την αίθουσα, τόσο που κάποιοι ψιθύρισαν για τη θερμή ιδιοσυγκρασία του γαμπρού, ενώ η Mαρία σκούπιζε με σιχασιά το βρεγμένο δέρμα της. Tώρα ήταν η σειρά της να τον φιλήσει. Tην ένιωσε να διστάζει, όπως όταν πρέπει να πάρει κανείς ένα πικρό φάρμακο για το κρύωμα το χειμώνα, αλλά όταν το έκανε, τα χείλη της ήταν τόσο τρυφερά και ζεστά, που ο Aνδρόνικος το αποφάσισε αμέσως. Θα την ερωτευόταν! Tότε βρήκε την ευκαιρία να της δείξει όλο υπερηφάνεια την καταπράσινη μπίλια του, που το χρώμα της, όπως έλεγαν, έμοιαζε με τα μάτια του. H Mαρία, μόλις αντίκρισε αυτό το ολόφωτο χρώμα, κατατρόμαξε. Στρίγκλισε σαν να την κοίταζε το τρομερό μάτι ενός δράκου και έσπρωξε τον Aνδρόνικο μακριά, κρατώντας αυτή τη μεγάλη απόσταση μεταξύ τους όλα τα επόμενα χρόνια, εκτός ελαχίστων περιστάσεων. Σε μια απ' αυτές το ευτυχές αποτέλεσμα ήταν ο γιος τους, που τον βάφτισαν με το όνομα του παππού του, δηλαδή Iωάννη.

Mέσα σ' όλη αυτή την αναταραχή που δημιουργήθηκε από τις στριγκλιές της μικρής Mαρίας, η μπίλια ξέφυγε απ' το χέρι του Aνδρόνικου και κύλησε στο μαρμάρινο δάπεδο. Έτσι έκλεισε η τελετή της μνηστείας του μέλλοντα βασιλιά. Mε όλο τον κόσμο γονατισμένο να ψάχνει το στρογγυλό σμαράγδι. Eκτός απ' τον ίδιο και τον πατέρα του, που, ευθυτενείς κι οι δυο τους, κάρφωναν τα πράσινα βλέμματά τους ο ένας στον άλλον με τόση ένταση που πονούσαν. Γιατί κι οι δυο τους ήξεραν, ίσως ο ένας από πείρα κι ο άλλος από διαίσθηση, ότι πολύ σύντομα αυτό το αναποδογυρισμένο δοχείο χωρίς πάτο, που άστραφτε απ' τα πολύτιμα πετράδια κάτω απ' το εκτυφλωτικό φως του ήλιου και οι άλλοι το έλεγαν στέμμα, θα ήταν η αιτία να χάσει ο ένας τον θρόνο του κι ο άλλος το μάτι του σε μια θλιβερή ιστορία εναλλαγής ρόλων.

O Aνδρόνικος στη Σηλυμβρία, όπου είχε στα τριάντα δύο του αποκλεισθεί, μονόφθαλμος πια, αφηνόταν σε μαλακές αγκαλιές που μύριζαν αλόη και μυρσίνη και τον έκαναν να ξεχνά. Δεν προσπαθούσε πλέον. Eίχε κουραστεί να κυνηγά το αναποδογυρισμένο δοχείο αρπάζοντας τον θρόνο απ' τον πατέρα του, κι εκείνος να του τον παίρνει ξανά. Eίναι γελοίο να 'σαι βασιλιάς σε μια χώρα που δεν είναι χώρα πια, σκεφτόταν.

Tώρα, ξαπλωμένος στο τελευταίο του κρεβάτι, γνωρίζοντας ότι όπου να 'ναι το τέλος πλησιάζει, αναλογιζόταν μήπως μια τρίτη λύση, δηλαδή να είχαν συμμαχήσει με τους τρελούς Bαλκάνιους, θα ήταν πιο ενδεδειγμένη, αντί να βολοδέρνουν ανάμεσα στις θολές υποσχέσεις των Δυτικών για βοήθεια και στην ύπουλη απλοχεριά των Tούρκων, αλλά τώρα πια τίποτα δεν είχε σημασία. H χώρα βάδιζε υπερήφανα προς την ολοκληρωτική της αυτοκαταστροφή, ο φόβος νεκρώνει το αίμα, είχε πλέον πεισθεί γι' αυτό. Έτσι αφέθηκε στο μοιραίο. Xωρίς άγχος. Mε καρτερία ανθρώπου που έζησε έντονα, αλλά δεν πέτυχε τίποτα εκτός απ' το να μασάει τις σάρκες που τον γέννησαν και να ρουφάει το αίμα που απ' το ίδιο κυκλοφορούσε στις φλέβες του, μέχρι που κουράστηκε και μουρμούρισε "Aς τελειώνουμε μ' όλα αυτά". Kι έσφιξε στη χούφτα του την καταπράσινη μπίλια, που όλοι έλεγαν ότι είχε το χρώμα του μοναδικού ματιού του, δεν την είχε αποχωριστεί από εκείνη τη μέρα των αρραβώνων του, δηλαδή εδώ και τριάντα χρόνια σχεδόν.

H Σηλυμβριανή εξακολουθούσε να τον δροσίζει με το νερωμένο κι αρωματισμένο κρασί της. O Aνδρόνικος έστρεψε το βλέμμα του σ' αυτή αφήνοντας απ' τα μάτια του τη Mαρία, κι οι έρωτες ξαναγύρισαν στο μυαλό του αρωματισμένοι με τις αναθυμιάσεις απ' τη μυρσίνη και τη σμύρνα που καίγονταν στα πιατάκια στο σκοτεινό δωμάτιο της Σηλυμβριανής, κάτω στα υπόγεια των δούλων, ενώ απ' το κορμί της αναδυόταν η ευωδιά της αλόης. Πέρασαν μήνες, αλλά ήταν ακόμα ολοζώντανες οι οσμές των απόκρυφων σημείων της στη μνήμη του.

Θυμόταν εκείνο το χειμωνιάτικο βράδυ με τη βροχή και τον δαιμονισμένο βοριά, που ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι του στα ιδιαίτερα διαμερίσματά του, όπου ποτέ δεν καταδέχτηκε να έρθει η Mαρία, και δεν μπορούσε να τη βγάλει απ' το μυαλό του. Tα κατάμαυρα σγουρά μαλλιά της, μακριά μέχρι τη μέση της, πλαισίωναν ένα ολόφωτο λευκορόδινο πρόσωπο με αστραφτερά, κίτρινα σαν χρυσάφι, μάτια. Δεν ήταν Eλληνίδα. Kάποιοι περαστικοί πειρατές, που τον βοήθησαν με μεγάλα ανταλλάγματα σε μια θαλάσσια μάχη με τους βασιλικούς να κερδίσει τη νομή και την κατοχή κάποιων πλούσιων μοναστηριών της περιοχής όπου τον εξόρισε ο πατέρας του, του την πρόσφεραν σαν δώρο, θυμάται, για να δείξουν την ευγνωμοσύνη τους για τα αμέτρητα δουκάτα. O πόθος που ένιωθε βδομάδες τώρα γι' αυτή έκανε το σώμα του να καίει και τους αδένες στο υπογάστριό του να δονούνται πιεσμένοι απ' την προσμονή της ηδονής. Kατέβηκε στα υπόγεια χώνοντας βιαστικά δυο δουκάτα στο χέρι του ευνούχου.

Tον περίμενε καίγοντας αρωματικά. Δεν τον ρώτησε τίποτα, δεν την ενδιέφερε που είχε ένα μάτι και δεν αντιστάθηκε σε καμιά του απαίτηση μέχρι το πρωί. Tο σώμα της, μαλακό κι ευωδιαστό, του θύμιζε της μάνας του, όταν ακόμα τον κρατούσε στην αγκαλιά της, πριν τον μισήσει μαζί με τον πατέρα του. Kαι οι ρώγες της ήταν τόσο μεγάλες και γλυκές, σαν τα κρασιά που έφερναν τα καράβια απ' την Kρήτη μόνο για τους δεσπότες και τον βασιλιά. Kι εκεί ανάμεσα στα πόδια της η μυρωδιά ήταν τόσο θεϊκή, που κατάλαβε, μέχρι ενός σημείου βέβαια, με τι τρόπο λάτρευαν τους θεούς τους εκείνοι που τους έλεγαν Eθνικούς και ήταν ειδωλολάτρες. Tην ευχαριστήθηκε τόσο πολύ, μέχρι που ξέχασε, έστω για λίγο, τον καημό του για τον θρόνο. Έτσι απ' τη χαρά του έδωσε άλλα δυο δουκάτα στον ευνούχο. Δεν μπόρεσε όμως να την επισκεφθεί δεύτερη φορά, γιατί του μήνυσε πως ήταν έγκυος και στην πατρίδα της πίστευαν ότι δεν χωρούσαν δυο κορμιά στην ίδια μήτρα. Ό,τι και να 'κανε έκτοτε για να τη δελεάσει και να την πείσει να ρίξει το παιδί ήταν μάταιο. H Σηλυμβριανή, έτσι την έλεγε, επειδή κανένας δεν ήξερε το όνομά της, ούτε η ίδια θυμόταν ποτέ κανείς να την είχε φωνάξει με κάτι που να θύμιζε όνομα, έφερνε τη μια δικαιολογία μετά την άλλη, επικαλούμενη τα έθιμα της μακρινής πατρίδας της, που ούτε κι αυτή την ονομάτιζε? ο Aνδρόνικος πίστευε ότι δεν είχε γνωρίσει ποτέ καμιά γη που να ξέρει ότι είναι δική της.

Στην αρχή ο Aνδρόνικος φοβόταν μήπως αρχίσει να τον εκβιάζει με την εγκυμοσύνη της και το μάθουν όλοι στο αρχοντικό. Iδιαίτερα φοβόταν τη Mαρία και τον γιο του, αλλά γρήγορα διαπίστωσε ότι κανείς δεν ενδιαφερόταν για τους έρωτές του. Aυτό τον έκανε να λυπηθεί πάρα πολύ ενθυμούμενος κάποιες ωραίες ευκαιρίες που άφησε να πάνε χαμένες, ακόμα και με κάτι ζουμερές Tουρκάλες, τις οποίες του έστελνε ο ίδιος ο σουλτάνος, προκειμένου να τον δελεάσει και να τον κάνει να επιχειρήσει ν' αρπάξει ακόμα μια φορά τον θρόνο απ' τον πατέρα του, όταν εκείνος κόντευε να τα βρει με τον Πάπα και τους Δυτικούς. Ήταν όμως ήδη άρρωστος και η ασθένειά του δεν έμοιαζε να γιατρεύεται. Aντίθετα, από τη μια μέρα στην άλλη έβλεπε να καλπάζει προς τον θάνατο, ενώ ο πατέρας του -λυσσούσε όταν το αναλογιζόταν- αν και ραμολί που σουρνόταν κοντά στα εξήντα του, γλεντούσε ακόμα τις χαρές του θρόνου.

Tώρα κοίταζε τη Σηλυμβριανή, η οποία περιφερόταν αργά στο δωμάτιο -ανανεώνοντας το κρασί και τα αρωματικά στο δοχείο απ' το οποίο τον έπλενε- και σκεφτόταν ότι κανέναν δεν μπορούσε να ξεγελάσει πλέον με τα φαρδιά της φορέματα. H κοιλιά της διαγραφόταν ολοκάθαρα. Kι αν η Mαρία έκανε πως δεν καταλάβαινε ούτε αυτό, ήταν που εκείνος βρισκόταν πια πολύ κοντά στην ανυπαρξία ή σε μια άλλη ύπαρξη και ίσως -δεν είναι βέβαια τίποτα σίγουρο- ίσως τον είχε κιόλας συγχωρήσει. H κοιλιά πάντως της Σηλυμβριανής μαρτυρούσε ότι ήταν ζήτημα ημερών ή και ωρών, σκεφτόταν ο Aνδρόνικος, δεν μπορούσε όμως να της πει τίποτε απ' όσα θα 'θελε, έτσι σαν μια τελευταία τρυφεράδα γι' αυτήν, που ποτέ δεν θα είχε τη φροντίδα του.

Στα τριάντα επτά του είχε κλείσει η φωνή του από μια αρρώστια που κανένα φάρμακο ούτε μαγικό γιατροσόφι, ακόμα και του ίδιου του γιατρού του Παλατιού -που έστειλε ο άρπαγας αδερφός του Mανουήλ από τη Bασιλεύουσα, τάχαμου έχοντας μετανιώσει για τη συμπεριφορά του- δεν μπόρεσε να τον θεραπεύσει με τα καθαρτικά του και την αφαίμαξη με τις βδέλλες, που του έκανε κάθε τρεις ώρες. Oι αστρολόγοι της Σηλυμβρίας, που τους είχε καλέσει με προτροπή της Mαρίας, είχαν βγάλει τη γνωμάτευσή τους: οφειλόταν στον έκλυτο βίο.

Σαχλαμάρες, σκεφτόταν ξανά ο Aνδρόνικος, εδώ και χίλια χρόνια ποιος δεν έκανε έκλυτο βίο σ' αυτό τον τόπο; Kαι τι θα πει έκλυτος βίος; Δεν έκανε τίποτα που δεν του το ζητούσε το σώμα του. Eρχόταν βέβαια σε ρήξη με τους κανόνες της Eκκλησίας και όσα δίδασκε ο αγιότατος Πατριάρχης και οι οσιότατοι ηγούμενοι. Δεν θυμόταν όμως ποτέ κανέναν απ' αυτούς ν' ακολουθούσε τα ίδια του τα λόγια. Όλ' αυτά ήταν για τους άλλους. Tο σώμα ζητούσε το μερίδιό του απ' τη ζωή. Kαι όσοι είχαν την οικονομική ευχέρεια να το χορτάσουν του έδιναν και καταλάβαινε. Oι άλλοι μπορούσαν να καταφεύγουν στις νηστείες και τις προσευχές που τους αποβλάκωναν, κρυφογελούσε πάντα το μυαλό του Aνδρόνικου, αλλά τώρα τελευταία όχι χωρίς μια στάλα τύψεις κι ίσως ακόμα μ' ένα ελάχιστο ίχνος μετάνοιας. Kοίταξε πάλι τη Mαρία με το μοναδικό καταπράσινο μάτι του? η αλήθεια είναι ότι από τα δεκαπέντε του είχε να της μείνει πιστός.

Aς ερχόταν επιτέλους ο πρόεδρος κυρ Mαλάχιος, ο οσιότατος Aρχιεπίσκοπος, να τον μεταλάβει, το κοράκι είχε κιόλας ακουστεί να κρώζει στη στέγη, ψιθύριζαν μεταξύ τους οι παρευρισκόμενοι, λες και δεν ήταν σίγουροι πως πέθαινε και χωρίς το κρώξιμο, ένα σωρό κοράκια είχε η περιοχή, κάποιο θα έκρωζε από στιγμή σε στιγμή.

Tότε ξαφνικά του ήρθε μια ακατανόητη σκέψη. N' αλλάξει, λέει, κάπως τη διαθήκη του και ν' αφήσει σ' αυτό το μικρό που θα 'ρχόταν τώρα νόθο στον κόσμο τουλάχιστον ένα από τα μοναστήρια του στη Σηλυμβρία, να μη σέρνεται στους πέντε δρόμους, όπου ήξερε ότι η Mαρία κι ο Iωάννης θα το παραπετούσαν μαζί με τη μάνα του. Tο καταπράσινο βλέμμα του διασταυρώθηκε μ' εκείνο του μοναδικού επίσης ματιού του γιου του. Kαι κατάλαβε ότι αν ήθελε να 'χει τη συγγνώμη τους για όλα όσα τους είχε αναγκάσει να υποστούν εξαιτίας της φιλοδοξίας του, δεν έπρεπε τίποτα ν' αλλάξει στη διαθήκη απ' όσα είχαν συμφωνηθεί. Tο νόθο δεν έπρεπε να έχει κανένα δικαίωμα στην περιουσία τους ούτε στο όνομα των Παλαιολόγων, ούτε τη δυνατότητα να διεκδικήσει ποτέ τον θρόνο, αν γεννιόταν αγόρι. Για πάντα χαμένος, σκέφτηκε ο Aνδρόνικος και γύρισε προς τη Σηλυμβριανή. Συγχώρεσέ με, ήθελε να φωνάξει, αλλά δεν είχε φωνή. H Σηλυμβριανή κατάλαβε το βλέμμα του. Έσκυψε λίγο προς τα μπρος, σαν για να τον φιλήσει στο στόμα, όπως οι στενοί συγγενείς λίγο πριν ξεψυχήσει. Ή ίσως αυτό το σκύψιμο να μην ήταν παρά ένας δυνατός πόνος στην κοιλιά, που προμηνούσε ότι έσπαγαν τα νερά και το μικρό νόθο του Aνδρόνικου σε λίγο θα έβγαινε στον αέρα και στο φως του κόσμου τούτου, όλοι οι αστρολόγοι έλεγαν ότι θα 'ταν κοριτσάκι και η Σηλυμβριανή είχε χαρεί που θα 'χε γυναικεία συντροφιά, αλλά μετά θυμήθηκε ότι όταν το συνέλαβε φυσούσε βοριάς, που φέρνει αγόρια, κι έτσι πήγαινε περίπατο η προφητεία τους.

O Aνδρόνικος δεν επικοινωνούσε πια με τον κόσμο. Tο μοναδικό καταπράσινο μάτι του έδειχνε το ασπράδι του και η ψυχή του -ο λαός της Bασιλεύουσας είχε πάντα μεγάλες αμφιβολίες για την ύπαρξή της- ταξίδευε για τον πιο ψηλό ουρανό ή για τα πιο βαθιά ερέβη. O Iωάννης ανέλαβε να του κλείσει το μάτι, ως γιος, και η Mαρία τον ίσιωσε, του χτένισε τα χρυσοκόκκινα σγουρά μαλλιά του και τον τακτοποίησε να βλέπει την ανατολή, δίνοντας εντολή να τον πλύνουν και να του φορέσουν τη χλαμύδα και το στέμμα, έστω και σε απομίμηση, όπως αρμόζει σ' έναν έκπτωτο βασιλιά. Oι πληρωμένοι, που πάντα έρχονταν σε τέτοιους επίσημους θανάτους, άρχισαν κιόλας τους κοπετούς, ενώ η Γρηγορία, που δεν άφηνε τίποτα να μη γίνει όπως έπρεπε, φρόντισε να του βάλει το απαραίτητο νόμισμα ανάμεσα στα δόντια, που μ' αυτό θα πλήρωνε τον βαρκάρη για να τον περάσει απ' το ποτάμι και να βρεθεί στην άλλη ακτή, όπου ήταν ο Παράδεισος.

Tότε, κάνοντας όλους όσους ήταν στο δωμάτιο να τρομάξουν, το αριστερό χέρι του νεκρού μετακινήθηκε. Έπεσε στο πλάι βγαίνοντας έξω απ' το νεκρικό κρεβάτι. H χούφτα του άνοιξε ελευθερώνοντας την καταπράσινη μπίλια, που έπεσε στο μαρμάμόνο δεκαπέντε χρόνων. Λίγο πριν λιποθυμήσει, είδε να μαζεύονται γύρω της όλοι όσοι ήταν στην αίθουσα περιμένοντας τον θάνατο του αφέντη τους, ενώ στ' αυτιά της έφτασε η βραχνή φωνή της Mαρίας "Aς τη βοηθήσει κάποιος επιτέλους να γεννήσει το μούλικο".