ΜΗΡΥΚΑΣΤΙΚΑ

ΟΡΙΣΜΟΣ

Τα μηρυκαστικά αποτελούν υποτάξη οπληφόρων Θηλαστικών, της τάξης Αρτιοδάκτυλα. Στα μηρυκαστικά το πέλμα έχει εξελιχτεί με δύο (2) δάχτυλα και συνήθως φέρουν κέρατα, κυρίως τα αρσενικά.

ΓΕΝΙΚΑ

Χαρακτηρίζονται από την μεγάλη χωρητικότητα του στομαχιού τους, το οποίο αποτελείται από τέσσερα (4) διαμερίσματα, που είναι κατά σειρά: Η Μεγάλη Κοιλία, η οποία χωρίζεται στο ραχιαίο και τον κοιλιακό σάκκο, ο Κεκρύφαλος, ο Εχίνος ή Βιβλίο και το Ήνυστρο, το οποίο αποτελεί το πραγματικό στομάχι των μυρυκαστικών.

Σχηματογράφημμα στομαχιού μηρυκαστικών.

Ο οδοντικός τους τύπος είναι: 2x (Τ 0/4, Κ 0/0, Π 3/3, Γ 3/3) = 32.

Στα μηρυκαστικά ανήκουν η καμηλοπάρδαλη, τα ελάφια, οι τάρανδοι, τα ζαρκάδια, οι αντιλόπες, οι γαζέλες, τα βοοειδή και οι βούβαλοι και τα αιγοπρόβατα. Επίσης, στα μηρυκαστικά ανήκουν και οι καμήλες, οι οποίες όμως φέρουν τομείς και στην άνω σιαγόνα και στις οποίες το στομάχι είναι τρίχωρο (λείπει ο εχίνος).

Τα μηρυκαστικά είναι φυτοφάγα και καταναλώνουν μεγάλες ποσότητες φυτικών τροφών, κυρίως χλόης, παρά φύλλων δέντρων. Είναι ζώα των εκτεταμένων ανοιχτών πεδιάδων, μη επιθετικά και βρίσκονται πάντοτε κάτω από την πίεση της θήρας των σαρκοφάγων.

Τα μηρυκαστικά, κατά τη λήψη της τροφής τους την προωθούν σχεδόν αμάσητη στη μεγάλη κοιλία και, όταν αργότερα βρεθούν σε ημεμία, την επαναφέρουν στο στόμα τους, όπου τότε υφίσταται μια δεύτερη, κανονική μάσηση. Το φαινόμενο αυτό χαρακτηρίζεται ως μηρυκασμός,

ΜΕΡΙΚΑ ΑΠΟ ΤΑ ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ ΤΟΥ ΜΗΡΥΚΑΣΜΟΥ

Τα γεγονότα του μηρυκασμού λαμβάνουν χώρα κατά τους ακόλουθους τρεις χρόνους:

-- Κατά τον πρώτο χρόνο, ένα τμήμα των τροφών (βλωμός), οι οποίες βρίσκονται στη μεγάλη κοιλία και τον κεκρύφαλο, διέρχεται το οισοφαγικό στόμιο και δια του οισοφάγου επαναφέρεται στη στοματική κοιλότητα.

-- Κατά το δεύτερο χρόνο, ο βλωμός υφίσταται βραδεία μάσηση (μηρυκαστική μάσηση), κατά την οποία εμπλουτίζεται με άφθονο σάλιο.

-- Κατά τον τρίτο χρόνο, ο βλωμός, ρευστής πια σύστασης λόγω της ενσιάλωσής του, καταπίνεται και επαναφέρεται στη μεγάλη κοιλία.

Στη μεγάλη κοιλία και τον κεκρύφαλο οι τροφές των μηρυκαστικών παραμένουν υπό κανονικές συνθήκες επί πολύ χρόνο (50 - 70 ώρες), κατά τη διάρκεια του οποίου μπορεί να υποστούν και δεύτερη ή και τρίτη μηρυκαστική μάσηση, ενώ συγχρόνως, λόγω των συσπάσεων της μεγάλης κοιλίας, αναμιγνύονται με μεγάλες ποσότητες σάλιου (πρόβατα: 6 - 16 l/24ωρο, βοοειδή: 100 - 190 l/24ωρο) και νερού και ομογενοποιούνται. Με τον τρόπο αυτό προκαλείται πολύ λεπτή κατάτμηση των κυτταρινούχων τροφών και καθίσταται δυνατή η επίδραση επ' αυτών των μικροοργανισμών της μεγάλης κοιλίας.

Η μεγάλη κοιλία και ο κεκρύφαλος προσφέρουν τις ευνοϊκότερες συνθήκες για την ανάπτυξη των μικροοργανισμών και την πραγματοποίηση των μικροβιακών ζυμώσεων (χρόνος παραμονής των τροφών, θερμοκρασία, pH κλπ.). Ενδεικτικά αναφέρεται ότι σε κάθε κυβικό εκατοστό (ml) περιεχομένου της μεγάλης κοιλίας υπάρχουν 16 - 40 δισεκατομμύρια μικρόβια και 200.000 μέχρι 2.000.000 πρωτόζωα.

Ο ρόλος τον οποίο διαδραματίζουν οι παραπάνω μικροοργανισμοί στην πέψη των μηρυκαστικών συνίσταται στο γεγονός ότι χρησιμοποιούν για τις ανάγκες τους θρεπτικές ουσίες (κυτταρίνη) και αποβάλλουν τα προϊόντα του μεταβολισμού τους, τα οποία είναι πτητικά λιπαρά οξέα και αέρια. Στη συνέχεια τα μηρυκαστικά χρησιμοποιούν είτε τα προϊόντα του μεταβολισμού των μικροοργανισμών, κυρίως τα πτητικά λιπαρά οξέα (όπως το οξικό οξύ, το προπιονικό οξύ και το βουτυρικό οξύ), τα οποία αποτελούν σημαντική πηγή ενέργειας, είτε αυτούς τους ίδιους τους μικροοργανισμούς. Με τον τρόπο αυτό καθίσταται δυνατή η πέψη της κυτταρίνης, επί της οποίας δεν θα είχαν καμιά επίδραση τα πεπτικά ένζυμα.