PAST  PARTICIPLES 
ΜΕΤΟΧΕΣ   ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΥ

Επιστροφή - Back 
 

επισεσυρμένος (επισύρομαι)

ειλημμένος (λαμβάνομαι)

επανειλημμένος (επαναλαμβάνομαι)

κατειλημμένος (καταλαμβάνομαι)

ανειλημμένος (αναλαμβάνομαι)

ανηγμένος (ανάγομαι)

προηγμένος (προάγομαι)

συγκεχυμένος (συγχέομαι)

εκπεφρασμένος (εκφράζομαι)

συνεπτυγμένος (συμπτύσσομαι)

παρωχημένος (παροίχομαι)

ανεπτυγμένος (αναπτύσσομαι)

εγκαταλελειμμένος (εγκαταλείπομαι)

συνημμένος (συνάπτομαι)

εξημμένος (εξάπτομαι)

εξηναγκασμένος (εξαναγκάζομαι)

ειρημένος (λέγομαι, αγορεύομαι)

επηρμένος (επαίρομαι) 

συνηρημένος (συναιρούμαι)

αφηρημένος (αφαιρούμαι)

παρηλλαγμένος (παραλλάσσομαι)

ημαρτημένος (αμαρτάνομαι)

παρημελημένος (παραμελούμαι)

εξηντλημένος (εξαντλούμαι)

εξηπατημένος (εξαπατώμαι)

απολωλώς (απόλλυμαι)

ηυξημένος (αυξάνομαι)

προσηυξημένος (προσαυξάνομαι)

προβεβλημένος (προβάλλομαι)

συμβεβλημένος (συμβάλλομαι)

επιβεβλημένος (επιβάλλομαι)

καταβεβλημένος (καταβάλλομαι)

βεβλαμμένος (βλάπτομαι)

γεγονώς (γίγνομαι)

εγνωσμένος (γιγνώσκομαι)

παραγεγραμμένος (παραγράφομαι)

αναγεγραμμένος (αναγράφομαι)

καταγεγραμμένος (καταγράφομαι)

προδιαγεγραμμένος (προδιαγράφομαι)

περιγεγραμμένος (περιγράφομαι)

αποδεδειγμένος (αποδείκνυμαι)

δεδηλωμένος (δηλούμαι)

απονενοημένος (απονοούμαι)

συνεννοημένος (συνεννοούμαι)

δεδομένος (δίδομαι)

διαδεδομένος (διαδίδομαι)

τετελεσμένος (τελούμαι)

ηγγυημένος (εγγυώμαι)

εντεταλμένος (εντέλλομαι)

κατειργασμένος (κατεργάζομαι)

εσχημένος (έχομαι)

συνεζευγμένος (συζεύγνυμαι)

διεζευγμένος (διαζεύγνυμαι)

εξεζητημένος (εκζητούμαι)

διακεκαυμένος (διακαίομαι)

προσκεκλημένος (προσκαλούμαι)

συγκεκαλυμμένος (συγκαλύπτομαι)

συγκεκραμένος (συγκεράννυμαι)

συγκεκομμένος (συγκόπτομαι)

διακεκομμένος (διακόπτομαι)

συγκεκριμένος (συγκρίνομαι)

εγκεκριμένος (εγκρίνομαι)

διακεκριμένος (διακρίνομαι)

κεκτημένος (κτώμαι)

λελογισμένος (λογίζομαι)

αναμεμειγμένος (αναμείγνυμαι)

μεμυημένος  (μυούμαι)

νενομισμένος (νομίζομαι)

κατωκημένος (κατοικούμαι)

πεπεισμένος (πείθομαι)

αναπεπταμένος (αναπετάννυμαι)

πεπραγμένος (πράττομαι)

ερριμένος (ρίπτομαι)

εσβεσμένος (σβέννυμαι)

σεσημασμένος (σημαίνομαι)

εσκεμμένος (σκέπτομαι, σκοπούμαι)

εσφαλμένος (σφάλλομαι)

συντεταγμένος (συντάσσομαι)

παρατεταγμένος (παρατάσσομαι)

διατεταγμένος (διατάσσομαι)

εκτεταμένος (εκτείνομαι)

παρατεταμένος (παρατείνομαι)

συντετμημένος (συντέμνομαι)

εντεταμένος (εντείνομαι)

κατατεθειμένος (κατατίθεμαι)

παρατεθειμένος (παρατίθεμαι)

διατεθειμένος (διατίθεμαι)

συντετριμμένος (συντρίβομαι)

τετριμμένος (τρίβομαι)

επιτετραμμένος (επιτρέπομαι)

ανατεθραμμένος (ανατρέφομαι)

υπεσχημένος (υπισχνούμαι)

εφθαρμένος (φθείρομαι)

παρεφθαρμένος (παραφθείρομαι)

διεφθαρμένος (διαφθείρομαι)

συμπεφωνημένος (συμφωνούμαι)

επιπεφυκώς (επιφύομαι)

απεσταλμένος (αποστέλλομαι)

συνεσταλμένος (συστέλλομαι)

διεσταλμένος (διαστέλλομαι)

παρηγγελμένος  (παραγγέλλομαι)

υπογεγραμμένος  (υπογράφομαι)

ειμαρμένος (μείρομαι)

διηρημένος (διαιρούμαι)

αναπεπταμένος (αναπετάννυμαι)

παραδέχομαι - παραδεδεγμένος 

πεπερασμένος
(περαίνω)

κεκαρμένος (κείρομαι)

πεπραγμένος (πράττομαι)

εστεμμένος
(στέφομαι)

κεκλεισμένος (κλείομαι)
 
τεθωρακισμένος
(θωρακίζομαι)

εστραμμένος (στρέφομαι)

κατεστραμμένος (καταστρέφομαι)