ΓΡΑΜΜΑ Μ
Τελευταία ενημέρωση / Last update 23 September
2001
Επιστροφή στο ευρετήριο
Α Β
Γ Δ Ε Ζ
Η Θ Ι Κ
Λ Μ Ν Ξ
Ο Π Ρ Σ
Τ Υ Φ Χ
Ψ Ω
μαγειρεία πλοίου = galley
μαγειρικός = culinary
μαγιά = leaven
μαγνητοσκόπηση = taping
μαθεύεται = it gets out
μαιευτήριο = maternity hospital
Μαινάδες = Furies
μαίνεται = it rages
μαλακίες ! = bullshit !
μάλλον = probably, presumably, apparently
μάννα εξ ουρανού = manna from heaven
μάντης = augur
μάρκα καζίνου = counter
μάστιγα (πχ. του πολέμου) = scourge
μαστροπεία = pandering
μαυραγορίτης = profiteer
με αναπεπταμένη (πχ την παναμ.σημαία) = flying...
με αντάλλαγμα.. = in return for...
με έναυσμα την... = triggered by the...
με επιφύλαξη = cum grano salis
με παρακολουθείς ; (στην κουβέντα) = are you with me ?
με προορισμό.. = bound for...
με την επιφύλαξη του άρθρου... = without prejudice of the article...
με τον καιρό, προϊόντος του χρόνου = over time
μεγαλεπήβολος = grandiose
μεγαλοφώνως = aloud
μειώνω κατα το ήμισυ = halve
μέσα σε λίγα λεπτά = in minutes
μέση λύση = trade-off
μεσοπρόθεσμα = in the medium term
μέσος όρος ζωής = life expectancy
μέσω του... = by way of...
μετ'αποδοχών = earned
μετα θάνατον ζωή = afterlife
μετά την επιστροφή στο... = back at the...
μεταγγίζω = decant, transfuse
μετακίνηση (προκειμ. για συγκοιν.) = trip
μεταλαμπαδεύεται = is relayed
μεταστάς = defunct
μέτρα ασφαλείας = precautions
μετρημένες (πχ. οι μέρες του) = numbered
μέχρις αηδίας, κατα κόρον = ad nauseam
μέχρις εσχάτων = to the utterance
μή κατονομαζόμενος = unnamed
μή μου κάνεις τέτοια = don't do this to me
μή προνομιούχος = underprivileged
μή προσιδιάζων = not appropriate
μή φύγεις ! (μήν απομακρυνθείς) = don't go away !
μία και η αυτή = single
μιά ώρα ορχήτερα = sooner rather than later
μιάς χρήσεως = disposable
μικρές ώρες = wee hours
μισάνοιχτη = ajar
μισθολογική κλίμακα = ladder of wages
μισθωτήριο συμβόλαιο = lease
μισθωτός = wage earner
μίτος = thread
μοδίστρα = dressmaker
μοιχαλίδα = adulteress
μολαταύτα = even so
μόλις τώρα = just
μονογραφή = initials
μονοήμερος = intraday
μόνον έτσι = only then
μου κάνει εντύπωση = it strikes me
μπαγιάτικος = stale
μπάζα (τα) = spoil
μπαίνω στον κόπο = bother, take trouble
μπάλ μασκέ = masked ball
μπαλαμουτεύω = slant
μπερδεύομαι (τα χάνω) = bewilder
μπλόκο = roadblock
μπουρί = stovepipe
μπόχα = reek
μπράντεφέρ = arm wrestling
μπρούμυτα = prone
μώλος = jetty
μεμονωμένα (πχ. εξεταζόμενος) = in isolation
μας γλύτωσε απο ... = he spared us a ...
μακροπρόθεσμα = in the long run
μία και μοναδική (πχ. ευκαιρία) = one-time
με στολή παραλλαγής = in camouflage
μουσάτος, γενειοφόρος = bearded
"τα μάτια και τα αφτιά" (της υπηρεσίας) = watchdog
μπαμπούλας = bully
μέχρι τούδε = as yet
τα "μαζεύω" = I pack my bags
μιά χαρά ! = fine !
μου διαφεύγει (δέν το θυμάμαι) = it fails me
μεροδούλι-μεροφάϊ = hand-to-mouth
μοιραίος = doomed
Επιστροφή στο ευρετήριο