ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ - BACK


ΚΙ   ΑΛΛΕΣ   ΛΕΞΕΙΣ  -  MORE  WORDS

 

 

"την περνάω  χωρίς"= to cope  without

(πάρα) πολύ ωραίο = so nice

«κάθετος» = adamant

«κόκκινο  πανί» = bête noire

«στα θυμαράκια» = ad  patres

«χτύπημα»  στην πλάτη = backslap

αβγά  μάτια = sunny-side  up

αβγά  ψαριού = fish  roe

αβγοτάραχο = botargo

αβλαβής= innocuous

αβοήθητος = unaided

άβολα = uneasy

άβολος = awkward

αγανακτισμένος= indignant

αγγελία (πχ ενοικίασης) = advertisement

αγγελικό  πρόσωπο = cherubic  face

αγεφύρωτο χάσμα = yawning splits
όταν είναι στη μέση το…, όταν πρόκειται για…, προκειμένου για… =
when it comes to

αγκαλιά (περιεχόμενο) = armful

αγνοώ (γνώμη  κάποιου) = to  disregard

αγνοώ (δεν ξέρω) = I am ignorant  of

άγνωστος = ignoto

αγοραστικό κοινό = buying  public
στη  μόδα, της μόδας =
in vogue

άγραφος νόμος = unspoken  rule

αγχίνοια = sagacity

αγωγή διαζυγίου = divorce suit
με σάρκα και οστά (επιθ. προσδιορ.) = flesh-and-blood

αγωνίσματα  στίβου = track  and  field

αδειάζω (σχολάζω) = to be idle
πραγματικότητα και μύθος =
fact  and  fiction

αδελφοποίηση = twinning

αδέσποτη  γάτα = alley  cat

αδέσποτη σφαίρα = stray bullet

αδιάκοπα = endlessly

αδιάκοπη κυκλοφορία = unrelenting traffic
αποτρέπω = to avert

αδιάλλακτος = intransigent                                                                                                                                   αδικαιολογήτως απών = absent without leave
χαρτογραφώ = to  chart

αδιάλλακτος = recalcitrant

αδιαμφισβήτητος = undesputed

αδιαμφισβήτητος = unquestionable

αδιανόητος = unthinkable

αδιαπέραστος = impervious

αδιαχώρητο = impenetrability

αδιέξοδο = blind  alley, dead  end

αδικώ κάποιον = to do somebody an injustice
αδυνατεί να... = he fails to...
αδειούχος = vacationer

αδυνατεί να = he fails to

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ - BACK

αδύνατον !, αποκλείεται ! = no  way !

αειφόρος ανάπτυξη, βιώσιμη  ανάπτυξη = sustained growth
αεροδιάδρομος = air corridor, airway
ακαριαίως, σε χρόνο μηδέν = in no time
αίρομαι  στο  ύψος  των  ευθυνών = to rise  to  responsibilities                                                                      
ακίνητη περιουσία = real estate, immovable property
ακριβοδίκαιος = equitable
ακριβώς! = absolutely !
άλλο το...και άλλο το.. = one thing....something else
αλυσιτελής = inexpedient
άμα έχεις τέτοιους φίλους τί τους θέλεις τους εχθρούς = with friends like them you may not need any enemies
αμ'έπος αμ'έργον = no sooner said than done
ακράδαντη  πεποίθηση = unshakable belief
ανα πάσαν στιγμήν = at any time
αμεροληψία = even-handedness
ανεφοδιασμός = replenishment
απόχρωση = coloration
υπέρ του να … = on  the  side of ..

άεργος =  out  of  action

Αη-Βασίλης = Father  Christmas, Santa  Claus

αθέατος = out  of  sight

αθέμιτος  ανταγωνισμός = unfair competition

αθετώ (πχ  υπόσχεση) = renege  on

αθλητικές  εγκαταστάσεις = sports  grounds

αθρόως = in  numbers

αίγλη = glamour

αιδημόνως, κοκκινίζοντας = blushingly

αιδοίο = vulva, cunt

αιθάλη, καπνιά = soot

αιθέριο  έλαιο = essential  oil

αισθάνομαι ντροπή = feel ashamed

αιτών = applicant

αιφνίδια  αναχώρηση = abrupt  departure

αιχμής (επίθ.) = cutting-edge

ακαθάριστο εθνικό προϊόν = gross  national  product

ακάθεκτη επέλαση = irresistible   rush

ακάθεκτος = irresistible
αμείλικτα = inexorably
αξεπέραστος = unsurpassed
αφότου =  after

ακανθώδης = knotty

ακατανόητος = incomprehensible

ακαταπαύστως = incessantly

ακεραιότητα = integrity

ακόμη  καλύτερα = preferably

ακόμη και αν  = even as

ακόμη και αν …. = even as

ακόμη καλύτερα = all the better

ακριβώς αντίθετο = exact  opposite

ακριτομύθιες = loose  talk
το ακριβώς  αντίθετο = the exact  opposite
ανακολουθία, αναντιστοιχία = inconsistency
το  κόστος  θα  βαρύνει τον=  the cost will be  borne  by the …

ακρόαση απο τον πάπα = audience with the pope

ακροατήριο = audience

ακροθιγώς = tangentially

άκρον (νησιού) = tip

άκρως = highly

ακτήμων = landless

ακτογραμμή = shoreline

αλείφω = anoint

αλεξικέραυνο = lightning arrester

αληγής (άνεμος) = trade  wind

αλιεύς μαργαριταριών  = pearl  diver

αλλά  επι  πλέον και .... = but  …….at  that

άλλα λένε = they say otherwise

αλλαγή  γνώμης = second  thought

αλλάζω πορεία = alter course

αλληλοσυγκρούομαι  με … = be  at  odds  with…                              

αλλόκοτος = eerie

άλμα επι  κοντώ = pole  vault

αλμυρός = saline

αλοιφή = ointment

άλωση = sack

αμαυρώνω = to denigrate

αμβλεία  γωνία = obtuse  angle

αμελής = negligent

αμ'έπος αμ'έργον = no sooner said than done

αμεσότητα = immediacy

αμέσως, εδώ και τώρα = here  and  now

αμετακίνητος (όσον αφορά γνώμη) = adamant

αμετανόητος = unrepentant

αμπελουργός = grape-grower

άμπωτη = ebb, low  tide

αμφίεση = clothing

αμφίπλευρος = ambilateral

αμφισημία = ambiguity

άν  δέν (μέχρι να ..) = until ..

αν λάβει κανείς υπόψιν του...., σε σχέση με.., λαμβάνοντας υπόψιν, ως προς.... = in terms of

ανα πάσαν στιγμήν = at any time

ανάβαση του όρους = ascent of the mountain

αναγκαστική  προσγείωση = crash  landing

ανάγλυφος  χάρτης = relief  map

αναγραμματισμός = anagram

αναδρομικά = ex  post  facto

αναθέτω  σε  κάποιον να .. = to  retain somebody to ..

αναθέτω εντολή = to  issue  a  mandate

αναθέτω κατ ‘ οίκον εργασία = assign homework

αναθυμιάσεις = fumes

αναίσχυντα, ξεδιάντροπα = impudently

ανάκαμψη = turnaround, recovery

ανάκαμψη = upturn

ανακόλουθος= inconsistent

ανακριβής = inexact

ανακρίνω = to question

ανάκριση = interrogation

ανάκτηση, ξετρύπωμα = retrieval

ανακύπτω = arise

αναλαμβάνω το κόστος = to bear the cost

αναληθής = untruthful

Ανάληψη = Ascension

ανάλογα με … = depending upon

ανάλογα με το πώς = according  as

ανάλογα με το πώς..= according  as …

αναλύω καταλεπτώς, περνάω απο κόσκινο = anatomize

αναλώνονται = are expended

ανάμεικτα  συναισθήματα = mixed  emotions

αναμέτρηση = match-up

αναμμένα, καίγανε (για φώτα) = ablaze

αναμφίβολα = doubtless

αναμφίβολα, στα σίγουρα = for  certain

αναντίρρητος = incontroversible

αναντίρρητος = undeniable

ανάπαυση != at  ease  !

αναπληρωτής  κυβερνήτης  =  lieutenant  governor

αναπληρωτής = acting

ανάποδα = assbackwards

αναποδιά, στραβή = mishap

ανάρμοστη  διαγωγή = inappropriate  conduct

ανασκουμπώνομαι = to roll  up  sleeves

αναστατώνω (πχ την κυκλοφορία) = to disrupt

αναστηλώνω = to refurbish

αναστολές = restraints

ανάστροφη = verso

ανάσχω = arrest

                        αναταραχή = unrest

ανατεθέν έργο = assignment

ανατίθεται  σε …= is  entrusted  to

ανατρεπόμενο (φορτηγό) = dump  truck

ανατριχιαστικός = hair-raising
αδελφή ψυχή = soul mate
ατιμωτικός = ignominious
αργήσαμε πολύ να καταλάβουμε... = we were very slow to understand ...
αντιμετωπίζει ...= he is faced with ...

αναφανδόν = openly

ανάφλεξη (σε μπουζί  κινητήρα) = ignition

αναχορηγία  = replenishment

ανδρείκελο = mannequin, puppet

ανεβασμένος = buoyed

ανέβηκε στα σύννεφα = ascended into the clouds

ανειλικρινής  έκφραση υποστήριξης = lip-service

ανέκαθεν = all along

ανεκμετάλλευτη  πηγή = untapped  source

ανεμελιά = insouciance

ανεξαιρέτως = bar  none

ανεξάρτητα απο το πώς = no matter how

                        ανεπαρκής = incompetent

άνεργος = out  of  work

ανερχόμενος, σε  ανοδική  τάση, στα πάνω  του = in the  ascendant

ανέσεις = amenities

άνεση = amenity

ανέφικτος = infeasible

ανέχομαι = to live  with

ανήλικος = under  age

ανησυχητικά (επίρρ.) = distressingly

ανθρωποκτονία = manslaughter

άνθρωπος των γραμμάτων = man  of  letters

                        ανθυγιεινός = insalubrious

ανίδεος = ignoramus

ανιών = ascending

άνοδος αερόστατου = ascent of a baloon

ανοίγω τα  χαρτιά μου = to put  my  cards on  the  table

ανοίκειος, ανάρμοστος = inappropriate
αντάξιος του... =
worthy of...
καθιστώ =
to  render

ανοικτής  καρδίας (χειρουργ.) = open-heart

ανοιχτά, καταφανώς = blatantly

ανοιχτός (πχ πόλεμος) = all-out

ανταμοίβω = to  reward

αντάξιος του = worthy of

ανταυτού =  instead

αντεπεξέρχομαι = to cope                                                                                        

αντέχω (πχ  πόνο) = to  endure

αντί  για .. = as  opposed  to …

αντιδήμαρχος = alderman

αντίθετα με .. = unlike

αντίθετος  άνεμος = head  wind

                        αντικείμενο (νόμου, μελέτης,… ) = scope

αντικρούω = to  contradict

αντιλεγόμενος = controversial

αντιμετωπίζει = he is faced with

αντιμετωπίζεται = is  envisaged

αντιμιλάω = answer  back

αντιπαλότητα = rivalry

αντιπαράθεση = confrontation

αντιπερισπασμός = feint

αντιπηκτικό = anticoagulative

αντιρρησίας  συνείδησης = conscientious  objector

αντιτάσσομαι = to  oppose

άνυδρος = arid

ανύπαρκτος = nonexistent

ανυπέρβλητος = insurmountable
ανυπερθέτως = without delay
αξιέπαινος = commendable
αξίζει να σημειωθεί = it is worth noting
αξιοκρατία = meritocracy
αξιόλογος = of value
απαγγέλλω (κατηγορ.) = to indict
απαγόρευση κυκλοφορίας = curfew
απαίσιο (πχ.φαγητό) = execrable
απαλλαγή λόγω αμφιβολιών = benefit of the doubt
απανωτά = in  a  row
απαρατήρητος = unnoticed
απαρχαίωση = out-datedness
απειλούμενο είδος = endangered species
απεκδύομαι (πχ. ευθύνης) = to disclaim
απλοί άνθρωποι = ordinary people
απο θέσεως ισχύος = from strength
απο κοινού = jointly
αποκτούν σημασία = they assume importance
απο λάθος = accidentally
απο μέρα σε μέρα, όπου νάναι = any day now
απο προσώπου γής = from sight
απο το μηδέν (πχ. ξεκινάω) = from scratch
απο τότε που... = ever since...
αποδεικνύεται (τελικά) οτι... = it turns out to...
αποδίδω (πχ. δικαιοσύνη) = to administer
αποδιοπομπαίος τράγος = scapegoat
αποκλείεται ! = no way !
απομόνωση (κρατουμένου) = solitary confinement

ανυποληψία = contempt

ανυπομονώ  να … = to be  anxious  to ..

ανύποπτος = unsuspecting

ανωμαλία (διακοπή  συστήματος κλπ.) = disruption

ανώτατο  όριο = quota

ανώτατο  στέλεχος = senior  figure

αξιοθαύμαστος = admirable

αξιολογώ  τις προσπάθειες = assess the efforts

αξιόμαχος = battleworthy

αξιόπιστος = trustworthy

αξιοσημείωτα (επίρρ.) = remarkably

αξιωματούχος = office  holder

αοίδιμος = glorious

από, τι  ξέρω = to  the best  of  my  knowledge

                        απ ‘ την πλευρά τους = for their part

απ’ ό, τι φαίνεται = by all appearances

απαγορευμένος = off  limits

απαγόρευση  κυκλοφορίας = curfew

απαγόρευση = ban

απαγορεύω = ban

απαγορεύω την κυκλοφορία = ban the traffic

απαίσιος (πχ για  φαγητό) = execrable

απαλλαγή λόγω  αμφιβολιών = benefit  of  the  doubt

απαλλάσσω (δικαστ.) = to acquit

απανωτά = in  a  row

άπαξ δια παντός = once  and  for  all

άπαξ δια παντός = once  and  for  all

άπαξ δια παντός = once  and  for  all

απαράγραπτος, αναπαλλοτρίωτος = inalienable

απαράμιλλος = unrivalled

απάρνηση = repudiation

απαρχαιωμένος = time-worn

απαρχαίωση = out-datedness

απάτη (κόλπο) = hoax

απειλητικά = ominously

απειλούμενο  είδος  = endangered species

απεκδύομαι (πχ  ευθύνης) = disclaim

απελπιστικά οπωσδήποτε = in the worst way

απεμπολώ = to  barter  away

απέξω (γνωρίζω κάτι)  = on  the  top of  my  head

απέξω και ανακατωτά = backward and forward

απερίσπαστος, αδιάκοπος = unremitting

απέριττος = terse

απεχθάνομαι = to abhor

απέχω από … = to abstain from ..

απηρχαιωμένος = antiquated, outdated
άπιαστος = elusive

απηχεί = echoes

απλής  διαδρομής = one-way

απληστία = greed

απλό  μέλος = rank-and-file  member

απλός  άνθρωπος (ο) =  layman, man  in  the  street

απλούστατα ! = quite  simply !
απο της ιδρύσεώς του = since its founding
αναδρομική  ισχύς = retrospective  effect                                                                                                                                             αναπόδραστα = inescapably                                                                                                                                                                        ανέλαβε  τα  καθήκοντα = he took office                                                                                                                                                    ανίκανος = incompetent                                                                                                                                                                        ανταλλάσσω = trade                                                                                                                                                                                 αντιβαίνει  στον  ισχυρισμό = it runs counter to the claim                                                                                                                                                                                                                                                    απομάκρυνση (παύση υπουργού) = removal
αδεξίως = maladroitly
αποχαιρετιστήριος = farewell
απροσδόκητη εξέλιξη = unexpected  development
αποσκίρτηση = defection                                                                                                                                                                         ατασθαλία = misdeed
ατερμόνως = interminably

απλώς και μόνον (σαν επίθετο) = sheer

από  λάθος, εκ παραδρομής = accidentally

από  μέρα  σε  μέρα = any  day  now

από  μνήμης = from  memory

από  πάσης  απόψεως = in  every  respect

από  πάσης  απόψεως = in  every  respect

από  προσώπου  γής = from  sight

από  πρώτο  χέρι = at  first  hand

από  φόβο = fearfully

από αρχαιοτάτων χρόνων = ab  aeterno

από θέσεως ισχύος = from  strength

από θέσεως ισχύος = from  strength

από καιρού  εις καιρόν = once  in  a  while

από κανέναν (ούτε έναν)…. = by any single….

απο κοίτης και τραπέζης = a mensa et thoro, from board and bed

από πολλές απόψεις = in a lot of regards

απο προσώπου γής = from sight

απο τις 24 Αυγούστου.. = effective 24 August

απο τότε που = ever since

αποβιβάζομαι (από  αεροπλάνο) = to  deplane

                        αποβλακωτικός = stultifying

απόγονος = descendant

αποδίδω  δικαιοσύνη = to administer  justice

αποζημιώνω = compensate

αποκαλυπτικό = telltale

αποκοιμιέμαι = fall  asleep

αποκοιμιέμαι = to be  asleep

απόκρημνος = precipitous

αποκριάτικο  φόρεμα = fancy   dress

απόκτημα = acquisition

απολυθείς = sacked

απολύσεις = firing, layoffs

απόλυτος  αριθμός = cardinal  number

απόλυτος (πχ θαυμασμός κλπ.) = utter

απομείωση = wastage

απομυθοποιώ = to demythologize
αποπλέω =
to set sail
αποσιωπώ =
to hush up
αποσκοπεί στο να... =
it aims to...
απόσταγμα =
eau de vie, brandy
αποστάτης, εξομώτης =
renegade
αποστομώνω κάποιον =
to argue somebody down
αποτελεί παρελθόν =
it is history
απόρθητο  κάστρο =
inviolable  fortress

απονενοημένος = desperate
αυτοδικαίως =
in his  own  right
αυτή "τάχει" με τον ... =
she dates with ...
ανισόρροπος =
mentally  unstable
αναμφισβήτητος (που δέν του "βγαίνει" κανείς ) =
unchallenged
αντιλεγόμενος =
controversial                                                                                

αποξήρανση = drainage

αποπειρώμαι να ... = attempt  to ..

απορρίμματα = refuse

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ - BACK

αποσκοπώ  σε …. = to  aim  at…

απόσταγμα, μπράντυ = brandy

αποστάτης = apostate

αποσυναρμολογώ, λύω = take  apart

απόσυρση (προϊόντος) = recall

αποσύρω (πχ προϊόν) = to  recall

αποτάσσομαι = to disavow

αποτελώ το φόντο = to backdrop

απότομα = abruptly

απότομες  κλίσεις = steep   grades

απότομη στροφή = abrupt  turn

αποτρέπω = to  avert

αποτρόπαιο  εύρημα = grisly find

αποτρόπαιος = grisly

αποτυχία (πχ ενός οργανισμού) = miscarriage

αποφάγια = leavings

απόφαση δικαστηρίου = court  ruling

αποφέρει,  αποδίδει = it pays off
αποφεύγω να... =
to decline to..
απρόθυμος =
reluctant
απρόοπτα =
without notice
απρόσμενος =
unanticipated
αραιοκατωκημένος =
sparsely populated
άσκηση πυκνής τάξεως =
close-order drill
ασφάλιο =
safe conduct
ατασθαλία =
malfeasance
άτεγκτος =
inexorable
ατέρμων =
endless
ατιμωρητί =
with impunity
ατονώ (για μή εφαρμοζόμενο  νόμο) =
to fall into abeyance
αυτό που θέλω να πώ =
my point
αυτό δέν σημαίνει οτι..
= that is not to say that...
αυτοπροσώπως = in person, in propria persona
αυτός ακριβώς ο.... = the very..
αυτός και μόνον ο ...= the sole...
αυτοσκοπός = end in itself
δεινά = ills

αποφεύγω = to  go  around

απόφυση = appendix

αποχέτευση  ομβρίων = drainage

αποχωρισμός = parting

απραξία = inaction

απροετοίμαστος μαθητής = ill-prepared pupil

απρόθυμος = unwilling

απροκάλυπτα, ωμά = bluntly

απρόοπτα = without  notice

απτός = palpable

άρα γε… = possibly

αραβικό  κόμμι = gum  arabic

αργά ή γρήγορα = sooner  or  later

αργυραμοιβός = pawnbroker

αρετή και κακία = virtue and vice

αρθρωτό λεωφορείο = articulated bus

αριθμομαντεία = arithmancy

αριθμός οκτανίου, οκτάνια = octane  number

αρκεί να … = suffice  it to …

αρκετά για  σήμερα ! = let us  call it  a  day

αρμενίζω = navigate

αρμόνιο = organ

άρση (πχ απαγόρευσης) = lifting

αρτεσιανό  φρέαρ = artesian well

αρτηρία (οδός) = thoroughfare, arterial  road

άρτυμα = seasoning

αρχαιολογική ανασκαφή = archaeological  dig

ασβέστης = lime

ασβεστόλιθος = limestone

άσεμνη  λέξη = dirty word, obsene  word

ασθμαίνων = out of  breath

ασκαρδαμυκτί = unblinkingly

άσκηση  πυκνής  τάξεως = close-order  drill

άσκοπος συναγερμός = false  alarm

ασκόπως = unnecessarily
ατού = asset
αποκλεισμός (πόλης) = blockade
αποκεφαλισμός = beheading

ασκώ  πίεση  στον/στην …= to put  pressure on .., to exert  pressure on …, urge  the .., to apply  pressure

ασκώ επιρροή = to exert  influence

ασκώ πίεση (μηχαν.) = apply pressure

αστάθμητος  παράγων = imponderable

αστοχήσας, βεβλαμμένος = failed

αστράγαλος =  ankle

αστρικός = sidereal

αστρολάβος = astrolabe

αστυνομικό  κράτος = police  state

αστυνομικό μυθιστόρημα = detective  story

αστυνομικός κλοιός = security  cordon

ασυζητητί = unquestionably

αστειευόμενος = playfully
            ασυνήθης
= abnormal

ασφαλειοκιβώτιο = fuse box

ασφάλιο = safe  conduct

ασφαλιστής = actuary

ασφαλιστικός  πράκτωρ = underwriter

ασφυκτιώ = gasp

ασχέτως του, ανεξάρτητα …= no matter ..

άσχημα = unwell

ασώματος  = disembodied

άσωτος  υιός = prodigal  son

ατασθαλία = malfeasance

άτεγκτος = inexorable

ατερμόνως = endlessly

ατέρμων ιμάντας = endless  belt

ατιμωρητί = with  impunity

ατιμωρητί = with impunity

ατιμωρισία = Impunity

ατμόσφαιρα (πχ εστιατορίου) = ambiance

ατονώ (για νόμο) = to  fall  into  abeyance

αύξηση  μισθού = salary  rise

αύξηση / άνοδος   της  εγκληματικότητας = rise  in  crime

αυτά για ...= so much for …

αυταπάρνηση = self-negation

αυταπόδεικτος = self-evident

αυτή τη στιγμή = presently

αυτό  που  λέγεται ..(το λεγόμενο…) = such  thing  as …                                                                                                                               αφέθηκε  να… = was  allowed  to ..

αυτό δέν σημαίνει οτι = that is not to say that

αυτό το θέμα είναι κατάρα, ανάθεμα , γι ‘ αυτόν = that subject is anathema to him

αυτοεξορία = self-imposed  exile

αυτοκίνητο που έχει «μείνει» = a stalled  car

αυτόματοι πωλητές = vending  machines

αυτοπροσώπως = in  propria  persona

αυτός καθαυτός = very

αυτός που συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις = eligible

αυτοστιγμεί = instantly

αυτοσυγκράτηση = restraint

αυτοσχεδιασμός = improvisation

αυτοσχεδιασμός = improvisation
αυτοσχέδιος =
makeshift
αφειδώς =
lavishly
αφήνοντας να εννοηθεί οτι..
= leaving it understood that...
αφήνω  ενεό κάποιον = stun somebody

αφειδώς = lavishly

αφετηρία =  point  of  departure, starting  point

αφέψημα = infusion

αφήνεται  ελεύθερος = he is  released

αφήνοντας να εννοηθεί οτι = leaving it understood that

αφθονεί σε ...= abounds with..

αφθονώ = to abound

αφθονώ = to abound
αχαλίνωτος = unbridled
άχαρις = thankless
αχάριστος = thankless
αχρεώστητος = unbilled
αχρηστία = disuse
αψευδής δείκτης = crude indicator
αιφνίδια υποχώρηση = abrupt  retreat
αποστασιοποιούνται απο ... = they distance themselves from ...
απότομη πτώση (πχ. του ρυθμού) = steep  fall
(
του) αίρω την βουλευτική ασυλία = to strip him of his parliamentary immunity
αποτελούν το 42 % = account for 42%
το άχαρι έργο = the  thankless  task
άγριος ανταγωνισμός = fierce  competition
ακόμη και άν ... = even if
απαξιωμένος =
discredited
άπαιχτο (έργο), μή ανεβασμένο =
unperformed
αυτός ακριβώς ο ...
= the very..
άψογα σιδερωμένο = immaculately  pressed
απέτυχε να... = it fell short in its attempt to ...
αναπόδραστος = inescapable, ineluctable
αντιμέτωπος  με ... = faced  with ...
απόβλητος, παρίας = outcast
απονέμω  δικαιοσύνη = to dispense  justice
αιτήσει (τη) = upon  request
ασκώ ισχυρές πιέσεις = to push  hard
άν εξαιρέσουμε ... = other  than ...
αντιμετωπίζοντας.. = faced  with ...
αποθήκες  καυσίμων = fuel  depots                                                                                                                                                   αμφιδραστικός = interactive
άμωμος σύλληψη = immaculate conception
αναγκαστήκαμε να... = it was necessary to...
αναζωπυρώνω = to fuel
άν μή τι άλλο = if nothing else, if only, if anything
ανησυχώ = be concerned
επιζήμια (επίρρ.) = damagingly

αφισοκολλητής = billposter

αφότου ..= by  when …

αφουγκράζομαι = to  sense

αφρώδης οίνος = sparkling wine

άφρων = reckless

αχάριστος= thankless

αψευδής  δείκτης = crude  indicator

αψηφώ = defy

αψιμαχίες = skirmish

άψογος = above  reproach, unimpeachable

βάζω  πλώρη  για … = set  course  for ..

βάζω  στοφωτιά = to  set  the ….ablaze

βάζω  χρέος = go into  debt

βάζω λεφτά στην πάντα = put  money  aside

βάζω χρήματα στην πάντα = put money  apart

βαθμηδόν = by  degrees

βαθύ  φιλί = french  kiss

βακτηριολογικός πόλεμος = germ  warfare

βάλαμε πραγματογνώμονα να εκτιμήσει το σπίτι = we had an expert appraise the house

βαλλίστρα = arbalest, crossbow

βαλλίστρα = crossbow

βαλσαμωμένο, ταριχευμένο = embalmed

βαμβακοπυρίτιδα = gun-cotton

βάμμα = tincture

βαμμένος (πολιτική)  = dyed-in-the-wool

βάρδος  = bard

βαρέα αντιαεροπορικά πυρά = heavy  antiaircraft

βαρειά  άρρωστος = gravely  ill

βαρεία (τόνος) = grave  accent

βαρέος τύπου = heavy-duty
βαρύγδουπος = loud-thundering
βαρύνον τον... = imputed to...
βασίζομαι = to rely  on

βάρημα = burden

βαρίδι (του νήματος της  στάθμης) = plumb  bob

βαρίδι στην πρόοδό του = ball  and  chain  to his progress

βαρομετρικό χαμηλό = depression

βάση κόμματος = grass  roots

βασικός = underlying

βαφτίζω (ονομάζω) = to christen

βαφτίζω = baptize

βαφτιστικό (όνομα) = given  name

βγάζω  στο  σφυρί = to  auction  off

βγάζω κακό όνομα = get a bad name

βγαίνει στον αέρα = it is aired
βγαίνω λάδι = to be in the clear
βδελυρός = abominable
βεβαίως και... = yes...
βήμα-βήμα = pari  passu
βήμα χήνας = goose step
βιοπορισμός = livelihood
βιοτεχνία = cottage industry
βλοσυρός = grim

βγαίνω  στην  παρανομία = go  underground

βεβαίως = by  all  means

βελόνα  στον αχυρώνα = needle  in  a   haystack

βενζινάδικο = filling  station, gas  station

βέρα = wedding  ring

βήμα της χήνας = goose  step

βιβλιοθηκονομία = library  science

βιομηχανική ζώνη = industrial  park

βιτρίνα = storefront

βιτρώ = stained  glass

βιωτικό  επίπεδο = standard  of  living

βλαστήμια = swearword

βλοσυρός = grim

βολεύομαι  με … = to make  do  with …

βολεύω (μεταβατ.) = to accommodate

βολιδισκοπώ = to take  soundings
βοηθητικός, επικουρικός = ancillary
βραδυρρύθμως = adagio
βρέξει-χιονίσει = come rain or shine
βάζω φρένο = to put the brakes
βασανιστικός = tortuous
βγαίνουν στον αέρα (ραδιοφωνικά) = they take to the air
βασανιστικά = badly
βγαίνει στο σφυρί = it is heading  for the auction block
βάσανα = hardships
"βουλιάζει" = he swimms   through  mud
βρήκαν δουλειά (απασχόληση) = they  found  employment
βουτιά = plunge

βολιδοσκοπώ (κάποιον) = sound  out

βολικός (για άτομο) = amenable

βόμβος (πχ μηχανοστασίου) = hum

βόρειον  σέλας = aurora  borealis, Northern  Lights

βρίζω = to  swear

γάλα  εβαπορέ = evaporated  milk

γαμήλια τούρτα = wedding  cake

γαμήλιος = hymeneal
γελοίος = ludicrous
γενικά = at large, by and large
γενικός (σε όλα τα επίπεδα) = across- the-board
γι'αυτόν τον λόγο = on this account
για λόγου τους = for their part

γάστρα (πλοίου) = hull

γαστρικό  υγρό = gastric juice

γεγονότα ενωρίτερα του ...= events anterior to ..

γείσο = cornice

γενικός εισαγγελέας = attorney  general

γεννητικά  όργανα = private  parts

γενόμενος «φύλλο και φτερό», εξονυχιστικά ψαγμένος = scrutinized

γεύση (πχ της κατάστασης) = flavour

γεωμετρική  πρόοδος = geometric  progression

γή της επαγγελίας = promised  land

γι ‘ αυτό τον  λόγο.. = on  the account …

για  την  ιστορία = for  the  record

για  τον  λόγον  ότι … = on  the  grounds  that…

για εσωτερική κατανάλωση = for the domestic audience
για κλάσμα δευτερολέπτου =
for a split second
για όλη την διάρκεια του...
= for the duration of the...
για πάν ενδεχόμενο = for all eventualities
για να πετύχει κανείς αυτό = to get there
για το καλό σου = for your benefit
γιαπί, εργοτάξιο = building  site

για μιά  ώρα ανάγκης = for  a  rainy  day

                        για να μην …. = lest…….

για να υπάρξει ..= for  there  to be..

για να, προκειμένου να ..= so as to ..

για όλα τα ενδεχόμενα = for all contingencies

για πού τόβαλες ; = where are you headed ?

γιατρικά = remedies

γίνεται  κομμάτια = it  comes  apart

γίνομαι έξω φρενών = to be  outraged

γίνονται ανάρπαστα = they are snapped up
γκόμενα = date, tootsy
γλωσσολαλιά = gift of tongues
γνωματεύων = countersigning officer
τα γεγονότα εκτυλίσσονται = the events unfold
για  να  μήν … =  lest ….                                                                                                            

γκρί  ανθρακί = charcoal  grey

γκρί  ζώνη = grey  area

γλίσχρος = meager

γλωσσοδέτης = tongue  twister

γνωμοδότηση = advisory  opinion

γνωστοποιώ λήψη = to acknowledge

γνωστός (γνωριμία) = acquaintance

γόης  φιδιών = snake-charmer

γομάρι (ζώο) = beast  of  burden

γονυπετώς = on  bended  knees

γόρδιος  δεσμός = gordian  knot

γούρι = mascot

γραμματόσημο = postage stamp
για τα καλά (σε μεγάλο βαθμό) =
largely
γουστάρω = 
to fancy

γραμμή παραγωγής = assembly line

γραπτός  λόγος = written  word

γραφειοκρατία = red  tape
γλίσχρος =
meager

γράφω  ιστορία = to do  history, to make   history

γρύψ = griffin

γυμνή, τσίτσιδη = in the altogether

γυμνό μάτι = naked  eye

γυναικεία  εσώρρουχα = lingerie

γωνία πρόσπτωσης = angle of attack

δακρύβρεκτη  ιστορία = sob  story

δακτυλοδεικτώ = to point at
δελεάζω = to allure
διαρρεύσαν = leaked                                                                                     

δασικές  εκτάσεις = forestland

δασοφύλακας = forest  ranger

δείκτης (δάχτυλο) = index  finger

δεινά = woes
διαρρήδην = outright
δέν άργησε να έρθει = he was not long to come
διαμορφώνω (πχ. μιά προσωπικότητα) = to mould
τα δεινά της κυκλοφορίας = the traffic woes
διασύρω = to decry, to  disparage
διχογνωμία =  divide
διορθώνω (πχ. κείμενο) = to edit
Διαφωτισμός = Enlightment
διπλωματικές αβρότητες = diplomatic  niceties
δέν είναι θέμα + Γεν. = Nomin. + is not at issue
διατεταγμένος σεβασμός = commanded  respect
δια ζώσης = viva voce
δημοσία = publicly
διακηρύσσω = to  proclaim
δέκτης, αποδέκτης (πχ παραπόνων) = receiving  end

δεκάτη (φόρος) = tithe

δελεάζομαι απο ... = be  lured  with..

δέλεαρ = lure
δέν με πειράζει να...
= I do not mind to..
δέν διαθέτει ...(πχ. κάποιο προσόν) = it lacks...
δέν είναι έτσι ! =
this is not the case !
δέν μέμφομαι αυτόν =
I do not fault him
δέν υπάρχει λόγος να... =
there is no point in...
δέουσα προσήλωση (προσήκων έλεγχος) =
due diligence
Δευτέρα Παρουσία =
second coming, the end  of  days
δεύτερης ποιότητας =
second-rate
δημοπρατείται =
it is put up for tender
δημόσια κρίση =
public enquiry
δημοσιεύματα =
reports
δημοσιογραφικός χάρτης =
newsprint
δημοσιότητα =
limelight
δι'εκπροσώπου =
by proxy
δια βοής =
on a voice vote
δια μιάς, όλα μαζί =
in a lot
δια της βίας =
by  brutality
δια της παρούσης (επιστολής) =
hereby
διαβαίνω τον Ρουβίκωνα =
to cross the Rubicon
διαβόητος =
infamous
διαβουλεύσεις =
consultations
διαγουμίζω =
to  despoil
διαγούμισμα =
despoliation
διαδικαστικός =
procedural
διάδρομος αεροσκάφους =
aisle
διάδρομος σπιτιού =
passage
διάθεση στην αγορά =
placing on the market
διαθέτης (διαθήκης) =
testator
διακατέχω =
to occupy
διακεκαυμένος =
torrid
διακινδυνεύω μιά πρόβλεψη =
to hazard a guess
διακοπτόμενη συνουσία =
coitus interruptus
διακοσμητικό πρόσωπο =
figure-head
διακοσμητικός (πχ. ρόλος) =
ornamental
διακυβέρνηση =
rule
διακυβεύομαι =
to be  at stake
διαπιστευτήρια =
letters of credence
διαπιστώνω =
to see for myself, to establish, to ascertain
διαπρέπω =
to excel
διαρρέει (πχ. το μυστικό) =
is is compromised
διάσημος =
renowned
διάσπαρτος =
sprinkled  throughout
διάστρεμμα =
sprain
περνάω στο «ντούκου» =
to pass  under  silence ???????????

δεν  αφήνω  τίποτα στην τύχη = leave  nothing  to  chance

δεν  βλάπτω = to do no  harm

δεν αντέχω να .. = I can hardly bear to ...

δεν αντέχω να …., δεν μπορώ να …. = I cannot help …… -ing

                        δεν αφήνω περιθώρια για … = to make no room for…

                        δεν βιάζεται = does not  rush

δέν βιάζεται καθόλου = he is in  no  hurry

δεν είναι  καθόλου  παράξενο το ότι … = no  wonder
δέν τα πάει καθόλου καλά με... =
  he is sharply at odds with..
δυσκολεύεται να.. (δέν θέλει να ...)
= he is embarassed to ....
διαφωνούν ώς πρός το... = they are at odds on the ....
διάσπαση φράγματος του ήχου = sonic boom
δέν λαμβάνει υπόψιν του τον...
= he ignores the .....
δέν  υστερεί  σε… = he is not  wanting   in ..                           

δεν είναι ανάγκη να.., δεν χρειάζεται να.. , είναι περιττό να .. = it is unnecessary

δέν είσαι καλά ! = you are insane !

δεν έχει σημασία = it is  immaterial

δεν έχει φανεί τελευταίως = he hasn't beeb around  lately

δεν ισχύει στην περίπτωση αυτή = has no application to the case

δεν κρατήθηκα και ρώτησα, δεν μπόρεσα να μην ρωτήσω  = I couldt help asking

δεν μπορούσε να είναι παρα ο ... = could only be the …

δεν μπορώ να μην …. = I cannot  help …. –ing …

δεν ορρωδώ προ ουδενός = to  stop  at  nothing

δεν στέκει να μην...( δεν «πάει» να μην..) = it is unfitting not  to ..

δεν χάνω καιρό = to  waste  no  time

δεσμά = bonds

δεσμοί (πχ φιλίας) = links

δεσπόζουσα  θέση = vantage  point

Δευτέρα  παρουσία = end  of days

δεύτερης  κατηγορίας =  second-rate, second-tier

δήθεν  στηρίζω  = to  pay  lip-service

δηκτικός = bitingly  critical, acid-tongued

δηκτικός = mordant

δημοπρατώ = put  out  to  tender

δημόσια  διαλογική αντιπαράθεση = debate

δημόσια  κατακραυγή = public  outcry

δημόσιο  πρόσωπο = public  figure

δημοσιογραφικός χάρτης = newsprint

δημοσιοποίηση =  unveiling

δια  βοής = on  a  voice vote

δια βίου = ad  vitam

                        δια μιάς = in a step

διάβαση  πεζών = pedestrian  crossing

διαβεβαιώνομαι για τα γεγονότα = ascertain the facts

διαβεβαιώνω = assure

διαβεβαίωση, διασφάλιση = assurance

διάβημα, κίνηση = move

διαδήλωση = rally

διάδρομος  αεροπλάνου = aisle

διάδρομος  σπιτιού = passage

διαθνή  ύδατα = high  seas

διακαής πόθος = ardent vow

διακατέχω = occupy

διακαώς = ardently

διακεκαυμένος = torrid

διακεκομένη  γραμμή = dashed line

διακεκριμένα = individually

διακινδυνεύω μια πρόβλεψη = hazard  a  guess

διακόπτω (πχ την παροχή) = to  turn  off

διακριτική  ευχέρεια = discretion

διανυκτερεύω = to  stay  overnight

διαπασών = tuning  fork

διαπιστευμένος = accredited

διαπιστευτήρια = letters  of  credence

διαπιστωμένος = ascertained

διάπλους = crossing

διαπράττω = to  perpetrate

διασαφηνίζω = to elucidate

διάσειση = concussion

διασκέδασε τους καλεσμένους = amused  the  guests

διασταύρωση (ειδών) = cross

διασφάλιση ποιότητας = quality assurance
διαταγή πορείας = marching orders
διατείνομαι = to argue
διατοίχιση, μπότζι = roll
διατρέχω τον κίνδυνο να... = to be liable to...
διατυμπανιζόμενο = touted
διαφήμιση απατηλή = hype

διασωζόμενο (υπάρχον) = extant

διατείνομαι =   to  maintain
δέν ισχυρίζομαι  οτι ... = I  make  no  claim  that ...
δέν κατάφερε  να ... = has failed to ...
δέν
  είναι και μικρό  πράγμα = it is  no  minor  achievement
δέν είναι τυχαίο
  το  ότι .. = it  is  no  accident  that ..                                     

διατηρώ το  δικαίωμα = to  reserve  the right

διάτρητος = in holes

διατροφή = nutrition

διάττων  αστέρας = shooting  star

διατυμπανιζόμενος = much-trumpeted

διατυμπανίζω = to  tout

διαφορικό (οχήματος) = differential gear

διαχρονικός = all-time
δίδεται έμφαση στο... =
emphasis is placed on...
δίδεται προσοχή =
attention is paid
Διεθνές Δίκαιο =
Jus Gentium
διεθνή ύδατα =
high sees
διελκυστίνδα =
tug of war
δικηγόρος του διαβόλου =
devil's advocate
δίκην + Γεν.
(λές και ήσαν...) = in the way of..., after the manner of..
δίνω βάρος = to place emphasis
δίνω εντολή σε κάποιον = direct  somebody
δίνω εντολή σε.... = mandate the...
δίνω ιδιαίτερη έμφαση = to focus
δίνω το καλό παράδειγμα =  to  bring the force of example
δίνω το παράδειγμα = to  set the example
διοπτροφόρος = bespectacled
κρυφή κάμερα = hidden-camera

διαψεύδω = to dismiss

διεκδικώ… = to lay claim to..

διελκυστίνδα = tug  of  war

διέπω= to  govern

διευθυντής μουσείου = curator

διηνεκής = sustained

δίκαιη αποζημίωση = fair  compensation

δικαιοδόχος = franchisee

δικαιόχρηση = francise

δικαστική  έρευνα = judicial  inquiry,judicial  investigation                                        

δικηγόρος του διαβόλου = advocatus  diaboli

δίκοπος = two-edge

δίνω  αναφορά  σε … = account  to ..

δίνω  ώθηση = to give  a  boost                                                  

δίνω μάχη για τις πεποιθήσεις = to do battle for the beliefs

δίνω σημασία σε μια χειρονομία = attach  significance to a gesture

διογκούμενος = ballooning                                                                 

διόδια (ράμπα) = tollgates

δίπλα μου (πχ τρέχοντας) = alongside

διπλανός, γειτονικός, παρακείμενος = contiguous

διπλωματία της κανονιοφόρου = gunboat  diplomacy

διπλωματική  ασυλία = diplomatic  immunity

διπλωματική ασυλία = diplomatic immunity
δοξαπατρί (το) =
gloria patri
δύο μέτρα και δύο σταθμά =
double standard
δυσμενείς επιπτώσεις =
adverse impact
δυσχερής θέση =
plight

δίπλωση = jack-knifing

δίσεκτο έτος = leap  year

δισκοκήλη = slipped  disk

διχασμένος = split

δογματικός = doctrinaire

δοκίμια (λογοτ. έργου) = proofs

δολίως = fraudulently

δονκιχωτικός = quixotic

δορυφορική  σύνδεση = satellite  hook-up

δουλοπαροικία = villeinage

δουλοπάροικος = villein

δοχείο  νυκτός, αγγείο = chamber  pot

δράκα = bunch

δράστης = perpetrator

δριμύς = pungent

δυναμώνω σε  αριθμό υπαλλήλων = to  beef  up

δύο  ταχυτήτων = two-tier

δύο μέτρα και δύο  σταθμά = double standard

δύσκολα ! (μικρή πιθανότητα) = hardly !

δυσκολεύομαι = to  have  trouble

δυσοίωνος = inauspicious

δυστυχώς (λυπάμαι που το λέω) = sadly

δυσφήμιση = defamation

δυσωδία = stench

δωρεάν = gratis, free  of  charge

δωρεάν παρακολούθηση (πχ. σεμιναρίου) = free  attendance

εαρινός = vernal
εγγράφως =
in writing
εγκαίρως =
in time
έγκατα =
bowels
έγκαυμα =
burn
εγκεφαλικό (επεισόδιο) =
stroke
εγκόσμια (τα) =
worldly life
έγνια =
preoccupation, concern
εγχείρημα =
venture
εδάφιο =
section
έδρα (πχ. εταιρείας) =
headquarters
"εδώ που τα λέμε", στη ουσία, στην πραγματικότητα
  = actually
εδώ, στην περίπτωση αυτή =
in casu
εθελουσία έξοδος =
voluntary departure
εθιμικός =
customary
έθιμο =
custom
εθιμοτυπική επίσκεψη =
protocol  visit
είδη διατροφής =
foodstuffs
είδη πρώτης ανάγκης =
necessities
ειδικά τέλη =
specific levies
είθισται =
it is customary
εικονιζόμενος (ο) =
pictured
εικονική εκτέλεση =
sham  execution
"είμαι διαβασμένος" =
I have done my homework
είμαι ο ιθύνων νούς =
to mastermind
είμαι στην ευχάριστη θέση να..
= to be pleased to..., it is a pleasure to..
είναι αυτό που λέμε.., είναι η λεγόμενη... = is referred to as.....

εγγενής = inherent

εγγράφως = in  writing

εγγυώμαι για (πχ αποφυλάκ.) = stand bail for …

εγκάθετος = plant

εγκρίνω άμεσα = promptly approve

εγνωσμένα = knowingly

εδώ κοντά θα είμαι = I will be  around

εθελοτυφλία = willful  blindness

εθνικός  δρυμός = national  park

εθνικός αερομεταφορέας = flag  carrier

ειδάλλως = otherwise

είδε το  φώς της  δημοσιότητας = was  made  public

είδη διατροφής = foodstuffs
εν είδει ανταμοιβής =
by way of amends
εμπορική έκθεση (εμποροπανήγυρη) =
trade fair
έσχατος αποπροσανατολισμός =
utter disorientation
ενώ ταυτόχρονα, την στιγμή που ...
= all the while ..
επίδομα  ανεργίας = unemployment  benefit                           

είδη ένδυσης = articles of clothing

ειδοί του Μαρτίου = ides of  March

είδος (εμπορεύμα) = commodity

εικονιζόμενος = pictured

είμαι  όλος  αφτιά = to  be  all  ears  

είμαι  πρόθυμος να .. = I am willing  to ..

είμαι αδικαιολογήτως απών = to  take French  leave

είμαι η αιτία του … = to  account  for ..

είναι  επακόλουθο της …= ensues  from …

είναι  έτσι  φτιαγμένες  ώστε να .. = so  are  made  to 

είναι  μύθος … = it is a  fiction ….

είναι  σαν να λές… = it comes to the same as saying..

είναι  φυσικό = it is natural

είναι επικεφαλής μιάς .... = he heads a.....
είναι ίδιον του ....
= it is appropriate to the....
είναι καλή ευκαιρία = it is a bargain
είναι όμως ; = but is it ?
είναι πολύ φυσικό να... = it is not surprising that...
είναι στο δρόμο (εν κινήσει) = he is on the move
είναι "φευγάτη" = she is away
είναι εις βάρος του = it is detrimental to him
είναι  αλήθεια  ότι= true, ….

είναι έτσι κι έτσι = he is in a mean bag

είναι κάποιος = he is anybody

είναι κεφάλαιο = is an asset

είναι το λιμάνι της (καταφύγιο)  = he is her ancorage

ειρμός σκέψης = train of  thought

εις άτοπον = ad absurdum

εις άτοπον = ad absurdum

εις βάρος του.., αναλώμασιν  του …  = at  the  expense  of

εις το διηνεκές = in aeternum
εις βάρος του … = at  the  expense  of …

εισαγωγή σε ένα πανεπιστήμιο = admission to a university

εισδοχή = accession

είσοδος  καλλιτεχνών (κτίριο θεάτρου) = stage  door

είσοδος ελευθέρα !  = admission  is  free !
εκ  κατασκευής = by  design
επι τα βελτίω = for  better
επι τα χείρω = for  worse

εισπράξεις (οι) = receipts
εκ νέου = anew
εκ παραδρομής = inadvertently
εκ περιτροπής (επίθ.) = rotating
εκ προμελέτης = deliberately
εκ του μηδενός = ex nihilo
εκ του νόμου = by law
εκ του προχείρου = impromptu
εκ των προτέρων = beforehand
έκβαση = denouement
εκβολές (ποταμού) = estuary
εκδήλωση-σταθμός = milestone event
εκδορά = abrasion
εκθέματα = exhibits
έκθετο (πχ.για μωρό) = foundling
εκκρεμότητες (προς διεκπεραίωση) = backlog
εκκωφαντικός = ear-splitting
εκλογική περιφέρεια = constituency
εκμυστηρεύομαι = confide
εκπαιδευτικοί (οι) = educators
εκπρόσωπος = spokesperson
εκταμίευση = disbursement
"έχοντας υπόψιν" (σε κείμενα αποφάσεων) = whereas
εκτός απο αυτό,
επι  πλέον  τούτου = as well as that
εκτός απο το να ..... = as well as ....-ing..
εκτός θέματος = off the track
εκτός ωραρίου εργασίας = on one's own time
εκφωνητής = newscaster
Ελεγκτικό Συνέδριο = Court of Auditors
ελεεινός = pitiable
ελεημοσύνη = alms
έλη = marshland
ελιγμός, εκτροπή (
για πλοίο, αεροπλάνο) = yaw
ελλόγιμος = scholar
ελλοχεύω = to lie in wait
εμβρόντητος,
ενεός = stunned
έμμετρος (επίθ.) = verse
έμμηνα = menses
εμμηνόπαυση = menopause
έμμονη ιδέα = fixed  idea
εμπεριστατωμένος = thorough, elaborate
ένδυση, ντύσιμο = attire

εισπράξεις = cash  flow

εισπράττω = to  cash  in

εκ γενετής = congenitally

εκ των έξω = ab extra

εκ των έξω = ab extra

εκ των έσω = ab intra

εκ των προτέρων = ex  ante

εκ των υστέρων = ex  post

εκατοδόλλαρο = century  note

εκατοστιαίες μονάδες = percentage-points

                        έκδηλος = manifest

εκδικούμαι για μια ύβρη = avenge an insult

εκδορές = abrasions

εκκρεμής (πληρωμή) = outstanding

εκκρεμούν  χρέος = arrears

εκκρεμούν  χρέος = outstanding  debt

εκούσια = willingly

εκούσιος = willing

έκπληκτα  μάτια = amazed  eyes

εκπληκτικό = amazing

εκστομίζω  ύβρεις = to  chant  insults

εκτάσεις  γής = land  tracts

εκτελωνιστής = customs  broker

εκτιμήθηκε σε 6 εκατομμ. $ = was assessed at 6 million $

εκτινασσόμενο  κάθισμα = ejection  seat

εκτοπίστικαν απο τον εξάντα = superseded by the sextant

εκτός  νυμφώνος  =  out  in  the  cold
εξαρθρώνω = to dismantle

εκτός από (τον) …, πλήν (του) … = save .

εκτός από, πλήν = apart  from

εκτός μάχης = hors  de  combat

εκτός του ότι … = as  well  as  +…ing

εκτός του ότι είναι= as well as  being …

έκτοτε = since

εκτυλίσσεται = unfolds

εκφάνσεις = manifestations

εκφοβισμός = intimidation

εκφράζω τη λύπη μου = to express  regret

εκχώρηση  αδειών = allocation of licences

ελαιογραφία = oil  painting

ελαττωματικό = bad

ελαφρά  τη καρδία, αβασάνιστα =  lightly

ελάχιστο  κοινό  πολλαπλάσιο = least  common  multiple

ελεύθερος  χρόνος = leisure time

ελεύθερος επι εγγυήσει = out  on bail

έλευση = advent

έλλειψη  βαρύτητας = weightlessness

έλυσαν το θέμα έλλειψης καθισμάτων = they got around the lack of chairs

εμαίνετο = raged

εμβαδόν = area
           
           
ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ - BACK

εμμηνόπαυση = menopause, change of  life

έμμονη  ιδέα, βραχνάς = idée  fixe

εμπίπτει στην ... = it falls under the...
εγγενής  ασυνέπεια = inherent  inconsistency                             

εμπιστευτικά (επίρρ.) = in  confidence

εμπόλεμοι = belligerents
έμφυτος = innate
ενάρετος = virtuous

εμπορικό  κέντρο = shopping  mall

εμφιαλωμένο νερό = bottled  water

έμφορτος  καυσίμου = fuel-laden

εν  ανάγκη = if  need be

εν  απουσία του … = absent  the….

εν  εξελίξει = in  progress

εν  ολίγοις = in  short

εν  ταυτώ, ταυτόχρονα = at  once

εν  χορώ = in chorus

εν αγνοία του... = unbeknownst to him
εν ανάγκη = if need be
εν αποστρατεία = retired
εν απουσία = in absentia
εν εξελίξει = underway
εν ή περιπτώσει ...= in the event that....
εν θέματι (επίθ.) = subject
εν καιρώ ημέρας (επίθ.) =
daylight
εν καιρώ τω δέοντι =
in due time
εν λόγω (επίθ.) =
in question
εν μέσω + γεν. =
amid...
εν μιά νυκτί =
overnight
εν όλω =
in  toto
εν  όψει των … 
=  in  advance  of  the …

εν ανάγκη = if need be

εν αρχή = ad  initium

εν ενεργεία (επίθ.) = serving                                                                            

εν ενεργεία (πχ  δήμαρχος) = incumbent

εν ενεργεία = on active duty
έκτοτε = since
έκλεισε με πάταγο = he  slammed shut
επουδενί = under no circumstances
εφαλτήριο = launchpad
εκτινάχτηκε στο 75% = it  rocketed 75 %
επιβάλλοντας τον νόμο = enforcing the law
εξ απαλών ονύχων = from childhood
εν πάση περιπτώσει, τέλος πάντων = all in all
έχει το προβάδισμα έναντι του..= he has an edge over the...
(η) επιτυχία οφείλεται σε ... = the success is accredited to ...
έρχεται στο προσκήνιο = he comes into focus
εμπορείο = trading post
εκδήλωση (εγκαίνια, τελετή) = event
εις ένδειξιν.. = in token  of ..
εξέγερση φυλακών = jail standoff
εξέχων (προσωπικότητα) = eminent

εν μεσεγγυήσει = in escrow

εν μέσω =  amid

εν μέσω, μεταξύ … = in  the  midst  of …

εν ολίγοις = in  short

εν ολίγοις = in a nutshell

εν ολίγοις = in short

εν όλω = in all

εν παρόδω = in passing
εν πάση περιπτώσει =
anyway, anyhow
εν προκειμένω (επίθ.) =
on the issue
εν πρώτοις =
imprimis
εν πτήσει =
en route
εν στάσει (επίθ.) =
stationary
εν συνεχεία =
subsequently
εν συντομία =
briefly
εν τέλει =
ultimately
εν τούτοις =
yet
εν τω γεννάσθαι =
in the process of being created , in the making
ενάγων =
plaintiff
εναέριος σιδηρόδρομος =
elevated railway
εναέριος χώρος =
airspace
εναλλάξ =
alternately
ένας ακόμη =
yet another
ένας θεός ξέρει...
= goodness knows...
ένδειξη φιλίας = token of friendship
ένθερμος = ardent
εννοείται ! = it goes without saying !
εντριβή = friction
εξασφαλίζω (πχ  τα  μέσα) = to  ensure

εν προκειμένω = at  issue, in this  particular  case

εν τέλει = ultimately

εν τη  εννοία  της  νομιμοφροσύνης  προς .. = out of a sense of loyalty to..

εν τη ελπίδι = in the hope

εν τούτοις, παρόλαυτά = none-the-less

εν ψυχρώ =  in  cold  blood

ένα ….% και μόνον … = a  mere …..%

εναλλακτική  διαδρομή = alternate route

εναλλακτική οδός διαφυγής (πχ σε μποτιλιάρισμα) = bailout

εναλλακτικός = alternative

ένδειξη = indicator

ενδιάμεσος = ad  interim

ενδοιασμός = scruple

ενέδρευαν, « την  είχαν στήσει » = waited  in ambush

ένεκα.. = by virtue  of ..

ενεός =  astounded

ενεργητικό = assets

ενηλικιώνομαι = to  come of  age

ενίοτε, καμμιά  φορά = at  times

ένοπλη ληστεία = armed  robbery

ενόρκως = on oath

ενόχληση = annoyance

ενοχλητικός = annoying

ενοχοποιητικός = incriminating

ενσκήπτω = to be precipitated

ενσταλάζω = to instill

εντατική (νοσοκομ.) = intensive  care

εντελώς διαφορετικός απο.. = quite  other  than ..

εντόσθια = entrails

εντωμεταξύ = in the meantime, meanwhile
είναι καθήκον του..., είναι υποχρέωσή του...
= it is incumbent on him ...
είμαι  υπόχρεως = I  am  indebted
ένα  σωρό .....,
πληθώρα ..= scores  of ...
ερήμην = in  absentia 
εθίζομαι στο ... = to  become  inured  to ..
είναι αρκετό = it  suffices
είναι  ντροπή ! = shameful  that !

εξ  άλλου = other  than  that

εξ  ού  και ..  =  hence...

εξ ανάγκης = of necessity
εξ αρχής, εξ υπαρχής = from the outset, ab ovo
εξ επαφής = pointblank
εξ εφόδου = by storm
εξαιρετικό δίκαιο = jus singulare
εξεζητημένως = in a recherche' manner
εξεζητημένος = recherche'
εξετάζω εξονυχιστικά = to scrutinize
εξιλαστήριο  θύμα = scapegoat, whipping boy
εξοντωτικός (πχ.ανταγωνισμός) = cut-throat
εξορκίζω = to adjure
εξουσιοδότηση εν λευκώ = carte blanche
εξοφληθέν = paid in full
εξυπηρετείστε ; = are you being served ?
εξωγάμως = out of wedlock
εξωμήτρια κύηση = ectopic pregnancy
επ' αυτού = in this regard
επ'ουδενί = under no circumstances
επακταί ημέραι = intercalary days
επάπειρον = ad infinitum
επαυτοφώρω = red-handed
επαχθής = cumbersome
επευφημούμαι = to be hailed
επηρεάζω δυσμενώς = to adversely affect
επι δανεισμώ = on a loan basis
επι λέξει = verbatim
επι ξυρού ακμής = at the cutting edge
επι σκηνής = on stage
επι το έργον = at work
πολύπτυκτος = manifold

εξ άπαντος = undoutedly

εξ αρχής = ab initio

εξ αρχής = ab ovo

εξ ενστίκτου = upon instinct

εξ επαφής = pointblank

εξ ίσου = equally

εξ ού και …= hence..

εξ υπαρχής = ab origine

εξαιρέσει του= with  the  exception  of  the …

εξακριβώνω την αλήθεια = attest  the  truth

εξαρτάται ! = that  depends !

εξασφάλισε δουλειά = he was assured a job

εξασφαλισμένο εισόδημα = assured  income

εξημερώνω = to  domesticate

                        εξοφθάλμως, καραμπινάτα,  με πατέντα = patently ???

εξοφληθέν = paid  in  full

έξυπνος, μεγαλοφυής = astute

έξω ο …. ! = out  with  the ….!

εξωδίκως = out  of  court

εξώφυλλο = front  page

επακροατηρίω = in open  court

έπαινος = praise

επαινώ = to  praise                                                                                                                       

επαϊων = knowledgeable

επακολουθήσασα = ensuing, subsequent

επακολουθήσασα κατοχή = ensuing occupation

επανακτώ τις  αισθήσεις μου, έρχομαι  στα  συγκαλά  μου = to come  to  my  senses

επαναπαύομαι  στις  δάφνες μου = to  rest  on  my laurels

επανειλημμένως = over  and  over

επανεκτίμηση = reassessment                                                              

επαόριστον (αναβολή πχ δίκης) = sine die

επαόριστον =  indefinitely

επαρκής = adequate

έπαρση, υπεροψία, αλαζονία = arrogance

επέσπευσε την αναχώρηση = antedated  the departure

επευφήμισαν = applauded

επι  εγγυήσει = on  bail

επι  πλέον = over  and  above

επι  τα  χείρω = for  the  worse

επι 24ώρου βάσεως = around  the  clock

επι 24ώρου βάσεως = around-the-clock

επι παραγγελία = made  to  order

επι πλέον του ...= over and above the ..

επι τέλους = at last, ad extremum

επι τόπου = at the scene
επι του προκειμένου = a proposito
επίδειξη ισχύος = show of force, saber  rattling
επιδόματα ανεργίας = unemployment benefits

επι του θέματος = ad  rem

επι του παρόντος = for  the  moment

επιβάλλω (πχ  την  εφαρμογή) = to  enforce

επιβατική  αμαξοστοιχία = passenger  train

επιβιβάζομαι = to step aboard

επιγραφή, ταμπέλα (καταστήματος) = signboard

επίδειξη  ισχύος = saber  rattling

επίδειξη  πλούτου = display of  wealth

επίδειξη = pageantry

επίδοξος παράγων (παίκτης) = aspiring  player
έχει να κάνει με..
(αντιμετώπιση) = it contests with...
ειδοποίηση έξωσης = eviction  notice
εκτός τόπου = out  of  place
εκατοστιαίες  μονάδες = percentage  points

επιδόσεις = performance
επίζηλος = coveted
επιζήμιος = detrimental
επιθανάτιος ρόγχος = death rattle
επιλήσμων = forgetful
επίμαχος = at issue
επιμερισμός κόστους = cost sharing
επιμεριστικός = commutative
επισπεύδεται (πχ.η συνάντηση) για τις.. = it is brought forward to...
επιστήθιος φίλος = bossom friend
επιτροχάδην (επίθ.) = cursory
επουδενί = on no account

επιδοτήσεις = subsidies

επίδραση = bearings

επίθεση  γοήτρου = charm  offensive

επικαλούμαι = to invoke

επικαρπία = usufruct

επικαρπωτής = usufructuary

επικεντρώνομαι  στο .. = to  centre on                                                                                                                                      
επικριτικός =
critical                                                                    

επικεντρώνομαι = to  center  on …

                        επικερδής = lucrative

επικίνδυνες  περιοχές (πόλης) = asphalt  jungle

επικράτεια = realms

επιμερίζω δαπάνες = apportion  expenses

έπιπλα αντίκες = antique furniture

επιπληγείς (επιπλήττω) = reprimanded, rebuked

επισείων = pennant

επίσημα  στοιχεία = official  figures

επίσημη  αργία = legal  holiday

επίσημο ένδυμα = evening  dress

επισκιάζω = to  overshadow

επισκόπηση = outlook                                                                     

επισυνάπτω μια σημείωση = append  a note

επιτακτική ανάγκη = imperative

επιταχύνεται = is  speaded up

επιτυγχάνω  τον στόχο = attain the goal

επίφαση  συνεργασίας = appearance  of cooperation

επιφυλάξεις = reservations

επιχειρήσεις (εταιρείες) = business  firms

εποφθαλμιώ .. = to  have  designs on

εποφθαλμιώ = to eye
επωδός =
refrain
έρμαια πλεύση =
drift
έρχονται και παρέρχονται =
they come and go
εσπευσμένως =
precipitously
έστω  κι ‘ αν είναι .., έστω  και … =
albeit

εποχή βωβού κινηματογράφου = silent-picture  era

                        επρόκειτο να αγοράσει = was  due  to buy

επτασφράγιστο μυστικό = tight  secret
είναι ελλιπής =
leaves much to be desired
ενστερνίζομαι =
to embrace
ευτυχώς (πάλι καλά που …)
= thankfully
επι τούτου = ad hoc
έρχομαι  στο  προσκήνιο = to  come  to  the  fore

επωμίζομαι = to  shoulder

εργάσιμη  ημέρα = working  day

εργατικό  δυναμικό = labour

εργατικό  δυναμικό = workforce

εργατικότητα =  assiduity

έρευνα εν εξελίξει = inquiries  underway

ερπύστρια = caterpillar  tread

                        έρχομαι σε σύγκρουση  με … = to fall foul of

ερωτηθείς (επι σφυγμομέτρησης) = polled

ερωτικό γράμμα = amorous  letter

έσοδα = receipts

εστία (ποδοσφ.), τέρμα = goal

εστιγμένη  γραμμή = dotted   line

έστω και + επίθετ. = albeit
εσφαλμένη αντίληψη =
fallacy
ένα «κλίκ» =
one  notch

εσχάτη προδοσία = high  treason

εσωτερική (οικιακή  βοηθός) = au   pair  girl
εταιρεία  λογιστών =
accountancy  firm

εταιρεία χαρτοφυλακίου = holding  company

εταιρεία χαρτοφυλακίου = holding company
εταιρεία μετοχικού κεφαλαίου =
joint stock company
εταιρείες μεταφορών =
transport operators
έτσι και.. =
once..
ευγένεια τρόπων =
mansuetude
ευγενής προσφορά =
courtesy
ευεπίφορος =
inclined, prone
ευρηματικός =
resourceful
ευρύ κοινό =
wide audience
ευρύχωρος =
commodious
ευσεβείς πόθοι =
wishful thinking
εύστοχος (επίθετ.) =
apropos
ευωδία =
fragrance
εφάπαξ πληρωμή =
lump sum
εφησυχάζω =
to  sit back
εφιστώ την προσοχή =
to caution
εφόσον ......(χρονικό) =
insofar as....
έχει σαν αποτέλεσμα... =
it results in...
έχει σειρά για... =
precedence for...
έχει σημασία ! =
it matters !
έχει στην κατοχή του.. =
he retains..
έχει την γνώμη =
he opines
εχεμύθεια =
confidentiality
έχω την καλωσύνη να.. =
to  be so kind as to..
εν ενεργεία (πχ. αρχηγός κράτους) =
sitting
ευρύ κοινό =
general public
ενδεής =
needy
εντάθηκε =
it has intensified
εν ψυχρώ (επιθετ. προσδιορ.)
= cold-blooded, in cold  blood

έτοιμη  συνταγή = ready  remedy

έτσι και αλλοιώς ..= regardless

έτσι και αλλοιώς = anyway

έτσι και, μόλις … = so long  as ..

έτσι κιαλλοιώς = anyway

ευθανασία = euthanasia, mercy  killing

ευθύς εξ αρχής = ab origine

ευπατρίδης = hidalgo

εύπορος = affluent

ευρύχωρος = spacious
ευάερος = airy
εταιρεία συμβούλων = consultancy
έπαρση, υπεροψία = arrogance
επιδοτώ = subsidise
επίφαση ομαλότητας = semblance of normality
εμβάσματα = remittances
επίμονα = solicitously
ευτυχώς = luckily

ευρών = finder

εύρωστος = robust

ευσεβείς πόθοι = wishfull  thinking

εύσημα = credit

ευτελίζω = banalize, trivialize

ευτραφής = obese

ευφραδής ομιλητής = articulate  speaker

ευχάριστη  προσωπικότητα = pleasing  personality

ευχερώς  ορατός = readily apparent

εφόρου  ζωής = ad vitam, for  life

εφαλτήριο = launch-pad                                                                  

εφάπαξ  πληρωμή = lump  sum

εφαρμόζω = to put  into  practice

εφαρμόζω τους κανόνες = apply the rules

εφεξής = henceforth

εφεξής = henceforth

εφεσιβαλλόμενος = appellee

εφεσιβάλλων = appelant

εφετείο = appeals  court

εφηβεία = adolescence

εφόσον (όσο ακόμη) = inasmuch as ..

εφόσον (στο  βαθμό  που ..)  = inasmuch  as ..

εφόσον, αφού .. = in so far as ..

εφόσον, στον βαθμό που.. = insofar  as ..

                        εχέγγυα = safeguards

έχει λήξει (πχ διαβατήριο) = is  out  of  date

έχει τάξει, έχει κάνει τάμα = has  vowed

εχεφροσύνη = sanity

έχω «μούτρα» (θράσος)  = to have  the  face

έχω άσσο στο μανίκι μου = to have an ace  up my  sleeve

έχω να κάνω με ..(αντιμετωπίζω..) = to deal with ..

έχω την καλωσύνη  να … = to  have  the  goodness  to ..

έχων σώας τα φρένας = of sound  mind

ζημίες (επιχείρησης) = losses

ζητάω έκφραση  συγγνώμης = demand an apology

ζητάω συγγνώμην = apologize

ζητάω συγγνώμην! = my apologies !
ζυγιάζομαι = to poise
ζωοτροφές = fodder ,  animal  feed
ζωτικής σημασίας = vital
ζώ μόνος μου = to make it on my own

ζητείται  η  γνώμη  μου = to  be  consulted

ζώ μεροδούλι-μεροφάϊ = to  live from hand to  mouth

ζωηρή συζήτηση = animated  debate

ζωϊκός άνθρακας = animal  charcoal

η  «όπισθεν» (ταχύτητα) = the  reverse  gear

η  κάτω  βόλτα = downward  spiral

η  μάστιγα  του  πολέμου = scourge  of  war

η  μετα  θάνατον  ζωή = afterlife

η αλήθεια  «βγαίνει» ..= the  truth gets out

η άλλη πλευρά του λιμανιού = the far side of the harbor

η γοητεία της  έγκειται στο ... = her charm  lies in the ..

η εναλλαγή των εποχών = alternation of the seasons

η μετα θάνατον ζωή = future  life

η μεταφορά πραγματοποιείται μέσω… = the  transfer is  performed  through ….

η μόνη παρηγοριά .. = the one consolation

η νύχτα εναλλάσσεται με νύχτα = night alternates with night

η τελευταία λέξη (τεχνολογία, μόδα) = the state of the art
ηγετική θέση = leading position
ηρέμησε ! = take it easy !
ήδη, κιόλας = yet                                                                                              

η ώρα ήταν περίπου.. = the approximate time was..

ηδονοβλεψίας = voyeur

ηθελημένη δολοφονία = willful  killing

ηθικός  θάνατος = moral  decease

ηλεκτροκίνητος (επίθ.) = power

ηλικιωμένος = elderly

Ηλύσια πεδία = Elysian  fields

ημερομηνία  κατάθεσης = date  of  filing

ημίχρονο = half  time

ηνία = reins

ήσσονος σημασίας = minor
ηχορρύπανση = noise pollution
η ημερομηνία πλησιάζει = the date draws near
η περίσταση το  απαιτεί = the circumstances  call  for  it

ήταν θέατρο ! = it was all an act !

ήταν περιττό, δέν  χρειαζόταν = it was  unnecessary                                                   

ηχηρός = sonorous

ηχορρύπανση = noise  pollution

ηχοσύστημα = sub-woofer  system

θα πέσουν κεφάλια! = heads  will  roll !

θα συνεννοηθεί με... = he will consult with ..

θάλαμος  ανελκυστήρα = carriage

θαλάσσια   αύρα = sea  breeze

θαλάσσιες μεταφορές = sealift
θαυματοποιός =
miracle worker
θέατρο του παραλόγου =
absurd theater
θέλει την, επιδιώκει την.. =
he pursues the..
θεματοφύλακας =
depositary, trustee
θεομηνία =
calamity, natural disaster, act of god
θεόπεμπτος =
godsent
θερινή νάρκη =
aestivation
θεσπίζω νομοθεσία =
to  lay down legislation
θετός =
foster
θέτω εν αμφιβόλω =
to question
θέτω σε διαθεσιμότητα  =
to  suspend
θέτω σε κίνδυνο =
to  place in jeopardy, to jeopardize
θέτω τέρμα στο... =
end the...
θέτω υπο κράτησιν =
to  impound, to take into custody
θεωρείται, νοείται =
it is construed
θεωρείται δεδομένη =
it is taken for granted
θεωρητικά (κανονικά) =
conceivably
θεωρούμαι υπεύθυνος =
to  be held liable
θητεία =
term of office, tenure of office, tenure
θιασώτης =
advocate
θολά νερά =
troubled waters
θράκα =
ember
θυρίδα τραπέζης =
deposit safe
(το) θέμα (αυτό που προέχει) =
the name of the game
θέτουν υπο αμφισβήτηση =
they question
"θάνατος" (πχ. επαγγελματικός, πολιτικός) =
demise
θαμών =
patron
θλίβομαι  βαθέως =
to deeply  regret

θανάσιμο αμάρτημα = mortal  sin

θεαματικά (πχ. αυξήθηκε) = dramatically
το θέμα της ποιότητας =
the  matter of  quality                                          

θεατρικός  συγγραφέας =  playwright

Θεοτόκος = Virgin Mary

θερμοκρασία  περιβάλλοντος = ambient  temperature

θέση  εκτός νόμου = outlawing

θετός πατέρας = adoptive  father

θέτω σε κίνδυνο = to endanger

θεωρούμαι ..= to  be  judged  a …

θεωρώ δεδομένο = to  take  for  granted

θεωρώ ότι .. = I take it that…

θητεία = time  in office

θνησιγενής = abortive

θρεπτική  αξία = food  value

θρησκευτικά  σχίσματα = religious cleavages

θρησκευτικές  πεποιθήσεις = religious beliefs

θύλακος = enclave

θύμα (σε μάχη) = casualty

θυρεοειδής αδένας = thyroid cartilage

θυρόφραγμα = sluice

θώρακας = armor

ιατρική περίθαλψη = medical-delivery

ιατρικός επισκέπτης = detail man
ιατροδικαστική = forensic medicine
ιδεατή μνήμη = virtual memory
ιδιοκτήτης (σπιτιού) = occupant

ιδιαίτερο στυλ (ύφος) = individual  style

ιδιοποιούμαι = appropriate

ιδίως την στιγμή που .. = especially as

ιθύνουσα  ομάδα = ruling  group

ιθύνουσα  τάξη = leading  class

ιθύνων νούς = mastermind

ικανότητες, κλίση = capability, ability, aptitude

ινιακό τρήμα = foramen magnum
ίσαλος γραμμή = waterline
ισοδυναμεί με... = it is tantamount to...
ισόπεδη διάβαση = grade crossing, level crossing
ισοψηφία συμβουλίου = tie
ιστορικό κέντρο = inner city 

ισονομία = equity

ιψενικό  τρίγωνο = ménage á  trois

καβγάς = row
κάγκελα παραθύρου = grating
καζανάκι = flushing device, cistern
καθαυτό (προσδιορ.) = very
κάθε άλλο παρα... = anything but.., all  but .., the opposite of ..
κάθε μέρα που περνάει.. = with each passing day..
καθελκύω = to launch
κάθετα αντίθετος = flatly opposed, steadfast against
καθολοκληρίαν = all together
καθόλου = by no means, at all
καθόλου περίεργο = not surprising
και δικαίως = and for good reason
και επομένως = and hence
και τα τοιαύτα = and the like
και τανάπαλιν, και τούμπαλιν = and vice versa
και τέρμα ! = end of story !

κάθε άλλο παρα ..= anything but ..

κάθε λίγο και λιγάκι = every  so  often

κάθισμα  συνοδηγού = passenger  seat

καθιστώ  σαφές = to make clear                                                                         

καθοδόν = en  route

καθόσον αφορά …. = in so far as concernes

καθώς (επειδή) = as

καθώς και ... = and  ….. alike

καθωσπρέπει (επίθ.) = decent

και  επιπλέον = and  besides

και  πολλή … = much  of …
καιρός είναι ! = it's about time !
κακώσεις = injuries
καλά θα κάνεις να..
= you would do well to..
καλάθι της νοικοκυράς = market basket
καλή όρεξη !
= enjoy !
καλή, χρυσή και άγια =
fine
καλλιτεχνικό όνομα =
stage name

και αυτό θα κάνω = and so I will

και επι πλέον = at that

και όμως .... = and  yet ..

και ούτω καθεξής = and so  forth

και πάλι, παρόλαυτά = still

και πολύ  σοβαρά = in all seriousness                                                         

καί ψηλός = also tall

και ως εκ τούτου = and so

κακή υγεία = ill health

κακήν κακώς = miserably

κακήν κακώς = miserably

κακόγουστα = in  bad taste

κακόγουστα = in bad  taste

κακολογώ = bad-mouth

κακόφημος οίκος = house  of  ill  repute, house of ill fame

καλάμι  ψαρέματος = fishing  rod

καλλιεργώ χωράφι = to  till

κάλλιστα, μια  χαρά, ωραιότατα = handsomely

καλοπροαίρετος = well-intentioned

κάλπη  = ballot box

κάλπικος (για χαρτονόμισμα) = bad

κάλπικος = counterfeit
κάνω τον ψόφιο κοριό =
play possum
κάνω τα στραβά μάτια =
look the other way, turn a blind eye
κάνω φάκελο, ανοίγω φάκελο =
to establish a file
καραμπόλα =
pileup

καλώς ή κακώς = for good or ill

καμπή = turning  point

κάν = at  all

κάν = even
καταυγάζω, φωταγωγώ = to  floodlight
κανονιοφόρος = gunboat
 (
τα) "καλά" (πχ. τα πλεονεκτήματα μιάς συμφωνίας) = merits
κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του = tailor-made for him
καταβολή μετρητών = cash outlay
κρατική θέση = government  post
κρυφά = surreptitiously
κατηγορίες = charges
κοινωνοί της όλης αλήθειας = party to the whole truth
καταφύγιο (απο τους διώκτες) = sanctuary
κατηγορούμενοι = defendants
καταδικασμένη προσπάθεια = doomed attempt
κυνήγι μαγισσών = witch-hunt
καλώς ή κακώς = rightly or wrongly
κορυφώθηκε = it culminated
καλπάζων πληθωρισμός = rampant inflation
κρατικός μηχανισμός = state apparatus
καταβάλλω  προσπάθειες = to exert efforts

κάνω  εικασίες = to  speculate                                                                          

κάνω  έρανο = to  pass  the  hat

κάνω  το  ίδιο = to follow  suit

κάνω  τον  τρελλό = to play the fool

κάνω βήμα  σημειωτόν = to  mark  time

κάνω δεύτερη  δουλειά = to  moonlight

κάνω μπέϊμπυσίτιν σε ... = to baby-sit the ..

κάνω ό,τι μπορώ = to do my  utmost

κάνω παρατήρηση (επιπλήττω) = to admonish

κάνω στην άκρη και σταματάω = to pull over

κάνω την ανάγκη  φιλοτιμία = to make a virtue of  necessity

κάνω την εμφάνισή  μου = to  come  into  view

κάνω+ους. +κομμάτια = split+Subj.+asunder

καπνοδοχοκαθαριστής = chimney  sweep

κάπου κοντά στο σπίτι = about  the  house

κάπου κοντά, κάπου εδώ γύρω = somewhere  about

καραμπινάτο = blatant

καροτσάκι (μωρού) =  baby  carriage
κάρτα πολλαπλών διαδρομών =
commutation  ticket

καροτσάκι (σουπερμάρκετ) = trolley

καρυκευμένο = seasoned

κάστα = caste

κάστρο (πολιτικό) = stronghold

κατ ‘ αναλογίαν = pro rata

κατ οίκον περιορισμός = house  arrest

κατά  πρώτον = in  the  first  instance

κατά  σειράν = in a  row
κίνδυνοι του επαγγέλματος = occupational hazards
κινητήριος δύναμη = prime mover, driving force
κίνητρο = incentive
κινούμενα σχέδια = animated cartoon
κοινή δήλωση προθέσεων = memorandum of understanding
κοινή προσπάθεια = joint efforts
κοινολογώ = to  divulge
κοινός θνητός = commoner
κοινός νούς = savvy
κοίτασμα = deposit, field
κοίτη = riverbed
κοιτίδα = cradle
κόκκυγας = ilium
κορυφή του παγόβουνου = tip of the iceberg
κράχτης = decoy
κατα τον διαμήκη άξονα του πλοίου = along  ships, in the fore-and-aft line

κατα βάθος (γνωρίζω ουσιαστικά) = at bottom

κατά βάθος = deep down

κατά βούληση = at  will

κατά βούλησιν = ad  arbitrium, ad  libitum

κατά βούλησιν = ad libitum

κατά γράμμα = ad litteram

κατά γράμμα = to  the  letter

κατά διαστήματα = at  intervals

κατά κάποιον τρόπο = somehow

κατα λάθος = accidentally, mistakenly
κατα μείζονα λόγον = stronger yet, a fortiori
κατα πάσαν πιθανότητα = in all probability, most probably
κατα περίπτωσιν = as appropriate, where appropriate, when appropriate, on a case by case basis
κατα πολύ = by far
κατα τα άλλα..
= other than that..
κατα τα ειωθότα (επιθ. προσδιορ.) =
customary
κατα το οτι, ως προς το ότι ...=
in that...
καταθέσεις όψεως =
demand deposits
κάταντα, στα κατάντη =
downstream
καταπιάνομαι με.. =
to tackle with..
καταπραϋνω =
to appease, to  sooth
καταφάσκω =
to  answer in the affirmative
κατατρύχομαι =
to be plagued
κατάφωρος =
flagrant
κατεβαίνω σε απεργία =
to  stage strike
κατεδαφίζω =
to  demolish
κατεργασμένος =
dressed
κατηγορούμενος =
defendant
κάτι μου λέει οτι...
= I suspect that...
κατόπιν εορτής = after the event
κάτοχος (πχ. ξεν. γλώσ.) = master of..
κατσάδα = scolding
κατωφέρεια = slope
καψούλι = primer
κειμήλιο = relic
κεκλεισμένων των θυρών = behind closed doors
κεκλιμένο = sloping
κελεμπία = burnouse
κεντρικός ρόλος = pivotal  role
κέρας της Αμάλθειας = cornucopia
κερδίζω χρόνο = to buy time
κερδοσκοπικός = lucrative
κερκίδες = grandstand
κεφάλαιο υψηλού κινδύνου = venture  capital
κεφαλάρι = fountainhead
κηδεμονία = custody
κηρήθρα = honey-comb
κηφήνας = drone
κίβδηλος = adulterated
κιλλίβας = portable table

κατά λέξιν = ad verbum

κατά μείζονα λόγο = a  fortiori

κατά μέσον όρον = on average

κατά πολύ = by  far

κατά πολύ = by  far

καταβάλλω προσπάθειες = exert  efforts

κατάγομαι =   to  stem

καταδικάζω ( μιά  επίθεση) = to deplore

καταθέτω  αγωγή = file  a  lawsuit

καταθέτω ότι … = to testify that

κατάλοιπο (πχ  παλαιάς συνήθειας) = remnant

κατάμεστο = packed

κατάμουτρα = to one’s  face

καταντάω = to turn out  to be…

καταπλήσσομαι = to be amazed

καταπλήσσω = astonish

καταπραϋντικός = assuasive

καταπραϋνω = to abirritate

καταπραϋνω τον πόνο = assuage  pain

καταργώ νόμο = to abrogate a lwa

καταρχάς = imprimis

κατασιγάζω, καλμάρω = to assuage

κατασκότεινα = pitch  black

κατάσταση  επιβιβάσεως = manifest

κατατάσσω .... σε = to categorize …as  being

κατατρύχομαι =  to be plagued

κατατρυχόμενος = torn                                                                                    

καταυτόν τον τρόπον = thus

καταφάσκω = to  affirm

καταφέρνω  χτύπημα = to deal  a  blow, to deliver  a  blow

καταφεύγω στον … = resort  to  the ..

κατάφωρη (κραυγαλέα, καραμπινάτη) παραβίαση = egregious  abuse

καταψύκτης = freezer

κατελάχιστον = to  say  the least

κατεπέκτασιν = by  extension

κατευνάζω = appease

κατευνάζω = to  assuage

κατευνάζω = to mollify

κατεψυγμένη  ζώνη = frigid  zone

κατηγορία = charge                                                                                           

κατηγορίας πετεινού = bantamweight

κατηγορίας πτερού = featherweight

κάτι  τέτοια …. = kind  of ….

κατονομάζω = to name                                                                                                   

κατόπιν αυτού = consequently

κατόπιν εορτής = after  the  fact

κατοχυρωμένος (απαράγραπτος) = vested

κατοχυρωμένος = entrenched

κάτω ο ….! = down with  the …..!

κάτω τα χέρια ! = hands  off !

κατώφλι  αποδοτικότητας = break even point

καφές  χωρίς  γάλα = black coffee

καψούλι = primer

κεκλιμένο  επίπεδο = inclined  plane

κεντρικό  ταχυδρομείο = general  post offece

κεραιοστοιχία = antenna  array

κεφαλαιουχικό  αγαθό = capital  good

κεφαλική  ποινή = capital  punishment

κεφαλόδεσμος = headscarf

κι ‘ αυτό (με  τη  σειρά  του) = itself

κιόμως = yet

κιβδηλοποιός = counterfeit  coiner

κιβωτός της διαθήκης = ark of the covenant

κιλλίβας τηλεβόλου = gun  carriage

κίνδυνοι = the  perils

κίνδυνοι του επαγγέλματ