"την περνάω χωρίς"= to cope without
(πάρα) πολύ ωραίο = so nice
«κάθετος» = adamant
«κόκκινο πανί» = bête noire
«στα θυμαράκια» = ad patres
«χτύπημα» στην
πλάτη = backslap
αβγά
μάτια =
sunny-side
up
αβγά
ψαριού
= fish
roe
αβγοτάραχο = botargo
αβλαβής= innocuous
αβοήθητος = unaided
άβολα = uneasy
άβολος = awkward
αγανακτισμένος= indignant
αγγελία (πχ
ενοικίασης) = advertisement
αγγελικό πρόσωπο = cherubic face
αγεφύρωτο χάσμα
= yawning splits
όταν είναι στη μέση το…, όταν πρόκειται για…, προκειμένου για… = when it comes to …
αγκαλιά (περιεχόμενο) = armful
αγνοώ (γνώμη κάποιου) = to disregard
αγνοώ (δεν
ξέρω) = I am ignorant
of …
άγνωστος = ignoto
αγοραστικό
κοινό = buying public
στη μόδα, της μόδας = in vogue
άγραφος
νόμος = unspoken
rule
αγχίνοια = sagacity
αγωγή διαζυγίου = divorce suit
με σάρκα και οστά (επιθ. προσδιορ.) =
flesh-and-blood
αγωνίσματα στίβου = track and field
αδειάζω
(σχολάζω) = to be idle
πραγματικότητα και μύθος = fact and
fiction
αδελφοποίηση = twinning
αδέσποτη γάτα = alley cat
αδέσποτη σφαίρα
= stray bullet
αδιάκοπα = endlessly
αδιάκοπη κυκλοφορία = unrelenting traffic
αποτρέπω = to
avert
αδιάλλακτος = intransigent
αδικαιολογήτως απών = absent without leave
χαρτογραφώ = to chart
αδιάλλακτος = recalcitrant
αδιαμφισβήτητος = undesputed
αδιαμφισβήτητος = unquestionable
αδιανόητος = unthinkable
αδιαπέραστος = impervious
αδιαχώρητο = impenetrability
αδιέξοδο = blind alley, dead end
αδικώ κάποιον = to do somebody
an injustice
αδυνατεί να... = he fails to...
αδειούχος =
vacationer
αδυνατεί να = he fails to
αδύνατον !, αποκλείεται ! = no way !
αειφόρος
ανάπτυξη, βιώσιμη ανάπτυξη = sustained growth
αεροδιάδρομος
= air corridor, airway
ακαριαίως, σε χρόνο
μηδέν = in no time
αίρομαι
στο
ύψος των ευθυνών = to rise to
responsibilities
ακίνητη περιουσία
= real estate,
immovable property
ακριβοδίκαιος
= equitable
ακριβώς! =
absolutely !
άλλο το...και
άλλο το..
= one thing....something else
αλυσιτελής =
inexpedient
άμα έχεις τέτοιους φίλους τί
τους θέλεις τους
εχθρούς = with friends
like them you may not need any enemies
αμ'έπος
αμ'έργον = no sooner said than done
ακράδαντη πεποίθηση = unshakable belief
ανα πάσαν στιγμήν = at any time
αμεροληψία =
even-handedness
ανεφοδιασμός
= replenishment
απόχρωση =
coloration
υπέρ του να …
= on the
side of ..
άεργος = out of action
Αη-Βασίλης = Father Christmas, Santa Claus
αθέατος = out
of
sight
αθέμιτος ανταγωνισμός = unfair competition
αθετώ (πχ υπόσχεση) = renege
on
αθλητικές εγκαταστάσεις = sports grounds
αθρόως = in
numbers
αίγλη = glamour
αιδημόνως, κοκκινίζοντας =
blushingly
αιδοίο = vulva, cunt
αιθάλη, καπνιά = soot
αιθέριο έλαιο = essential oil
αισθάνομαι ντροπή
= feel ashamed
αιτών = applicant
αιφνίδια
αναχώρηση
= abrupt departure
αιχμής (επίθ.) = cutting-edge
ακαθάριστο εθνικό προϊόν = gross
national product
ακάθεκτη επέλαση = irresistible
rush
ακάθεκτος = irresistible
αμείλικτα =
inexorably
αξεπέραστος =
unsurpassed
αφότου = after
ακανθώδης = knotty
ακατανόητος = incomprehensible
ακαταπαύστως = incessantly
ακεραιότητα = integrity
ακόμη καλύτερα = preferably
ακόμη
και αν = even as
ακόμη και αν
…. = even as …
ακόμη καλύτερα = all the better
ακριβώς
αντίθετο = exact
opposite
ακριτομύθιες = loose
talk
το ακριβώς αντίθετο = the exact opposite
ανακολουθία, αναντιστοιχία = inconsistency
το
κόστος θα βαρύνει τον …
= the cost will
be borne
by the …
ακρόαση απο τον πάπα = audience with the pope
ακροατήριο = audience
ακροθιγώς = tangentially
άκρον (νησιού) = tip
άκρως = highly
ακτήμων = landless
ακτογραμμή = shoreline
αλείφω = anoint
αλεξικέραυνο = lightning arrester
αληγής (άνεμος) = trade wind
αλιεύς
μαργαριταριών = pearl diver
αλλά επι
πλέον και .... = but …….at that
άλλα λένε = they say otherwise
αλλαγή
γνώμης
= second
thought
αλλάζω
πορεία = alter course
αλληλοσυγκρούομαι με … = be at odds with…
αλλόκοτος = eerie
άλμα επι κοντώ = pole vault
αλμυρός = saline
αλοιφή = ointment
άλωση = sack
αμαυρώνω = to denigrate
αμβλεία γωνία = obtuse angle
αμελής = negligent
αμ'έπος αμ'έργον = no
sooner said than done
αμεσότητα = immediacy
αμέσως, εδώ και τώρα = here and now
αμετακίνητος (όσον αφορά γνώμη) = adamant
αμετανόητος = unrepentant
αμπελουργός = grape-grower
άμπωτη = ebb, low tide
αμφίεση = clothing
αμφίπλευρος = ambilateral
αμφισημία = ambiguity
άν δέν (μέχρι να ..) = until ..
αν λάβει
κανείς υπόψιν
του...., σε σχέση με.., λαμβάνοντας υπόψιν, ως προς.... = in terms of …
ανα πάσαν στιγμήν = at any time
ανάβαση του όρους = ascent of the mountain
αναγκαστική προσγείωση = crash landing
ανάγλυφος χάρτης = relief map
αναγραμματισμός
= anagram
αναδρομικά = ex
post facto
αναθέτω σε κάποιον να .. = to retain somebody to ..
αναθέτω εντολή = to issue a mandate
αναθέτω κατ ‘
οίκον
εργασία = assign homework
αναθυμιάσεις
= fumes
αναίσχυντα, ξεδιάντροπα = impudently
ανάκαμψη
= turnaround, recovery
ανάκαμψη = upturn
ανακόλουθος=
inconsistent
ανακριβής
= inexact
ανακρίνω
= to question
ανάκριση
= interrogation
ανάκτηση,
ξετρύπωμα = retrieval
ανακύπτω
= arise
αναλαμβάνω το
κόστος
= to bear the cost
αναληθής = untruthful
Ανάληψη = Ascension
ανάλογα με … = depending upon …
ανάλογα με το πώς = according as
ανάλογα με το πώς..= according as …
αναλύω
καταλεπτώς, περνάω απο κόσκινο = anatomize
αναλώνονται = are expended
ανάμεικτα συναισθήματα = mixed emotions
αναμέτρηση
= match-up
αναμμένα,
καίγανε
(για φώτα) = ablaze
αναμφίβολα = doubtless
αναμφίβολα,
στα
σίγουρα = for certain
αναντίρρητος =
incontroversible
αναντίρρητος = undeniable
ανάπαυση != at ease !
αναπληρωτής
κυβερνήτης
= lieutenant
governor
αναπληρωτής = acting
ανάποδα = assbackwards
αναποδιά, στραβή = mishap
ανάρμοστη διαγωγή = inappropriate conduct
ανασκουμπώνομαι = to roll up sleeves
αναστατώνω (πχ
την κυκλοφορία)
= to disrupt
αναστηλώνω = to refurbish
αναστολές = restraints
ανάστροφη = verso
ανάσχω = arrest
αναταραχή = unrest
ανατεθέν έργο = assignment
ανατίθεται σε
…= is entrusted
to …
ανατρεπόμενο (φορτηγό) = dump truck
ανατριχιαστικός = hair-raising
αδελφή ψυχή = soul mate
ατιμωτικός =
ignominious
αργήσαμε πολύ να
καταλάβουμε... = we
were very slow to understand ...
αντιμετωπίζει ...= he is faced with ...
αναφανδόν = openly
ανάφλεξη
(σε μπουζί κινητήρα) = ignition
αναχορηγία = replenishment
ανδρείκελο
= mannequin, puppet
ανεβασμένος = buoyed
ανέβηκε στα σύννεφα = ascended into the clouds
ανειλικρινής έκφραση υποστήριξης = lip-service
ανέκαθεν = all along
ανεκμετάλλευτη πηγή = untapped source
ανεμελιά
= insouciance
ανεξαιρέτως
= bar none
ανεξάρτητα απο το πώς = no matter how
ανεπαρκής = incompetent
άνεργος = out
of work
ανερχόμενος, σε ανοδική
τάση, στα πάνω του = in the ascendant
ανέσεις
= amenities
άνεση
= amenity
ανέφικτος
= infeasible
ανέχομαι = to live
with
ανήλικος = under
age
ανησυχητικά (επίρρ.) = distressingly
ανθρωποκτονία = manslaughter
άνθρωπος των γραμμάτων = man
of letters
ανθυγιεινός = insalubrious
ανίδεος = ignoramus
ανιών = ascending
άνοδος αερόστατου = ascent of a baloon
ανοίγω τα χαρτιά μου = to put my cards on the table
ανοίκειος,
ανάρμοστος
= inappropriate
αντάξιος του... = worthy of...
καθιστώ = to render
ανοικτής καρδίας (χειρουργ.) = open-heart
ανοιχτά, καταφανώς = blatantly
ανοιχτός
(πχ πόλεμος) = all-out
ανταμοίβω = to
reward
αντάξιος του = worthy of
ανταυτού = instead
αντεπεξέρχομαι = to cope
αντέχω (πχ πόνο) = to endure
αντί για .. = as
opposed to …
αντιδήμαρχος
= alderman
αντίθετα με ..
= unlike …
αντίθετος άνεμος = head wind
αντικείμενο (νόμου, μελέτης,… ) = scope
αντικρούω = to contradict
αντιλεγόμενος = controversial
αντιμετωπίζει = he is faced with
αντιμετωπίζεται = is envisaged
αντιμιλάω = answer
back
αντιπαλότητα = rivalry
αντιπαράθεση = confrontation
αντιπερισπασμός = feint
αντιπηκτικό = anticoagulative
αντιρρησίας συνείδησης = conscientious objector
αντιτάσσομαι = to
oppose
άνυδρος = arid
ανύπαρκτος = nonexistent
ανυπέρβλητος
= insurmountable
ανυπερθέτως = without delay
αξιέπαινος = commendable
αξίζει να σημειωθεί = it is worth noting
αξιοκρατία = meritocracy
αξιόλογος = of value
απαγγέλλω (κατηγορ.) = to indict
απαγόρευση κυκλοφορίας = curfew
απαίσιο (πχ.φαγητό) = execrable
απαλλαγή λόγω αμφιβολιών = benefit of the doubt
απανωτά = in a row
απαρατήρητος = unnoticed
απαρχαίωση = out-datedness
απειλούμενο είδος = endangered species
απεκδύομαι (πχ. ευθύνης) = to disclaim
απλοί άνθρωποι = ordinary people
απο θέσεως ισχύος = from strength
απο κοινού = jointly
αποκτούν σημασία = they assume importance
απο λάθος = accidentally
απο μέρα σε μέρα, όπου νάναι = any day now
απο προσώπου γής = from sight
απο το μηδέν (πχ. ξεκινάω) = from scratch
απο τότε που... = ever since...
αποδεικνύεται (τελικά) οτι... = it turns out to...
αποδίδω (πχ. δικαιοσύνη) = to administer
αποδιοπομπαίος τράγος = scapegoat
αποκλείεται ! = no way !
απομόνωση (κρατουμένου) = solitary confinement
ανυποληψία = contempt
ανυπομονώ να … = to be anxious to ..
ανύποπτος = unsuspecting
ανωμαλία
(διακοπή συστήματος κλπ.) = disruption
ανώτατο όριο = quota
ανώτατο
στέλεχος = senior figure
αξιοθαύμαστος
= admirable
αξιολογώ τις προσπάθειες = assess the efforts
αξιόμαχος = battleworthy
αξιόπιστος = trustworthy
αξιοσημείωτα
(επίρρ.)
= remarkably
αξιωματούχος = office
holder
αοίδιμος = glorious
απ ‘ ό, τι ξέρω = to the best of my knowledge
απ ‘ την πλευρά τους = for their part
απ’
ό, τι
φαίνεται = by all appearances
απαγορευμένος
= off
limits
απαγόρευση κυκλοφορίας = curfew
απαγόρευση = ban
απαγορεύω = ban
απαγορεύω
την κυκλοφορία = ban the traffic
απαίσιος
(πχ για φαγητό) = execrable
απαλλαγή
λόγω αμφιβολιών = benefit of the
doubt
απαλλάσσω (δικαστ.) = to acquit
απανωτά = in a row
άπαξ δια παντός = once and for all
άπαξ δια παντός = once and for all
άπαξ δια παντός = once and for all
απαράγραπτος, αναπαλλοτρίωτος = inalienable
απαράμιλλος = unrivalled
απάρνηση = repudiation
απαρχαιωμένος = time-worn
απαρχαίωση = out-datedness
απάτη (κόλπο) = hoax
απειλητικά = ominously
απειλούμενο είδος = endangered species
απεκδύομαι (πχ ευθύνης) = disclaim
απελπιστικά οπωσδήποτε = in the worst way
απεμπολώ = to barter away
απέξω (γνωρίζω κάτι) = on
the top of my
head
απέξω και ανακατωτά = backward and forward
απερίσπαστος, αδιάκοπος = unremitting
απέριττος = terse
απεχθάνομαι = to abhor
απέχω από … = to abstain from ..
απηρχαιωμένος = antiquated, outdated
άπιαστος = elusive
απηχεί = echoes
απλής διαδρομής = one-way
απληστία = greed
απλό μέλος = rank-and-file member
απλός άνθρωπος (ο) = layman, man in the street
απλούστατα ! = quite simply !
απο της ιδρύσεώς του
= since its founding
αναδρομική
ισχύς =
retrospective effect
αναπόδραστα =
inescapably
ανέλαβε τα καθήκοντα = he took office
ανίκανος =
incompetent
ανταλλάσσω =
trade
αντιβαίνει στον ισχυρισμό = it runs counter
to the claim
απομάκρυνση (παύση υπουργού)
= removal
αδεξίως = maladroitly
αποχαιρετιστήριος =
farewell
απροσδόκητη εξέλιξη = unexpected
development
αποσκίρτηση =
defection
ατασθαλία =
misdeed
ατερμόνως = interminably
απλώς
και
μόνον (σαν επίθετο) = sheer
από λάθος, εκ παραδρομής = accidentally
από μέρα
σε μέρα = any day now
από μνήμης = from memory
από πάσης απόψεως = in every respect
από πάσης απόψεως = in every respect
από προσώπου
γής = from
sight
από πρώτο χέρι
= at
first hand
από φόβο = fearfully
από αρχαιοτάτων χρόνων = ab aeterno
από θέσεως ισχύος = from
strength
από
θέσεως ισχύος = from
strength
από καιρού εις καιρόν = once in a while
από κανέναν (ούτε έναν)…. =
by any single….
απο κοίτης και τραπέζης = a mensa et thoro, from board and bed
από πολλές απόψεις = in a lot of regards
απο προσώπου γής = from sight
απο τις 24
Αυγούστου.. = effective 24
August
απο τότε που
= ever since
αποβιβάζομαι (από αεροπλάνο) = to
deplane
αποβλακωτικός = stultifying
απόγονος = descendant
αποδίδω
δικαιοσύνη = to administer
justice
αποζημιώνω = compensate
αποκαλυπτικό = telltale
αποκοιμιέμαι = fall asleep
αποκοιμιέμαι = to be asleep
απόκρημνος = precipitous
αποκριάτικο
φόρεμα
= fancy
dress
απόκτημα = acquisition
απολυθείς = sacked
απολύσεις = firing, layoffs
απόλυτος αριθμός
= cardinal
number
απόλυτος (πχ
θαυμασμός
κλπ.) = utter
απομείωση
= wastage
απομυθοποιώ = to demythologize
αποπλέω = to set sail
αποσιωπώ = to hush up
αποσκοπεί στο να... = it aims to...
απόσταγμα = eau de vie, brandy
αποστάτης, εξομώτης = renegade
αποστομώνω κάποιον = to argue somebody down
αποτελεί παρελθόν = it is history
απόρθητο κάστρο = inviolable fortress
απονενοημένος
= desperate
αυτοδικαίως = in his own right
αυτή "τάχει" με τον ... = she dates with ...
ανισόρροπος = mentally unstable
αναμφισβήτητος (που δέν του "βγαίνει" κανείς ) = unchallenged
αντιλεγόμενος = controversial
αποξήρανση = drainage
αποπειρώμαι να
... = attempt to ..
απορρίμματα
= refuse
αποσκοπώ σε …. = to aim at…
απόσταγμα, μπράντυ = brandy
αποστάτης = apostate
αποσυναρμολογώ, λύω = take apart
απόσυρση
(προϊόντος)
= recall
αποσύρω (πχ
προϊόν) =
to
recall
αποτάσσομαι = to disavow
αποτελώ το
φόντο = to
backdrop
απότομα = abruptly
απότομες κλίσεις = steep grades
απότομη στροφή = abrupt turn
αποτρέπω = to avert
αποτρόπαιο εύρημα = grisly find
αποτρόπαιος = grisly
αποτυχία (πχ
ενός οργανισμού)
= miscarriage
αποφάγια
= leavings
απόφαση
δικαστηρίου =
court
ruling
αποφέρει, αποδίδει = it pays off
αποφεύγω να... = to decline to..
απρόθυμος = reluctant
απρόοπτα = without notice
απρόσμενος = unanticipated
αραιοκατωκημένος = sparsely populated
άσκηση πυκνής τάξεως = close-order drill
ασφάλιο = safe conduct
ατασθαλία = malfeasance
άτεγκτος = inexorable
ατέρμων = endless
ατιμωρητί = with impunity
ατονώ (για μή εφαρμοζόμενο νόμο) = to fall into abeyance
αυτό που θέλω να πώ = my point
αυτό δέν σημαίνει οτι.. = that is not to say
that...
αυτοπροσώπως = in person, in propria persona
αυτός ακριβώς ο.... = the very..
αυτός και μόνον ο ...= the sole...
αυτοσκοπός = end
in itself
δεινά = ills
αποφεύγω = to go around
απόφυση = appendix
αποχέτευση ομβρίων
= drainage
αποχωρισμός = parting
απραξία = inaction
απροετοίμαστος μαθητής = ill-prepared pupil
απρόθυμος = unwilling
απροκάλυπτα, ωμά = bluntly
απρόοπτα = without
notice
απτός = palpable
άρα γε… = possibly…
αραβικό κόμμι = gum arabic
αργά ή γρήγορα = sooner or later
αργυραμοιβός = pawnbroker
αρετή και κακία = virtue and vice
αρθρωτό λεωφορείο = articulated bus
αριθμομαντεία = arithmancy
αριθμός
οκτανίου, οκτάνια
= octane
number
αρκεί να … = suffice it to …
αρκετά για σήμερα ! = let us call it a day
αρμενίζω = navigate
αρμόνιο = organ
άρση (πχ απαγόρευσης) = lifting
αρτεσιανό φρέαρ = artesian well
αρτηρία (οδός) = thoroughfare, arterial road
άρτυμα = seasoning
αρχαιολογική ανασκαφή = archaeological
dig
ασβέστης = lime
ασβεστόλιθος = limestone
άσεμνη λέξη = dirty word, obsene word
ασθμαίνων = out of breath
ασκαρδαμυκτί = unblinkingly
άσκηση πυκνής τάξεως = close-order drill
άσκοπος συναγερμός = false alarm
ασκόπως =
unnecessarily
ατού = asset
αποκλεισμός (πόλης) = blockade
αποκεφαλισμός
= beheading
ασκώ πίεση στον/στην …= to put pressure on .., to exert pressure on …, urge the .., to apply pressure
ασκώ επιρροή = to exert
influence
ασκώ πίεση (μηχαν.)
= apply pressure
αστάθμητος παράγων = imponderable
αστοχήσας, βεβλαμμένος = failed
αστράγαλος = ankle
αστρικός = sidereal
αστρολάβος = astrolabe
αστυνομικό κράτος = police state
αστυνομικό μυθιστόρημα = detective story
αστυνομικός κλοιός = security cordon
ασυζητητί = unquestionably
αστειευόμενος = playfully
ασυνήθης = abnormal
ασφαλειοκιβώτιο = fuse box
ασφάλιο = safe conduct
ασφαλιστής
= actuary
ασφαλιστικός πράκτωρ = underwriter
ασφυκτιώ
=
gasp
ασχέτως του,
ανεξάρτητα …= no matter
..
άσχημα = unwell
ασώματος = disembodied
άσωτος υιός = prodigal
son
ατασθαλία
= malfeasance
άτεγκτος
=
inexorable
ατερμόνως = endlessly
ατέρμων
ιμάντας = endless belt
ατιμωρητί
= with
impunity
ατιμωρητί = with impunity
ατιμωρισία = Impunity
ατμόσφαιρα
(πχ εστιατορίου) = ambiance
ατονώ (για νόμο) =
to fall
into abeyance
αύξηση μισθού = salary rise
αύξηση / άνοδος της
εγκληματικότητας = rise in crime
αυτά για ...= so much for …
αυταπάρνηση = self-negation
αυταπόδεικτος = self-evident
αυτή
τη
στιγμή = presently
αυτό που λέγεται ..(το λεγόμενο…) = such thing as … αφέθηκε να… = was allowed to ..
αυτό δέν σημαίνει οτι = that is not to say that
αυτό το
θέμα είναι κατάρα, ανάθεμα , γι ‘ αυτόν = that subject is anathema to him
αυτοεξορία = self-imposed exile
αυτοκίνητο που
έχει «μείνει»
= a stalled car
αυτόματοι
πωλητές = vending
machines
αυτοπροσώπως = in propria persona
αυτός καθαυτός = very
αυτός που συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις = eligible
αυτοστιγμεί
= instantly
αυτοσυγκράτηση
= restraint
αυτοσχεδιασμός
= improvisation
αυτοσχεδιασμός
= improvisation
αυτοσχέδιος = makeshift
αφειδώς = lavishly
αφήνοντας να εννοηθεί οτι.. = leaving it
understood
that...
αφήνω
ενεό
κάποιον = stun
somebody
αφειδώς = lavishly
αφετηρία = point of departure, starting point
αφέψημα = infusion
αφήνεται ελεύθερος = he is released
αφήνοντας να
εννοηθεί οτι = leaving it understood that
αφθονεί σε ...= abounds with..
αφθονώ = to abound
αφθονώ = to abound
αχαλίνωτος = unbridled
άχαρις = thankless
αχάριστος = thankless
αχρεώστητος =
unbilled
αχρηστία = disuse
αψευδής δείκτης = crude indicator
αιφνίδια υποχώρηση = abrupt retreat
αποστασιοποιούνται απο ... = they distance themselves
from ...
απότομη πτώση (πχ. του ρυθμού)
= steep fall
(του) αίρω την
βουλευτική ασυλία = to strip him of his parliamentary immunity
αποτελούν το 42 % = account for 42%
το άχαρι έργο = the thankless
task
άγριος ανταγωνισμός = fierce competition
ακόμη και άν
... = even if
απαξιωμένος = discredited
άπαιχτο (έργο), μή ανεβασμένο = unperformed
αυτός ακριβώς ο ... = the very..
άψογα σιδερωμένο = immaculately pressed
απέτυχε να... = it fell short in its attempt to ...
αναπόδραστος = inescapable, ineluctable
αντιμέτωπος
με ... =
faced with ...
απόβλητος, παρίας = outcast
απονέμω
δικαιοσύνη =
to dispense justice
αιτήσει (τη) = upon request
ασκώ ισχυρές πιέσεις = to push hard
άν εξαιρέσουμε ... = other than ...
αντιμετωπίζοντας.. =
faced with ...
αποθήκες
καυσίμων =
fuel depots
αμφιδραστικός =
interactive
άμωμος σύλληψη = immaculate conception
αναγκαστήκαμε να... = it was necessary
to...
αναζωπυρώνω = to fuel
άν μή τι άλλο = if nothing else, if only, if anything
ανησυχώ = be concerned
επιζήμια (επίρρ.) = damagingly
αφισοκολλητής = billposter
αφότου ..= by
when …
αφουγκράζομαι = to sense
αφρώδης οίνος = sparkling wine
άφρων = reckless
αχάριστος= thankless
αψευδής δείκτης = crude indicator
αψηφώ = defy
αψιμαχίες = skirmish
άψογος = above reproach, unimpeachable
βάζω πλώρη για … = set course
for ..
βάζω στο … φωτιά = to set the ….ablaze
βάζω χρέος = go into debt
βάζω λεφτά στην πάντα = put money aside
βάζω
χρήματα στην πάντα = put money
apart
βαθμηδόν = by degrees
βαθύ φιλί = french kiss
βακτηριολογικός
πόλεμος
= germ
warfare
βάλαμε
πραγματογνώμονα
να εκτιμήσει το σπίτι = we had an expert appraise the house
βαλλίστρα = arbalest, crossbow
βαλλίστρα
= crossbow
βαλσαμωμένο, ταριχευμένο = embalmed
βαμβακοπυρίτιδα
= gun-cotton
βάμμα
= tincture
βαμμένος
(πολιτική) = dyed-in-the-wool
βάρδος
= bard
βαρέα
αντιαεροπορικά πυρά = heavy
antiaircraft
βαρειά άρρωστος = gravely ill
βαρεία (τόνος) = grave accent
βαρέος
τύπου = heavy-duty
βαρύγδουπος = loud-thundering
βαρύνον τον... = imputed to...
βασίζομαι =
to rely on
βάρημα = burden
βαρίδι (του νήματος της στάθμης) = plumb bob
βαρίδι στην πρόοδό του = ball and chain to his progress
βαρομετρικό
χαμηλό = depression
βάση κόμματος
= grass
roots
βασικός = underlying
βαφτίζω (ονομάζω) = to christen
βαφτίζω = baptize
βαφτιστικό (όνομα) = given name
βγάζω στο σφυρί =
to
auction off
βγάζω κακό όνομα = get a bad name
βγαίνει
στον αέρα
= it is aired
βγαίνω λάδι = to be in the clear
βδελυρός = abominable
βεβαίως και... = yes...
βήμα-βήμα = pari passu
βήμα χήνας = goose step
βιοπορισμός =
livelihood
βιοτεχνία = cottage
industry
βλοσυρός = grim
βγαίνω στην παρανομία = go underground
βεβαίως = by all means
βελόνα στον αχυρώνα = needle in a haystack
βενζινάδικο = filling station, gas station
βέρα = wedding ring
βήμα της χήνας = goose step
βιβλιοθηκονομία = library
science
βιομηχανική ζώνη = industrial park
βιτρίνα = storefront
βιτρώ = stained glass
βιωτικό επίπεδο = standard of
living
βλαστήμια = swearword
βλοσυρός = grim
βολεύομαι με
… = to make do
with …
βολεύω (μεταβατ.) = to accommodate
βολιδισκοπώ = to take soundings
βοηθητικός, επικουρικός = ancillary
βραδυρρύθμως = adagio
βρέξει-χιονίσει = come rain or shine
βάζω φρένο = to put the brakes
βασανιστικός = tortuous
βγαίνουν στον αέρα (ραδιοφωνικά) = they take to the air
βασανιστικά = badly
βγαίνει στο σφυρί = it is heading for the auction block
βάσανα = hardships
"βουλιάζει" = he swimms through
mud
βρήκαν δουλειά (απασχόληση) = they
found employment
βουτιά =
plunge
βολιδοσκοπώ
(κάποιον) = sound
out
βολικός
(για άτομο) = amenable
βόμβος (πχ μηχανοστασίου) = hum
βόρειον σέλας = aurora
borealis, Northern
Lights
βρίζω = to swear
γάλα εβαπορέ = evaporated milk
γαμήλια τούρτα = wedding cake
γαμήλιος = hymeneal
γελοίος =
ludicrous
γενικά = at
large, by and large
γενικός (σε όλα
τα επίπεδα) = across- the-board
γι'αυτόν
τον
λόγο = on this
account
για λόγου τους = for their part
γάστρα (πλοίου) = hull
γαστρικό υγρό = gastric juice
γεγονότα ενωρίτερα του ...= events anterior to ..
γείσο = cornice
γενικός εισαγγελέας = attorney general
γεννητικά
όργανα
= private
parts
γενόμενος «φύλλο και φτερό», εξονυχιστικά
ψαγμένος
= scrutinized
γεύση (πχ της
κατάστασης) = flavour
γεωμετρική πρόοδος = geometric progression
γή της
επαγγελίας = promised land
γι
‘ αυτό
τον λόγο.. = on the
account …
για την ιστορία = for the record
για τον λόγον ότι … = on the grounds that…
για εσωτερική
κατανάλωση
= for the domestic audience
για κλάσμα δευτερολέπτου = for a split second
για όλη την διάρκεια του... = for the
duration of
the...
για πάν ενδεχόμενο = for all eventualities
για να πετύχει κανείς αυτό = to get there
για το καλό σου =
for your benefit
γιαπί, εργοτάξιο = building
site
για μιά ώρα ανάγκης = for a rainy day
για να μην …. = lest…….
για να υπάρξει ..= for there to be..
για να, προκειμένου να ..= so as to ..
για όλα τα ενδεχόμενα = for all contingencies
για πού τόβαλες ; = where are you headed ?
γιατρικά = remedies
γίνεται κομμάτια = it comes
apart
γίνομαι έξω φρενών = to be outraged
γίνονται
ανάρπαστα = they are
snapped up
γκόμενα =
date, tootsy
γλωσσολαλιά =
gift of tongues
γνωματεύων =
countersigning officer
τα γεγονότα εκτυλίσσονται = the events unfold
για
να
μήν … = lest ….
γκρί ανθρακί = charcoal grey
γκρί ζώνη = grey area
γλίσχρος = meager
γλωσσοδέτης = tongue twister
γνωμοδότηση = advisory opinion
γνωστοποιώ λήψη = to acknowledge
γνωστός (γνωριμία) = acquaintance
γόης φιδιών = snake-charmer
γομάρι (ζώο) = beast of burden
γονυπετώς = on bended knees
γόρδιος δεσμός = gordian knot
γούρι
= mascot
γραμματόσημο =
postage stamp
για τα καλά (σε μεγάλο βαθμό) = largely
γουστάρω = to fancy
γραμμή
παραγωγής = assembly line
γραπτός λόγος = written
word
γραφειοκρατία
= red
tape
γλίσχρος = meager
γράφω ιστορία = to do history, to make history
γρύψ = griffin
γυμνή, τσίτσιδη = in the altogether
γυμνό μάτι = naked eye
γυναικεία εσώρρουχα = lingerie
γωνία πρόσπτωσης = angle of attack
δακρύβρεκτη ιστορία = sob story
δακτυλοδεικτώ = to point at
δελεάζω = to
allure
διαρρεύσαν =
leaked
δασικές
εκτάσεις
= forestland
δασοφύλακας = forest ranger
δείκτης (δάχτυλο) = index finger
δεινά = woes
διαρρήδην =
outright
δέν άργησε να έρθει =
he was not long to
come
διαμορφώνω (πχ. μιά
προσωπικότητα) = to mould
τα δεινά της κυκλοφορίας = the traffic
woes
διασύρω = to
decry, to disparage
διχογνωμία
= divide
διορθώνω (πχ. κείμενο) = to edit
Διαφωτισμός =
Enlightment
διπλωματικές αβρότητες =
diplomatic niceties
δέν είναι θέμα + Γεν. = Nomin. + is not at issue
διατεταγμένος σεβασμός = commanded
respect
δια ζώσης = viva voce
δημοσία =
publicly
διακηρύσσω =
to proclaim
δέκτης, αποδέκτης (πχ
παραπόνων) = receiving end
δεκάτη (φόρος)
= tithe
δελεάζομαι απο
... = be
lured with..
δέλεαρ = lure
δέν με πειράζει να... = I do not mind to..
δέν διαθέτει ...(πχ. κάποιο προσόν) =
it lacks...
δέν είναι έτσι ! = this is not the case !
δέν μέμφομαι αυτόν = I do not fault him
δέν υπάρχει λόγος να... = there is no point in...
δέουσα προσήλωση (προσήκων έλεγχος) = due diligence
Δευτέρα Παρουσία = second coming, the end of days
δεύτερης ποιότητας = second-rate
δημοπρατείται = it is put up for tender
δημόσια κρίση = public enquiry
δημοσιεύματα = reports
δημοσιογραφικός χάρτης = newsprint
δημοσιότητα = limelight
δι'εκπροσώπου = by proxy
δια βοής = on a voice vote
δια μιάς, όλα μαζί = in a lot
δια της βίας = by brutality
δια της παρούσης (επιστολής) = hereby
διαβαίνω τον Ρουβίκωνα = to cross the Rubicon
διαβόητος = infamous
διαβουλεύσεις = consultations
διαγουμίζω = to despoil
διαγούμισμα = despoliation
διαδικαστικός = procedural
διάδρομος αεροσκάφους = aisle
διάδρομος σπιτιού = passage
διάθεση στην αγορά = placing on the market
διαθέτης (διαθήκης) = testator
διακατέχω = to occupy
διακεκαυμένος = torrid
διακινδυνεύω μιά πρόβλεψη = to hazard a guess
διακοπτόμενη συνουσία = coitus interruptus
διακοσμητικό πρόσωπο = figure-head
διακοσμητικός (πχ. ρόλος) = ornamental
διακυβέρνηση = rule
διακυβεύομαι = to be at stake
διαπιστευτήρια = letters of credence
διαπιστώνω = to see for myself,
to establish, to ascertain
διαπρέπω = to excel
διαρρέει (πχ. το μυστικό) = is is compromised
διάσημος = renowned
διάσπαρτος = sprinkled throughout
διάστρεμμα = sprain
περνάω στο «ντούκου» = to
pass under silence
???????????
δεν αφήνω τίποτα
στην τύχη = leave nothing to chance
δεν βλάπτω = to do no harm
δεν αντέχω να .. = I can hardly bear to ...
δεν αντέχω να
…., δεν
μπορώ να …. = I cannot help ……
-ing
δεν αφήνω περιθώρια για … = to make no room for…
δεν βιάζεται = does not rush
δέν βιάζεται καθόλου = he is in no hurry
δεν είναι καθόλου
παράξενο το ότι … = no wonder …
δέν τα πάει καθόλου καλά με... = he is sharply at odds with..
δυσκολεύεται να.. (δέν θέλει να ...) = he is
embarassed
to ....
διαφωνούν ώς πρός
το... = they are at
odds on the ....
διάσπαση φράγματος του ήχου = sonic boom
δέν λαμβάνει υπόψιν του τον... = he ignores
the .....
δέν
υστερεί σε… = he is not wanting in ..
δεν είναι ανάγκη να.., δεν χρειάζεται να.. , είναι περιττό να .. = it is unnecessary
δέν είσαι καλά ! = you are insane !
δεν έχει σημασία = it is immaterial
δεν έχει φανεί τελευταίως = he hasn't beeb around lately
δεν ισχύει στην περίπτωση αυτή = has no application to the case
δεν
κρατήθηκα και ρώτησα, δεν μπόρεσα να μην ρωτήσω =
I could’t help asking
δεν
μπορούσε να είναι παρα ο ... = could
only be the …
δεν μπορώ να μην …. = I cannot help …. –ing …
δεν ορρωδώ προ ουδενός = to stop at nothing
δεν στέκει να μην...( δεν «πάει» να μην..) = it is unfitting not to ..
δεν χάνω καιρό =
to waste no
time
δεσμά = bonds
δεσμοί (πχ φιλίας) = links
δεσπόζουσα θέση = vantage point
Δευτέρα παρουσία = end of days
δεύτερης κατηγορίας = second-rate, second-tier
δήθεν στηρίζω = to pay lip-service
δηκτικός = bitingly critical, acid-tongued
δηκτικός = mordant
δημοπρατώ
= put out to tender
δημόσια διαλογική αντιπαράθεση = debate
δημόσια κατακραυγή = public outcry
δημόσιο πρόσωπο = public
figure
δημοσιογραφικός
χάρτης = newsprint
δημοσιοποίηση = unveiling
δια βοής = on
a
voice vote
δια βίου
= ad
vitam
δια μιάς = in a step
διάβαση πεζών = pedestrian crossing
διαβεβαιώνομαι για τα γεγονότα = ascertain the facts
διαβεβαιώνω = assure
διαβεβαίωση,
διασφάλιση
= assurance
διάβημα,
κίνηση = move
διαδήλωση
= rally
διάδρομος αεροπλάνου =
aisle
διάδρομος σπιτιού = passage
διαθνή ύδατα = high
seas
διακαής πόθος = ardent vow
διακατέχω
= occupy
διακαώς = ardently
διακεκαυμένος
= torrid
διακεκομένη γραμμή = dashed line
διακεκριμένα =
individually
διακινδυνεύω
μια πρόβλεψη = hazard
a guess
διακόπτω (πχ
την
παροχή) = to turn off
διακριτική ευχέρεια = discretion
διανυκτερεύω = to stay overnight
διαπασών = tuning fork
διαπιστευμένος = accredited
διαπιστευτήρια = letters
of credence
διαπιστωμένος = ascertained
διάπλους = crossing
διαπράττω = to perpetrate
διασαφηνίζω =
to elucidate
διάσειση = concussion
διασκέδασε τους καλεσμένους = amused the guests
διασταύρωση (ειδών) = cross
διασφάλιση ποιότητας = quality assurance
διαταγή πορείας = marching orders
διατείνομαι = to
argue
διατοίχιση, μπότζι = roll
διατρέχω τον κίνδυνο να...
= to be liable to...
διατυμπανιζόμενο
= touted
διαφήμιση απατηλή = hype
διασωζόμενο (υπάρχον) = extant
διατείνομαι = to maintain
δέν ισχυρίζομαι οτι ... = I
make no claim that ...
δέν κατάφερε να ... = has failed to ...
δέν είναι και μικρό πράγμα = it is no minor achievement
δέν είναι τυχαίο το ότι .. = it is
no accident that ..
διατηρώ το δικαίωμα = to reserve
the right
διάτρητος = in holes
διατροφή = nutrition
διάττων αστέρας = shooting star
διατυμπανιζόμενος = much-trumpeted
διατυμπανίζω = to tout
διαφορικό
(οχήματος)
= differential gear
διαχρονικός = all-time
δίδεται έμφαση στο... = emphasis is placed on...
δίδεται προσοχή = attention is paid
Διεθνές Δίκαιο = Jus Gentium
διεθνή ύδατα = high sees
διελκυστίνδα = tug of war
δικηγόρος του διαβόλου = devil's
advocate
δίκην + Γεν. (λές και ήσαν...) = in the way
of...,
after the manner of..
δίνω βάρος = to place emphasis
δίνω εντολή σε κάποιον =
direct somebody
δίνω εντολή σε....
= mandate the...
δίνω ιδιαίτερη έμφαση = to focus
δίνω το καλό παράδειγμα = to
bring the force of example
δίνω το παράδειγμα = to
set the example
διοπτροφόρος
= bespectacled
κρυφή κάμερα = hidden-camera
διαψεύδω = to dismiss
διεκδικώ… = to lay claim to..
διελκυστίνδα = tug of war
διέπω= to
govern
διευθυντής μουσείου =
curator
διηνεκής = sustained
δίκαιη αποζημίωση = fair compensation
δικαιοδόχος = franchisee
δικαιόχρηση =
francise
δικαστική έρευνα = judicial inquiry,judicial investigation
δικηγόρος του διαβόλου = advocatus diaboli
δίκοπος = two-edge
δίνω
αναφορά σε … = account to ..
δίνω ώθηση = to give a boost
δίνω μάχη για τις πεποιθήσεις = to do battle for the beliefs
δίνω σημασία σε μια χειρονομία = attach significance to a gesture
διογκούμενος = ballooning
διόδια (ράμπα) = tollgates
δίπλα μου (πχ τρέχοντας) = alongside
διπλανός,
γειτονικός, παρακείμενος = contiguous
διπλωματία της
κανονιοφόρου
= gunboat
diplomacy
διπλωματική ασυλία = diplomatic immunity
διπλωματική
ασυλία = diplomatic immunity
δοξαπατρί (το) = gloria patri
δύο μέτρα και δύο σταθμά = double standard
δυσμενείς επιπτώσεις = adverse impact
δυσχερής θέση = plight
δίπλωση
=
jack-knifing
δίσεκτο έτος =
leap
year
δισκοκήλη = slipped disk
διχασμένος = split
δογματικός = doctrinaire
δοκίμια
(λογοτ. έργου)
= proofs
δολίως = fraudulently
δονκιχωτικός =
quixotic
δορυφορική σύνδεση = satellite
hook-up
δουλοπαροικία
= villeinage
δουλοπάροικος
= villein
δοχείο νυκτός, αγγείο = chamber pot
δράκα
= bunch
δράστης
=
perpetrator
δριμύς = pungent
δυναμώνω σε αριθμό υπαλλήλων = to beef up
δύο ταχυτήτων = two-tier
δύο μέτρα και
δύο σταθμά = double standard
δύσκολα !
(μικρή
πιθανότητα) = hardly !
δυσκολεύομαι =
to
have trouble
δυσοίωνος = inauspicious
δυστυχώς
(λυπάμαι που
το λέω) = sadly
δυσφήμιση = defamation
δυσωδία = stench
δωρεάν = gratis, free
of charge
δωρεάν
παρακολούθηση
(πχ. σεμιναρίου) = free attendance
εαρινός
= vernal
εγγράφως = in writing
εγκαίρως = in time
έγκατα = bowels
έγκαυμα = burn
εγκεφαλικό (επεισόδιο) = stroke
εγκόσμια (τα) = worldly life
έγνια = preoccupation,
concern
εγχείρημα = venture
εδάφιο = section
έδρα (πχ. εταιρείας) = headquarters
"εδώ που τα λέμε", στη ουσία, στην πραγματικότητα = actually
εδώ, στην περίπτωση αυτή = in casu
εθελουσία έξοδος = voluntary departure
εθιμικός = customary
έθιμο = custom
εθιμοτυπική επίσκεψη = protocol visit
είδη διατροφής = foodstuffs
είδη πρώτης ανάγκης = necessities
ειδικά τέλη = specific levies
είθισται = it is customary
εικονιζόμενος (ο) = pictured
εικονική εκτέλεση = sham execution
"είμαι διαβασμένος" = I have done my homework
είμαι ο ιθύνων νούς = to mastermind
είμαι στην ευχάριστη θέση να.. = to be
pleased to...,
it is a pleasure to..
είναι αυτό που λέμε.., είναι η λεγόμενη... = is referred to as.....
εγγενής = inherent
εγγράφως = in writing
εγγυώμαι για (πχ αποφυλάκ.) = stand bail for …
εγκάθετος = plant
εγκρίνω άμεσα = promptly approve
εγνωσμένα = knowingly
εδώ κοντά θα είμαι = I will be around
εθελοτυφλία = willful blindness
εθνικός
δρυμός
= national
park
εθνικός
αερομεταφορέας
= flag
carrier
ειδάλλως
= otherwise
είδε το φώς
της δημοσιότητας = was made public
είδη
διατροφής = foodstuffs
εν είδει ανταμοιβής = by way of amends
εμπορική έκθεση (εμποροπανήγυρη) = trade fair
έσχατος αποπροσανατολισμός = utter disorientation
ενώ ταυτόχρονα, την στιγμή που ... = all the
while ..
επίδομα
ανεργίας =
unemployment benefit
είδη ένδυσης = articles of clothing
ειδοί του
Μαρτίου = ides of March
είδος
(εμπορεύμα) = commodity
εικονιζόμενος = pictured
είμαι όλος αφτιά = to be all ears
είμαι πρόθυμος να .. = I am willing to ..
είμαι
αδικαιολογήτως απών
= to
take
French
leave
είμαι η αιτία του … = to account for ..
είναι επακόλουθο της …= ensues
from …
είναι έτσι φτιαγμένες ώστε να .. = so are made to …
είναι μύθος … = it is a fiction ….
είναι σαν να λές… = it comes to the same as saying..
είναι φυσικό = it is natural
είναι
επικεφαλής μιάς .... = he heads a.....
είναι ίδιον του .... = it is appropriate to
the....
είναι καλή ευκαιρία = it is a bargain
είναι όμως ; = but is it ?
είναι πολύ φυσικό να... = it is not surprising that...
είναι στο δρόμο (εν κινήσει) = he is on the move
είναι "φευγάτη" = she is away
είναι εις βάρος του = it is detrimental to him
είναι
αλήθεια ότι … = true, ….
είναι έτσι κι έτσι = he is in a mean bag
είναι κάποιος = he is
anybody
είναι κεφάλαιο = is an asset
είναι το
λιμάνι της (καταφύγιο) = he is her ancorage
ειρμός σκέψης = train of thought
εις άτοπον = ad absurdum
εις άτοπον = ad absurdum
εις βάρος του.., αναλώμασιν του … = at the expense of
εις
το διηνεκές = in aeternum
εις βάρος του
… = at the expense
of …
εισαγωγή σε
ένα
πανεπιστήμιο =
admission to a university
εισδοχή = accession
είσοδος καλλιτεχνών (κτίριο θεάτρου) = stage door
είσοδος
ελευθέρα ! =
admission is free !
εκ κατασκευής = by design
επι τα βελτίω = for better
επι τα χείρω = for worse
εισπράξεις (οι) =
receipts
εκ νέου = anew
εκ παραδρομής = inadvertently
εκ περιτροπής (επίθ.)
= rotating
εκ προμελέτης = deliberately
εκ του μηδενός = ex nihilo
εκ του νόμου = by law
εκ του προχείρου = impromptu
εκ των προτέρων = beforehand
έκβαση = denouement
εκβολές (ποταμού) = estuary
εκδήλωση-σταθμός = milestone event
εκδορά = abrasion
εκθέματα = exhibits
έκθετο (πχ.για μωρό) = foundling
εκκρεμότητες (προς διεκπεραίωση) = backlog
εκκωφαντικός = ear-splitting
εκλογική περιφέρεια = constituency
εκμυστηρεύομαι = confide
εκπαιδευτικοί (οι) = educators
εκπρόσωπος = spokesperson
εκταμίευση = disbursement
"έχοντας υπόψιν" (σε κείμενα αποφάσεων) = whereas
εκτός απο αυτό, επι πλέον τούτου = as well as that
εκτός απο το να ..... = as well as ....-ing..
εκτός θέματος = off the track
εκτός ωραρίου εργασίας = on one's own time
εκφωνητής = newscaster
Ελεγκτικό Συνέδριο = Court of Auditors
ελεεινός = pitiable
ελεημοσύνη = alms
έλη = marshland
ελιγμός, εκτροπή (για πλοίο, αεροπλάνο) = yaw
ελλόγιμος = scholar
ελλοχεύω = to lie in wait
εμβρόντητος, ενεός =
stunned
έμμετρος (επίθ.) = verse
έμμηνα = menses
εμμηνόπαυση = menopause
έμμονη ιδέα = fixed idea
εμπεριστατωμένος = thorough, elaborate
ένδυση, ντύσιμο = attire
εισπράξεις = cash flow
εισπράττω = to cash in
εκ γενετής = congenitally
εκ των έξω = ab extra
εκ των έξω = ab extra
εκ των έσω = ab intra
εκ των
προτέρων = ex ante
εκ των υστέρων
= ex
post
εκατοδόλλαρο = century note
εκατοστιαίες μονάδες = percentage-points
έκδηλος = manifest
εκδικούμαι για μια ύβρη = avenge an insult
εκδορές = abrasions
εκκρεμής (πληρωμή) = outstanding
εκκρεμούν
χρέος =
arrears
εκκρεμούν χρέος = outstanding debt
εκούσια = willingly
εκούσιος = willing
έκπληκτα μάτια = amazed eyes
εκπληκτικό = amazing
εκστομίζω ύβρεις = to chant insults
εκτάσεις γής = land tracts
εκτελωνιστής = customs
broker
εκτιμήθηκε σε 6 εκατομμ. $ = was assessed at 6 million $
εκτινασσόμενο κάθισμα = ejection seat
εκτοπίστικαν απο τον εξάντα = superseded by the sextant
εκτός νυμφώνος =
out in the
cold
εξαρθρώνω = to
dismantle
εκτός από (τον) …, πλήν (του) … = save .
εκτός από, πλήν = apart from
εκτός μάχης = hors de combat
εκτός του ότι … = as well as +…ing
εκτός του ότι είναι … = as well as being …
έκτοτε = since
εκτυλίσσεται = unfolds
εκφάνσεις = manifestations
εκφοβισμός = intimidation
εκφράζω
τη λύπη μου
= to express
regret
εκχώρηση αδειών = allocation of licences
ελαιογραφία = oil
painting
ελαττωματικό =
bad
ελαφρά τη καρδία, αβασάνιστα = lightly
ελάχιστο κοινό πολλαπλάσιο
= least
common multiple
ελεύθερος χρόνος = leisure time
ελεύθερος επι
εγγυήσει
= out
on bail
έλευση = advent
έλλειψη βαρύτητας = weightlessness
έλυσαν το θέμα έλλειψης καθισμάτων = they got around the lack of chairs
εμαίνετο = raged
εμβαδόν = area
ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ - BACK
εμμηνόπαυση = menopause, change of
life
έμμονη ιδέα, βραχνάς = idée fixe
εμπίπτει
στην ... = it falls under the...
εγγενής
ασυνέπεια =
inherent inconsistency
εμπιστευτικά (επίρρ.) = in confidence
εμπόλεμοι = belligerents
έμφυτος =
innate
ενάρετος =
virtuous
εμπορικό κέντρο = shopping mall
εμφιαλωμένο νερό = bottled water
έμφορτος καυσίμου = fuel-laden
εν ανάγκη = if need be
εν απουσία του … = absent the….
εν εξελίξει = in progress
εν ολίγοις = in short
εν ταυτώ, ταυτόχρονα = at once
εν χορώ = in chorus
εν
αγνοία του... = unbeknownst to him
εν ανάγκη = if need be
εν αποστρατεία = retired
εν απουσία = in absentia
εν εξελίξει = underway
εν ή περιπτώσει ...= in the event that....
εν θέματι (επίθ.) = subject
εν καιρώ ημέρας (επίθ.) = daylight
εν καιρώ τω δέοντι = in due time
εν λόγω (επίθ.) = in question
εν μέσω + γεν. = amid...
εν μιά νυκτί = overnight
εν όλω = in
toto
εν όψει των … = in advance of the
…
εν ανάγκη = if need be
εν αρχή = ad initium
εν
ενεργεία (επίθ.) = serving
εν ενεργεία (πχ δήμαρχος) = incumbent
εν ενεργεία = on active duty
έκτοτε = since
έκλεισε με πάταγο = he
slammed shut
επουδενί = under
no circumstances
εφαλτήριο =
launchpad
εκτινάχτηκε στο 75% = it
rocketed 75 %
επιβάλλοντας τον νόμο = enforcing the law
εξ απαλών ονύχων
= from childhood
εν πάση περιπτώσει, τέλος πάντων = all in all
έχει το προβάδισμα έναντι του..= he has an edge
over the...
(η) επιτυχία οφείλεται σε ... = the success is accredited to ...
έρχεται στο προσκήνιο = he comes into focus
εμπορείο = trading post
εκδήλωση (εγκαίνια, τελετή) = event
εις ένδειξιν.. = in token of ..
εξέγερση φυλακών = jail standoff
εξέχων (προσωπικότητα) = eminent
εν μεσεγγυήσει = in escrow
εν μέσω = amid
εν μέσω, μεταξύ … = in the midst of …
εν ολίγοις = in short
εν ολίγοις = in a nutshell
εν ολίγοις = in short
εν όλω = in all
εν
παρόδω = in
passing
εν πάση περιπτώσει = anyway, anyhow
εν προκειμένω (επίθ.) = on the issue
εν πρώτοις = imprimis
εν πτήσει = en route
εν στάσει (επίθ.) = stationary
εν συνεχεία = subsequently
εν συντομία = briefly
εν τέλει = ultimately
εν τούτοις = yet
εν τω γεννάσθαι = in the process of being created
, in the making
ενάγων = plaintiff
εναέριος σιδηρόδρομος = elevated railway
εναέριος χώρος = airspace
εναλλάξ = alternately
ένας ακόμη = yet another
ένας θεός ξέρει... = goodness knows...
ένδειξη φιλίας = token of
friendship
ένθερμος =
ardent
εννοείται ! =
it goes without saying !
εντριβή =
friction
εξασφαλίζω (πχ τα μέσα) = to ensure
εν προκειμένω = at issue, in this particular case
εν τέλει = ultimately
εν τη εννοία της νομιμοφροσύνης προς .. = out of a sense of loyalty to..
εν τη ελπίδι =
in the hope
εν τούτοις,
παρόλαυτά
= none-the-less
εν ψυχρώ = in cold blood
ένα ….% και μόνον … = a mere …..%
εναλλακτική διαδρομή = alternate route
εναλλακτική
οδός
διαφυγής (πχ σε μποτιλιάρισμα) = bailout
εναλλακτικός = alternative
ένδειξη = indicator
ενδιάμεσος = ad interim
ενδοιασμός
= scruple
ενέδρευαν,
« την είχαν στήσει » = waited in ambush
ένεκα.. = by virtue of ..
ενεός = astounded
ενεργητικό = assets
ενηλικιώνομαι = to come of age
ενίοτε, καμμιά φορά = at times
ένοπλη ληστεία = armed robbery
ενόρκως = on oath
ενόχληση = annoyance
ενοχλητικός = annoying
ενοχοποιητικός = incriminating
ενσκήπτω = to be precipitated
ενσταλάζω = to instill
εντατική
(νοσοκομ.) =
intensive
care
εντελώς διαφορετικός απο.. = quite other than ..
εντόσθια = entrails
εντωμεταξύ
= in the meantime, meanwhile
είναι καθήκον του..., είναι υποχρέωσή του... =
it is
incumbent on him ...
είμαι υπόχρεως = I am indebted
ένα σωρό ....., πληθώρα ..= scores of ...
ερήμην = in absentia
εθίζομαι στο ... = to become
inured to ..
είναι αρκετό = it suffices
είναι
ντροπή ! =
shameful that !
εξ άλλου = other
than that
εξ ού και .. = hence...
εξ
ανάγκης = of necessity
εξ αρχής, εξ
υπαρχής = from the
outset, ab ovo
εξ επαφής = pointblank
εξ εφόδου = by storm
εξαιρετικό δίκαιο = jus singulare
εξεζητημένως
= in a recherche' manner
εξεζητημένος
= recherche'
εξετάζω εξονυχιστικά = to scrutinize
εξιλαστήριο θύμα =
scapegoat, whipping
boy
εξοντωτικός (πχ.ανταγωνισμός) = cut-throat
εξορκίζω = to
adjure
εξουσιοδότηση εν λευκώ = carte blanche
εξοφληθέν =
paid in full
εξυπηρετείστε
; = are you being served ?
εξωγάμως =
out of wedlock
εξωμήτρια κύηση = ectopic pregnancy
επ' αυτού = in this regard
επ'ουδενί = under no
circumstances
επακταί ημέραι = intercalary days
επάπειρον =
ad infinitum
επαυτοφώρω =
red-handed
επαχθής =
cumbersome
επευφημούμαι
= to be hailed
επηρεάζω δυσμενώς = to adversely
affect
επι δανεισμώ = on a loan basis
επι λέξει = verbatim
επι ξυρού ακμής = at the cutting edge
επι σκηνής = on stage
επι το έργον
= at work
πολύπτυκτος =
manifold
εξ άπαντος = undoutedly
εξ αρχής = ab initio
εξ αρχής = ab ovo
εξ ενστίκτου = upon instinct
εξ επαφής = pointblank
εξ ίσου = equally
εξ ού και …= hence..
εξ υπαρχής = ab origine
εξαιρέσει του … = with the exception of the …
εξακριβώνω την
αλήθεια = attest the truth
εξαρτάται ! = that depends !
εξασφάλισε δουλειά = he was assured a job
εξασφαλισμένο εισόδημα = assured
income
εξημερώνω = to domesticate
εξοφθάλμως, καραμπινάτα,
με πατέντα = patently ???
εξοφληθέν = paid in full
έξυπνος, μεγαλοφυής = astute
έξω ο …. ! = out with the ….!
εξωδίκως = out of court
εξώφυλλο = front page
επ ‘ ακροατηρίω = in open court
έπαινος = praise
επαινώ = to praise
επαϊων = knowledgeable
επακολουθήσασα = ensuing, subsequent
επακολουθήσασα κατοχή
= ensuing occupation
επανακτώ τις αισθήσεις μου, έρχομαι στα
συγκαλά μου = to come to my senses
επαναπαύομαι στις δάφνες μου = to rest on my laurels
επανειλημμένως = over and over
επανεκτίμηση = reassessment
επαόριστον
(αναβολή
πχ δίκης) = sine die
επαόριστον
= indefinitely
επαρκής = adequate
έπαρση, υπεροψία, αλαζονία = arrogance
επέσπευσε την αναχώρηση = antedated
the departure
επευφήμισαν = applauded
επι εγγυήσει = on bail
επι πλέον = over and above
επι τα χείρω = for the worse
επι 24ώρου βάσεως = around the clock
επι 24ώρου βάσεως = around-the-clock
επι παραγγελία = made to order
επι πλέον του ...= over and above the ..
επι τέλους = at last, ad extremum
επι
τόπου
= at the scene
επι του προκειμένου = a proposito
επίδειξη ισχύος = show of force,
saber rattling
επιδόματα ανεργίας = unemployment
benefits
επι του
θέματος = ad rem
επι του
παρόντος = for the moment
επιβάλλω (πχ την εφαρμογή)
= to
enforce
επιβατική
αμαξοστοιχία = passenger
train
επιβιβάζομαι = to step aboard
επιγραφή,
ταμπέλα (καταστήματος)
= signboard
επίδειξη ισχύος = saber rattling
επίδειξη πλούτου = display of wealth
επίδειξη = pageantry
επίδοξος
παράγων (παίκτης) = aspiring player
έχει να κάνει με.. (αντιμετώπιση) = it contests with...
ειδοποίηση έξωσης = eviction
notice
εκτός τόπου = out of place
εκατοστιαίες μονάδες = percentage points
επιδόσεις = performance
επίζηλος =
coveted
επιζήμιος =
detrimental
επιθανάτιος ρόγχος = death rattle
επιλήσμων =
forgetful
επίμαχος = at
issue
επιμερισμός κόστους = cost sharing
επιμεριστικός
= commutative
επισπεύδεται
(πχ.η συνάντηση)
για τις.. = it is brought
forward to...
επιστήθιος φίλος = bossom friend
επιτροχάδην (επίθ.) = cursory
επουδενί = on
no account
επιδοτήσεις = subsidies
επίδραση = bearings
επίθεση γοήτρου = charm offensive
επικαλούμαι = to invoke
επικαρπία = usufruct
επικαρπωτής = usufructuary
επικεντρώνομαι στο .. = to centre on…
επικριτικός = critical
επικεντρώνομαι = to center on …
επικερδής
= lucrative
επικίνδυνες περιοχές (πόλης) = asphalt jungle
επικράτεια = realms
επιμερίζω δαπάνες = apportion
expenses
έπιπλα αντίκες = antique
furniture
επιπληγείς (επιπλήττω) = reprimanded, rebuked
επισείων = pennant
επίσημα στοιχεία = official figures
επίσημη
αργία =
legal
holiday
επίσημο ένδυμα = evening
dress
επισκιάζω = to overshadow
επισκόπηση = outlook
επισυνάπτω μια σημείωση = append a note
επιτακτική ανάγκη = imperative
επιταχύνεται = is speaded up
επιτυγχάνω
τον στόχο = attain the goal
επίφαση συνεργασίας = appearance of cooperation
επιφυλάξεις = reservations
επιχειρήσεις
(εταιρείες)
= business firms
εποφθαλμιώ ..
= to
have designs on …
εποφθαλμιώ
= to eye
επωδός = refrain
έρμαια πλεύση = drift
έρχονται και παρέρχονται = they come and go
εσπευσμένως = precipitously
έστω κι ‘ αν είναι .., έστω
και … = albeit
εποχή βωβού
κινηματογράφου
= silent-picture era
επρόκειτο να αγοράσει = was due to buy
επτασφράγιστο
μυστικό = tight secret
είναι ελλιπής = leaves much to be desired
ενστερνίζομαι = to embrace
ευτυχώς (πάλι καλά που …) = thankfully
επι τούτου = ad hoc
έρχομαι
στο
προσκήνιο = to come
to the fore
επωμίζομαι = to shoulder
εργάσιμη ημέρα = working day
εργατικό δυναμικό = labour
εργατικό δυναμικό = workforce
εργατικότητα = assiduity
έρευνα εν
εξελίξει = inquiries underway
ερπύστρια = caterpillar tread
έρχομαι σε σύγκρουση με … = to fall foul of …
ερωτηθείς (επι σφυγμομέτρησης) = polled
ερωτικό γράμμα = amorous letter
έσοδα = receipts
εστία (ποδοσφ.), τέρμα = goal
εστιγμένη γραμμή = dotted line
έστω και
+ επίθετ. = albeit
εσφαλμένη αντίληψη = fallacy
ένα «κλίκ» = one notch
εσχάτη
προδοσία = high treason
εσωτερική
(οικιακή βοηθός) = au pair girl
εταιρεία λογιστών = accountancy firm
εταιρεία
χαρτοφυλακίου
= holding
company
εταιρεία
χαρτοφυλακίου = holding company
εταιρεία μετοχικού κεφαλαίου = joint stock company
εταιρείες μεταφορών = transport operators
έτσι και.. = once..
ευγένεια τρόπων = mansuetude
ευγενής προσφορά = courtesy
ευεπίφορος = inclined,
prone
ευρηματικός = resourceful
ευρύ κοινό = wide audience
ευρύχωρος = commodious
ευσεβείς πόθοι = wishful thinking
εύστοχος (επίθετ.) = apropos
ευωδία = fragrance
εφάπαξ πληρωμή = lump sum
εφησυχάζω = to sit back
εφιστώ την προσοχή = to caution
εφόσον ......(χρονικό) = insofar as....
έχει σαν αποτέλεσμα... = it results in...
έχει σειρά για... = precedence for...
έχει σημασία ! = it matters
!
έχει στην κατοχή του.. = he retains..
έχει την γνώμη = he opines
εχεμύθεια = confidentiality
έχω την καλωσύνη να.. = to be so kind as to..
εν ενεργεία (πχ. αρχηγός κράτους) = sitting
ευρύ κοινό = general public
ενδεής = needy
εντάθηκε = it has intensified
εν ψυχρώ (επιθετ. προσδιορ.) = cold-blooded,
in cold
blood
έτοιμη συνταγή = ready remedy
έτσι και αλλοιώς ..= regardless
έτσι
και
αλλοιώς = anyway
έτσι και,
μόλις … = so long
as
..
έτσι κι
‘ αλλοιώς = anyway
ευθανασία = euthanasia, mercy
killing
ευθύς εξ αρχής = ab origine
ευπατρίδης = hidalgo
εύπορος = affluent
ευρύχωρος = spacious
ευάερος = airy
εταιρεία συμβούλων = consultancy
έπαρση, υπεροψία = arrogance
επιδοτώ =
subsidise
επίφαση ομαλότητας = semblance of
normality
εμβάσματα =
remittances
επίμονα =
solicitously
ευτυχώς = luckily
ευρών = finder
εύρωστος = robust
ευσεβείς πόθοι = wishfull thinking
εύσημα = credit
ευτελίζω = banalize, trivialize
ευτραφής = obese
ευφραδής ομιλητής = articulate
speaker
ευχάριστη προσωπικότητα = pleasing personality
ευχερώς ορατός
= readily apparent
εφ ‘ όρου ζωής = ad vitam, for life
εφαλτήριο = launch-pad
εφάπαξ πληρωμή = lump sum
εφαρμόζω = to put into practice
εφαρμόζω τους κανόνες = apply the rules
εφεξής = henceforth
εφεξής = henceforth
εφεσιβαλλόμενος = appellee
εφεσιβάλλων = appelant
εφετείο = appeals court
εφηβεία = adolescence
εφόσον (όσο
ακόμη) = inasmuch as ..
εφόσον (στο βαθμό
που ..) = inasmuch as ..
εφόσον, αφού .. = in so far as ..
εφόσον, στον βαθμό που.. = insofar as ..
εχέγγυα = safeguards
έχει λήξει (πχ διαβατήριο) = is out of date
έχει τάξει, έχει κάνει τάμα = has vowed
εχεφροσύνη = sanity
έχω «μούτρα» (θράσος) = to have the face
έχω άσσο στο μανίκι μου = to have an ace up my sleeve
έχω να κάνω με
..(αντιμετωπίζω..) = to deal with ..
έχω την καλωσύνη να … = to have the goodness to ..
έχων σώας τα φρένας = of sound mind
ζημίες (επιχείρησης) = losses
ζητάω έκφραση συγγνώμης = demand an apology
ζητάω συγγνώμην = apologize
ζητάω
συγγνώμην! = my apologies !
ζυγιάζομαι = to
poise
ζωοτροφές = fodder
, animal feed
ζωτικής σημασίας = vital
ζώ μόνος μου
= to make it on my own
ζητείται η γνώμη μου = to be consulted
ζώ μεροδούλι-μεροφάϊ = to live from hand to mouth
ζωηρή συζήτηση = animated debate
ζωϊκός άνθρακας = animal charcoal
η «όπισθεν» (ταχύτητα) = the reverse gear
η κάτω βόλτα = downward spiral
η μάστιγα του πολέμου = scourge of war
η
μετα
θάνατον ζωή = afterlife
η αλήθεια «βγαίνει» ..= the truth gets out
η άλλη πλευρά
του λιμανιού = the far side of the harbor
η γοητεία της έγκειται στο ... = her charm lies in the ..
η εναλλαγή των εποχών = alternation of the seasons
η μετα θάνατον
ζωή = future life
η μεταφορά
πραγματοποιείται
μέσω… = the transfer is performed through ….
η μόνη παρηγοριά .. = the one consolation
η νύχτα εναλλάσσεται με νύχτα = night alternates with night
η
τελευταία λέξη (τεχνολογία, μόδα)
= the state of the art
ηγετική θέση = leading position
ηρέμησε ! = take
it easy !
ήδη, κιόλας = yet
η ώρα ήταν περίπου.. = the approximate time was..
ηδονοβλεψίας = voyeur
ηθελημένη δολοφονία = willful killing
ηθικός θάνατος = moral decease
ηλεκτροκίνητος (επίθ.) = power
ηλικιωμένος = elderly
Ηλύσια πεδία = Elysian fields
ημερομηνία κατάθεσης = date of filing
ημίχρονο = half time
ηνία = reins
ήσσονος
σημασίας = minor
ηχορρύπανση =
noise pollution
η ημερομηνία πλησιάζει = the date draws near
η περίσταση το απαιτεί = the circumstances call for it
ήταν θέατρο ! = it was all an act !
ήταν περιττό, δέν χρειαζόταν = it was unnecessary
ηχηρός = sonorous
ηχορρύπανση = noise
pollution
ηχοσύστημα = sub-woofer system
θα πέσουν
κεφάλια! = heads will roll !
θα συνεννοηθεί με... = he will consult with ..
θάλαμος ανελκυστήρα = carriage
θαλάσσια αύρα = sea breeze
θαλάσσιες
μεταφορές = sealift
θαυματοποιός = miracle worker
θέατρο του παραλόγου = absurd theater
θέλει την, επιδιώκει την.. = he pursues the..
θεματοφύλακας = depositary, trustee
θεομηνία = calamity, natural disaster, act of god
θεόπεμπτος = godsent
θερινή νάρκη = aestivation
θεσπίζω νομοθεσία = to lay down legislation
θετός = foster
θέτω εν αμφιβόλω = to question
θέτω σε διαθεσιμότητα = to suspend
θέτω σε κίνδυνο = to place in jeopardy, to jeopardize
θέτω τέρμα στο... = end the...
θέτω υπο κράτησιν = to impound, to take into custody
θεωρείται, νοείται = it is construed
θεωρείται δεδομένη = it is taken for granted
θεωρητικά (κανονικά) = conceivably
θεωρούμαι υπεύθυνος = to be held liable
θητεία = term of office,
tenure of office, tenure
θιασώτης = advocate
θολά νερά = troubled waters
θράκα = ember
θυρίδα τραπέζης = deposit safe
(το) θέμα (αυτό που προέχει) = the name of the game
θέτουν υπο αμφισβήτηση = they question
"θάνατος" (πχ. επαγγελματικός, πολιτικός) = demise
θαμών = patron
θλίβομαι βαθέως = to deeply regret
θανάσιμο
αμάρτημα = mortal sin
θεαματικά
(πχ. αυξήθηκε) = dramatically
το θέμα της ποιότητας = the matter of quality
θεατρικός συγγραφέας =
playwright
Θεοτόκος = Virgin Mary
θερμοκρασία περιβάλλοντος = ambient temperature
θέση εκτός νόμου = outlawing
θετός πατέρας = adoptive father
θέτω σε κίνδυνο = to endanger
θεωρούμαι ..= to be judged a …
θεωρώ δεδομένο = to take for granted
θεωρώ ότι .. = I take it that…
θητεία = time in office
θνησιγενής = abortive
θρεπτική αξία = food value
θρησκευτικά σχίσματα = religious cleavages
θρησκευτικές πεποιθήσεις = religious beliefs
θύλακος = enclave
θύμα (σε μάχη) = casualty
θυρεοειδής αδένας = thyroid cartilage
θυρόφραγμα = sluice
θώρακας = armor
ιατρική περίθαλψη = medical-delivery
ιατρικός
επισκέπτης = detail man
ιατροδικαστική =
forensic medicine
ιδεατή μνήμη = virtual memory
ιδιοκτήτης (σπιτιού) = occupant
ιδιαίτερο στυλ (ύφος) = individual style
ιδιοποιούμαι = appropriate
ιδίως την
στιγμή που
.. = especially as …
ιθύνουσα ομάδα = ruling group
ιθύνουσα τάξη = leading class
ιθύνων νούς = mastermind
ικανότητες, κλίση = capability, ability, aptitude
ινιακό
τρήμα = foramen magnum
ίσαλος γραμμή = waterline
ισοδυναμεί με... = it is tantamount
to...
ισόπεδη διάβαση = grade crossing, level crossing
ισοψηφία συμβουλίου = tie
ιστορικό κέντρο = inner city
ισονομία = equity
ιψενικό τρίγωνο = ménage á trois
καβγάς = row
κάγκελα παραθύρου = grating
καζανάκι =
flushing device, cistern
καθαυτό (προσδιορ.) = very
κάθε άλλο παρα...
= anything but.., all but .., the
opposite of ..
κάθε μέρα που περνάει..
= with each
passing day..
καθελκύω = to
launch
κάθετα αντίθετος = flatly opposed, steadfast against
καθολοκληρίαν
= all together
καθόλου = by
no means, at all
καθόλου περίεργο = not surprising
και δικαίως = and for good reason
και επομένως = and hence
και τα τοιαύτα = and the like
και τανάπαλιν, και τούμπαλιν = and vice versa
και τέρμα ! = end of story !
κάθε άλλο παρα ..= anything but ..
κάθε λίγο και λιγάκι = every so often
κάθισμα συνοδηγού = passenger seat
καθιστώ σαφές = to make clear
καθοδόν = en route
καθόσον αφορά …. = in so far as concernes
καθώς (επειδή) = as
καθώς και ...
= and
….. alike
καθωσπρέπει
(επίθ.) =
decent
και επιπλέον = and besides
και πολλή … =
much of …
καιρός είναι ! = it's about time !
κακώσεις = injuries
καλά θα κάνεις να.. = you would do well to..
καλάθι της νοικοκυράς = market basket
καλή όρεξη ! = enjoy !
καλή, χρυσή και άγια = fine
καλλιτεχνικό όνομα = stage name
και αυτό θα κάνω = and so I will
και επι πλέον = at that
και όμως .... = and
yet
..
και ούτω καθεξής = and so
forth
και πάλι, παρόλαυτά = still
και πολύ σοβαρά = in all seriousness
καί ψηλός = also tall
και ως εκ τούτου = and so
κακή υγεία = ill health
κακήν κακώς = miserably
κακήν κακώς = miserably
κακόγουστα = in bad taste
κακόγουστα = in bad
taste
κακολογώ = bad-mouth
κακόφημος οίκος = house of ill repute, house of ill fame
καλάμι ψαρέματος = fishing rod
καλλιεργώ χωράφι = to till
κάλλιστα, μια χαρά, ωραιότατα = handsomely
καλοπροαίρετος = well-intentioned
κάλπη = ballot box
κάλπικος (για
χαρτονόμισμα)
= bad
κάλπικος
= counterfeit
κάνω τον ψόφιο κοριό = play possum
κάνω τα στραβά μάτια = look the other way, turn a blind eye
κάνω φάκελο, ανοίγω φάκελο = to establish a file
καραμπόλα = pileup
καλώς ή κακώς = for good or ill
καμπή = turning point
κάν = at all
κάν = even
καταυγάζω, φωταγωγώ = to floodlight
κανονιοφόρος
= gunboat
(τα) "καλά" (πχ. τα
πλεονεκτήματα μιάς συμφωνίας) = merits
κομμένο και ραμμένο
στα μέτρα του
= tailor-made for him
καταβολή μετρητών = cash outlay
κρατική θέση = government post
κρυφά = surreptitiously
κατηγορίες = charges
κοινωνοί της όλης
αλήθειας = party to the
whole truth
καταφύγιο (απο τους
διώκτες) = sanctuary
κατηγορούμενοι =
defendants
καταδικασμένη προσπάθεια = doomed attempt
κυνήγι μαγισσών = witch-hunt
καλώς ή κακώς =
rightly or wrongly
κορυφώθηκε = it
culminated
καλπάζων πληθωρισμός = rampant inflation
κρατικός μηχανισμός = state apparatus
καταβάλλω
προσπάθειες = to
exert efforts
κάνω εικασίες = to speculate
κάνω έρανο = to pass the hat
κάνω το ίδιο = to follow suit
κάνω τον τρελλό = to play the fool
κάνω βήμα σημειωτόν = to mark time
κάνω δεύτερη δουλειά = to moonlight
κάνω μπέϊμπυσίτιν σε ... = to baby-sit the ..
κάνω ό,τι
μπορώ = to
do my utmost
κάνω παρατήρηση (επιπλήττω) = to admonish
κάνω στην άκρη
και
σταματάω = to pull over
κάνω την ανάγκη φιλοτιμία = to make a virtue of necessity
κάνω την εμφάνισή μου = to come into view
κάνω+ους. +κομμάτια = split+Subj.+asunder
καπνοδοχοκαθαριστής = chimney sweep
κάπου κοντά στο σπίτι = about the house
κάπου κοντά, κάπου εδώ γύρω = somewhere about
καραμπινάτο = blatant
καροτσάκι
(μωρού)
= baby carriage
κάρτα πολλαπλών διαδρομών = commutation ticket
καροτσάκι
(σουπερμάρκετ)
= trolley
καρυκευμένο = seasoned
κάστα = caste
κάστρο
(πολιτικό) = stronghold
κατ ‘
αναλογίαν = pro rata
κατ ‘ οίκον
περιορισμός = house
arrest
κατά πρώτον = in the first instance
κατά σειράν = in a row
κίνδυνοι του επαγγέλματος = occupational hazards
κινητήριος δύναμη = prime mover,
driving force
κίνητρο =
incentive
κινούμενα σχέδια = animated cartoon
κοινή δήλωση προθέσεων = memorandum of
understanding
κοινή προσπάθεια = joint efforts
κοινολογώ =
to divulge
κοινός θνητός = commoner
κοινός νούς = savvy
κοίτασμα =
deposit, field
κοίτη =
riverbed
κοιτίδα =
cradle
κόκκυγας =
ilium
κορυφή του παγόβουνου = tip of the iceberg
κράχτης =
decoy
κατα τον διαμήκη άξονα του
πλοίου = along
ships, in the fore-and-aft line
κατα βάθος
(γνωρίζω
ουσιαστικά) = at bottom
κατά βάθος = deep down
κατά βούληση = at will
κατά βούλησιν = ad arbitrium, ad
libitum
κατά βούλησιν = ad libitum
κατά γράμμα = ad litteram
κατά γράμμα = to the letter
κατά διαστήματα = at
intervals
κατά κάποιον τρόπο = somehow
κατα
λάθος =
accidentally, mistakenly
κατα μείζονα λόγον = stronger yet, a fortiori
κατα πάσαν πιθανότητα = in all probability, most probably
κατα περίπτωσιν = as appropriate, where appropriate, when appropriate,
on a
case by case basis
κατα πολύ = by far
κατα τα άλλα.. = other than that..
κατα τα ειωθότα (επιθ. προσδιορ.) = customary
κατα το οτι, ως προς το ότι ...= in that...
καταθέσεις όψεως = demand deposits
κάταντα, στα κατάντη = downstream
καταπιάνομαι με.. = to tackle with..
καταπραϋνω = to appease,
to
sooth
καταφάσκω = to answer in the affirmative
κατατρύχομαι = to be plagued
κατάφωρος = flagrant
κατεβαίνω σε απεργία = to stage strike
κατεδαφίζω = to demolish
κατεργασμένος = dressed
κατηγορούμενος = defendant
κάτι μου λέει οτι... = I suspect that...
κατόπιν εορτής = after the event
κάτοχος (πχ. ξεν. γλώσ.) = master of..
κατσάδα = scolding
κατωφέρεια = slope
καψούλι = primer
κειμήλιο = relic
κεκλεισμένων των θυρών = behind closed doors
κεκλιμένο = sloping
κελεμπία = burnouse
κεντρικός ρόλος = pivotal role
κέρας της Αμάλθειας = cornucopia
κερδίζω χρόνο = to buy time
κερδοσκοπικός = lucrative
κερκίδες = grandstand
κεφάλαιο υψηλού κινδύνου = venture
capital
κεφαλάρι = fountainhead
κηδεμονία = custody
κηρήθρα = honey-comb
κηφήνας = drone
κίβδηλος = adulterated
κιλλίβας = portable table
κατά λέξιν = ad verbum
κατά μείζονα λόγο = a fortiori
κατά μέσον όρον = on average
κατά πολύ = by far
κατά πολύ = by far
καταβάλλω προσπάθειες = exert efforts
κατάγομαι = to stem
καταδικάζω ( μιά επίθεση) = to deplore
καταθέτω
αγωγή = file a lawsuit
καταθέτω
ότι … = to
testify that …
κατάλοιπο (πχ παλαιάς συνήθειας) = remnant
κατάμεστο = packed
κατάμουτρα = to one’s face
καταντάω = to turn out to be…
καταπλήσσομαι = to be amazed
καταπλήσσω = astonish
καταπραϋντικός = assuasive
καταπραϋνω = to abirritate
καταπραϋνω τον πόνο = assuage pain
καταργώ νόμο = to abrogate a lwa
καταρχάς = imprimis
κατασιγάζω, καλμάρω = to assuage
κατασκότεινα = pitch black
κατάσταση επιβιβάσεως = manifest
κατατάσσω .... σε = to categorize …as being
κατατρύχομαι = to be plagued
κατατρυχόμενος
= torn
καταυτόν τον
τρόπον =
thus
καταφάσκω = to affirm
καταφέρνω χτύπημα = to deal a blow, to deliver a blow
καταφεύγω στον … = resort to the ..
κατάφωρη
(κραυγαλέα,
καραμπινάτη) παραβίαση = egregious abuse
καταψύκτης = freezer
κατελάχιστον = to say the least
κατεπέκτασιν = by extension
κατευνάζω = appease
κατευνάζω = to assuage
κατευνάζω = to mollify
κατεψυγμένη ζώνη = frigid zone
κατηγορία = charge
κατηγορίας
πετεινού = bantamweight
κατηγορίας
πτερού = featherweight
κάτι τέτοια …. = kind of ….
κατονομάζω = to name
κατόπιν αυτού = consequently
κατόπιν εορτής
= after
the
fact
κατοχυρωμένος
(απαράγραπτος)
= vested
κατοχυρωμένος = entrenched
κάτω ο ….! = down with the …..!
κάτω τα χέρια ! = hands off !
κατώφλι αποδοτικότητας = break even point
καφές χωρίς γάλα = black coffee
καψούλι = primer
κεκλιμένο επίπεδο = inclined plane
κεντρικό ταχυδρομείο = general post offece
κεραιοστοιχία = antenna array
κεφαλαιουχικό αγαθό = capital good
κεφαλική ποινή = capital punishment
κεφαλόδεσμος =
headscarf
κι ‘ αυτό (με τη
σειρά του) = itself
κι ‘ όμως = yet
κιβδηλοποιός = counterfeit
coiner
κιβωτός
της διαθήκης = ark of the covenant
κιλλίβας τηλεβόλου = gun
carriage
κίνδυνοι = the
perils
κίνδυνοι του επαγγέλματ