| ΛΕΞΙΚΟ
ΟΙΟΝΕΙ ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΟ
ΚΑΙ ΤΩΝ AΠΟ
ΚΟΙΝΟΥ ΜΕ
ΑΛΛΟΥΣ
ΛΑΟΥΣ
ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΜΕΝΩΝ
ΛΕΞΕΩΝ
(υπο συνεχή κατασκευήν) vamvakos@otenet.gr |
Το λεξικό
αυτό δέν
φιλοδοξεί να
παίξει τον
ρόλο ενός ετυμολογικού
λεξικού. Θα
πραγματευτεί
την
ετυμολογία
ορισμένων,
δυσετυμολόγητων
ή μή αλλά και
αγνώστου
ακόμη ετύμου,
λέξεων της
νεοελληνικής
που ώς επι το
πλείστον δέν
προέρχονται
κατευθείαν
απο την αρχαία
ελληνική,
παραθέτοντας
λέξεις ξένων
γλωσσών
ομιλούμενων
ή μή και γειτονικών ή μή χωρών, απο τις
οποίες είναι
πιθανόν να
έχουν
προέλθει απευθείας οι
ετυμολογούμενες
λέξεις.
Επίσης θα
παρατεθούν
και λέξεις
ξένων γειτονικών γλωσσών
οι οποίες
έχουν
προέλθει
είτε απο την
ετυμολογούμενη
νεοελληνική
λέξη
είτε έχουν
κοινή
καταγωγή με
αυτήν, κατά
κανόνα την
αρχαία
ελληνική. Οι
μη
αναφερόμενες
στο παρόν
λεξικό
νεοελληνικές
λέξεις,
που αποτελούν και την συντριπτική πλειονότητα ενός σύγχρονου
νεοελληνικού λεξικού, προέρχονται
βέβαια απευθείας από την αρχαία ελληνική. Οι αναφερόμενες
"συγγενείς" πχ. τουρκικές ή αλβανικές λέξεις παρατίθενται χωρίς
τούτο να σημαίνει αναγκαστικά οτι "πίσω" από αυτές δέν "κρύβονται"
λέξεις της αρχαίας ελληνικής πλήν όμως είναι έργο ικανότερων εμού
ετυμολόγων να τις αποκαλύψουν.
Συντμήσεις:
αρχ.
ελλην. = αρχαία ελληνικά
αγγλ. = αγγλικά
γαλλ. = γαλλικά
ιταλ. = ιταλικά
πορτογ. = πορτογαλικά
ισπαν. =
ισπανικά
(καστιλλιανά)
καταλαν. = καταλανικά
βενετσ. = βενετσιάνικα
σλαβομακ. =
σλαβομακεδονικά
βουλγ. = βουλγαρικά
αλβαν. = αλβανικά
τουρκ. = τουρκικά
ρουμαν. = ρουμανικά
προβηγκ. = προβηγκιανά
ρωσσ. = ρωσσικά
γενοβ. = γενοβέζικα
σερβ. = σερβικά
οξιταν. =
οξιτανικά
(γλώσσα του
Οκ)
λατιν. = λατινικά
κουτσοβλ. =
κουτσοβλαχικά
(αρωμουνικά)
αραβ. = αραβικά
ναπολ. = ναπολιτάνικα
σικελ. = σικελικά
βαβούρα
: πρβλ. σλαβομακ. vreva
βαρυγγώμια
: πρβλ.
καταλαν. vergonya???????????????
βάρδουλα
: πρβλ. τουρκ. vardula
βούρκος
:
στα αλβανικά
υπάρχει η λέξη
vurg που
σημαίνει
λασπώδες
βαθύπεδο,
μόνιμα υγρό
έδαφος,
κατάλοιπα
ελαιοτριβείου
βαρελότο
:
πρβλ. βενετσ.
bureloto
βαζελίνη
: αγγλ. vaseline, από το γερμανικό Wasser = νερό και το Öl = έλαιον
βίντσι
: πρβλ.
τουρκ. vinç =
γερανός, αλβ. vinç
βελούχι
:
πηγή , αγνώστου ετύμου
βερνίκι
: πρβλ. τουρκ. vernik
βερεσέ
: πρβλ. τουρκ.
veresi, veresiye = επί πιστώσει
βραχνάς
βασιβουζούκος
: πρβλ. τουρκ.
bașıbozuk = άτακτος στρατιώτης, αλβ. bashibozuk = βοηθητ. άτακτος
στρατιώτης της Οθωμ. αυτοκρατορίας
βάλτος
: αλβαν. baltë =
λάσπη, χώμα, βαλτώδης τόπος, επίσης αλβ. bllacë = έλος
βούρτσα
: πρβλ. αλβαν.
furçë
βελέντζα
: τούρκ.
velense, αλβαν. velenxë
δραγάτης
: πρβλ. αλβαν. dragat
δραγουμάνος
: πρβλ.
βενετσ. dragoman,
αγγλ. dragoman,
τουρκ. tercüman,
γαλλ.
drogman
ζόρι
: πρβλ. τουρκ. zor = ισχύς, βία
ζεμπίλι
: πρβλ. τουρκ. zembil
ζάρι
: πρβλ. τουρκ. zar
ζαρζαβατικό
: πρβλ. τουρκ.
zerzevat
ζοχάδα
: αλβαν. zuhadhe, suathe
κατακόμβες
: Στα πρώτα
χριστιανικά
χρόνια υπήρχαν
οι "κρύπται
κατηχουμένων".
Πιθανόν απο την
παραφθορά της
λέξης
κατηχουμένων
προέρχονται
οι
κατακόμβες
: Catichumenon<Catacumenon<Catacumbenon<Catacumbe
κουραμάνα
: πρβλ. αλβαν. koromane =
ψωμί χαμηλής
ποιότητας, σλαβομακ. koroman = μεγάλο κομάτι ψωμιού
κορόϊδο
καλντερίμι
:
πρβλ. αλβαν. kalldrëm, τουρκ. kaldırım , πιθανώς αντιδάνειο από
ελληνικό καλή ρύμη, καλός δρόμος
καμτσίκι
: πρβλ. τουρκ. kamçı
κουζίνα
:
πρβλ. βενετσ.
cusina, αλβαν. kuzhinë
καβούκι
: στα τουρκικά υπάρχει το kabuk που σημαίνει κέλυφος
καφάσι
: αλβαν. kafaz = κλουβί, κλείστρο παραθύρου
κουμπάρος
: πρβλ.
βενετσ. compare
καλούμπα
κεχαγιάς
: πρβλ. τουρκ.
κâhya =
φροντιστής,
επιστάτης,
οικονόμος,
μαγιορδόμος
κολαούζος
: πρβλ. αλβαν.
kallauz
κιάλια
κουπαστή
: τουρκ. küpeşte
κουρμπανιά
: πρβλ. τουρκ. kurban = θυσία, θύμα
καλικάντζαρος
: πρβλ.
τουρκ. karakoncolos
(προφορά :
καρακόντζολος)
=
βαμπίρ ή
βρυκόλακας.
Στα αλβαν.
υπάρχει η λέξη
karkanxholl. (προφορά :
καρκάντζολ)
που σημαίνει
ον (πχ νεράϊδα
κλπ.)
προικισμένο
με μαγικές
ικανότητες.
Υπάρχει
άραγε σχέση με
το λατινικό
galli cantus
(το τραγούδι
του
πετεινού)
δηλαδή
gallicantus<καλικάντους<καλικάντζους<
......<καλικάντζαρος
μιά και οι
καλικάντζαροι
εξαφανίζονταν
την αυγή,
δηλαδή με το
λάλημα του
πετεινού ;
καρπαζά,
καρπαζιά :
πρβλ. καταλαν.
carbassada σημαίνει
κεφαλιά
!
κουσούρι
:
πρβλ. τουρκ. kusur =
ελάττωμα,
ρέστα
κουτουρού
: πρβλ. τουρκ.
götürü = εφάπαξ,
όλα μαζί, κατ ' αποκοπήν, αλβαν. kuturi = χονδρική εκτίμηση, μάντεμα,
αλβαν. kuturu = τυχαία, κατ ' εκτίμηση
κουρμπέτι
: πρβλ. τουρκ. gurbet = ξενιτιά
καβούρι
:
πρβλ. αρχ.
ελλ.
πάγουρος.
τουρκ. pağurya
κουτσός
καμαρίνι
: πρβλ.
βενετσ. camarin ενώ
ιταλ. camerino
καντάδα
: πρβλ. βενετσ. cantada
καρέκλα
:
πρβλ. βενετσ.
cariega
, αλβ. karriga, karekllë
κατσαβίδι
:
πρβλ. βενετσ.
cazzavide
κόρα
: πρβλ.
αλβαν. kore =
κρούστα,
φλοιός
κόπιτσα
: πρβλ. αλβαν. kopsë
κορδέλα
:
πρβλ. αλβαν. kordele =
μεταξωτή
κορδέλα
κοτέτσι
: πρβλ. αλβαν. kotec
κιμάς
: πρβλ. αλβαν. kimë, τουρκ. kıyma
κουφέτο
: πρβλ. αλβαν. kufitë
κούκλα :
πρβλ. αλβαν. kukull, τουρκ. kukla
κοκορέτσι
:
πρβλ. αλβαν. kukurec, τουρκ. kokoreç = πλεμόνια προβάτου
κουκουβάγια
: πρβλ. αλβαν.
kukuvajkë
κουνέλι
: πρβλ. αλβαν. kunel
κότσι :
πρβλ.
αλβαν. kyç =
σύνδεσμος
κουνούπι
:
πρβλ. αλβαν. konup,
αρχ. ελλην.
κώνωψ
κολτσίνα
:
πρβλ. αλβαν.
kollçinë
κόκκαλο
: πρβλ. αλβαν. kokallë
κοτζάμπασης
:
πρβλ. αλβαν.
koçobash, τουρκ. kocabaşı = προεστός χωριού
κουμπούρι
:
πρβλ. αλβαν. kobure
καρακατσουλιό
: πρβλ. αλβαν. karkacul =
κουρελής,
φτωχοντυμένος
κουφάλα
: αλβ. gufallë = τρύπα στον κορμό δένδρου
κασέρι
: τουρκ. kaşer, αλβ. kasher
κατράμι
: από το αραβ. qiṭrân και αυτό από το qáṭṭar = αποστάζω,
τουρκ. katran
Λιόπεσι
(Παιανία) : αλβαν. llopës = ανοιχτόχρωμο ώριμο μεγάλο σύκο
του Σεπτέμβρη, ή αλβαν. lopë = αγελάδα
λαγουδέρα
: από το ισπαν. alargadera
= προέκταση
λοστρόμος :
πρβλ. ισπαν. nuestro amo
(το αφεντικό
μας)
λελέκι
: πρβλ. τουρκ. leylek = πελαργός
λαπάς
: τουρκ. lâpa = πουτίνγκα ρυζιού
λαμπίκο
: πρβλ. βενετσ. lambico
= αποστακτήρας
λαβομάνο
: πρβλ.
βενετσ. lavaman
λάχανο
:
πρβλ. τουρκ. lahana =
λάχανο
λεκές
: πρβλ. τουρκ. leke = κηλίδα
λουμπάρδα
ή bombarda : το όπλο αναπτύχθηκε κυρίως από ιταλούς μηχανικούς (η
Ιταλία λεγόταν Λομβαρδία), αλβ. lumbardhë = βόμβα
λουκουμάς:
πρβλ. τουρκ. lokma =
μπουκιά
λαμαρίνα
:
πρβλ. βενετσ.
lamarin
λέρα
: αλβαν.
lerë σημαίνει,
μεταξύ άλλων,
βρωμιά
λάμια
: απο τη Λάμια, μυθικό τέρας που τρεφόταν με ανθρώπινη σάρκα,
αλβ. llamje, lamjë
λαχτάρα
: αλβ. llahtarë, llahtari = τρόμος, εφιάλτης
λούτσα
: αλβ. llucë = λασπώδης τόπος
νταμάρι:
πρβλ. τουρκ.
damar
νταρντάνα
:
πρβλ. βενετσ.
tartane = γλουτοί
νταλίκα
: πρβλ. τουρκ. talika
= τετράτροχο
όχημα
αναρτημένο με
λουριά
ντορός
: ο Ανδριώτης το αναφέρει ως αγνώστου ετύμου και με
ερωτηματικό ως προς το αν προέρχεται από το αρχαιοελληνικό τορός. Στα
αλβανικά υπάρχει η λέξη torua
(με οριστικό άρθρο : toroi) = ίχνος δημιουργούμενο από τα πατήματα,
μονοπάτι, ίχνος πέλματος
νταμιτζάνα
:
πρβλ. βενετσ.
damegiana
, αλβαν. damixhanë
ντόρος
:
ντουφέκι
:
πρβλ. τουρκ. tüfek
νισαντήρι
: πρβλ. τουρκ. nışadir
νυστέρι
: πρβλ. τουρκ. neşter
νέφτι
: πρβλ. τουρκ. neft
νάζι
: πρβλ. τουρκ. naz
ντέφι
: πρβλ. τουρκ. tef
νταβαντούρι
:
πρβλ. τουρκ.
tevatür που
σημαίνει
φήμες.
ντορβάς
: πρβλ. τουρκ. torba = τσάντα, κύστη
ντουβάρι
: πρβλ. τουρκ. duvar
ντουγρού
: στα τουρκικά το doğru είναι επίθετο και σημαίνει ευθύς,
σωστός, αληθινός, έντιμος
νταούλι
: πρβλ. αλβαν. daulle
ντροπή
:
αρχ. ελληνικά εντροπικός = αιδήμων, εντρέπω = νοιώθω ντροπή, παράβλεπε
αλβαν. turp που
σημαίνει
ντροπή
νταλκάς
: αλβ. dallgë
ντάπια
(τοίχος από πλίθρες) : πορτογ. taipa, ισπαν. tapia
όρτσα
: πρβλ.
ιταλ. orza. All' orza =
στην
κατεύθυνση
του ανέμου
ούζο:
στα ιταλ. υπάρχει η έκφραση : al uso di Marsiglia
δηλαδή έτσι
όπως φτιάχνουν κάτι ανάλογο οι μαρσεγέζοι, κατά την μέθοδο
της
Μασσαλίας
παστρουμάς:
πρβλ. τουρκ.
pastırma
ποτάσα
:
πρβλ. ρουμάν.
pucioasa;;;;;;;;;;;; = θειϊκή,
λατιν.
puteus-i
= φρέαρ
πασάς
: πρβλ. τουρκ. paşa
παζάρι
: πρβλ. τουρκ. pazar
παλάσκα
: πρβλ. τουρκ. palaska
παντζάρι:
πρβλ. τουρκ. pancar
παπαγάλος
: ανατολικής προέλευσης, πιθανόν από το αραβικό babbagâ'
πόμολο
πατζούρι:
πρβλ. τουρκ. pancur
πατσαβούρα:
πρβλ. βενετσ.
spazzaura = η ουρά
του ρούχου,
τουρκ.
paçavra.
πατσάς
ρέγγα
ρομπατσίνα
ρεμπέτης
ρουκέτα
: πρβλ.
βενετσ. rocheta =
πυροτεχνημα
ρεμπεσκές
σαμάρι
σκούνα
σοκολάτα
σκουμπρί
: πρβλ. αρχ.
Ελλην.
σκόμβρος,
τουρκ.
uskumru
σακαράκα
σεφτές
: πρβλ. τουρκ. siftah
= πρώτη πώληση
νέου είδους
σοκάκι
: πρβλ.
τουρκ. sokak =
δρόμος, οδός
σκράπας
:
πρβλ. ιταλ.scarpa =
ανίκανο
άτομο (πλήν των
άλλων)
σεργιάνι
: πρβλ. τουρκ.
seyran????? = ταξείδι
αναψυχής
σιρόκος
:
πρβλ. βενετσ.
siroco, sirocal,
sirocalon, καταλαν. xaloc
σόϊ
: πρβλ. τουρκ. soy =
οικογένεια,
φυλή
σουτζούκι
: πρβλ. τουρκ. sucuk =
λουκάνικο
σαλαμούρα
: πρβλ. τουρκ. salamura = άλμη
σαλάτα
σπετσέρης
: πρβλ.
βενετσ. spechièr;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;
=
καθρεφτάς,
κατοπτροποιός
στρωματσάδα
: πρβλ.
βενετσ. stramazzàda =
ύπνος πολλών
ατόμων σε ένα
κρεββάτι
στιφάδο
:
πρβλ. βενετσ.
stufà = φαγητό
μαγειρεμένο
σε κλειστό
δοχείο
σινάφι:
πρβλ. τουρκ. esnaf
σούστα
: πρβλ.
βενετσ. susta =
ελατήριο
σάλιο
: αρχαιοελληνικό σίαλον, σίελον, σίαλος
συντριβάνι
:
πρβλ. τουρκ. şadırvan
σοβατεπί
σουγιάς
:
στα τουρκικά
υπάρχει η λέξη
süngü (προφορά : σüνγκü) που
σημαίνει
ξιφολόγχη. Η λέξη "εξελληνισθείσα"
έγινε στον
πληθυντικό "τα
σουγγιά". Εξ
ου
πιθανότατα
και ο
σουγιάς.
σπάρος
(βραδύς, αργοκίνητος) : στα
σερβικά sporo =
βραδέως
τακούνι
ταρσανάς
:
πρβλ.
βενετσ. arzanà,
arsenàl, arsanale,
τουρκ.
tersane, ισπ. atarazana,
καταλαν. drassana
= νεώριο,
ναυπηγείο
τσεπλεπούδες:
πρβλ. τουρκ. leblebi =
ρεβύθι
τραχανάς
τσίφτης
τσιμπούσι
: από το αρχαίο ελληνικό συμπόσιον, αλβαν. xhumbush =
διασκέδαση με ποτά και λαϊκή ορχήστρα,
τουρκ. cümbüș = διασκέδαση
τσιράκι
: πρβλ. τουρκ. çırak
τσιφούτης
:
πρβλ. τουρκ.
çıfıt = Εβραίος
τσιμέντο
τρόκολο
:
πρβλ. βενετσ.
torcolo = πρέσσα
(εργαλειομηχανή)
τσακάλι :
πρβλ. τουρκ.
çakal
τσιγκέλι :
πρβλ. τουρκ.
çengel
τζόγος
: πρβλ. βενετσ. zogo
τσόντα
: πρβλ. βενετσ. zonta
= συμπλήρωμα
τσέτης
: πρβλ.
τουρκ. çete =
συμμορία
τσουβάλι
: πρβλ. τουρκ. çuval
τσουρέκι
:
πρβλ. τουρκ.
çörek
τσίμα-τσίμα
:
πρβλ. βενετσ. in
cima in cima
τσιμούχα
:
πρβλ.
βενετσ. cimozza =
το άκρο της
πλευράς
του
υφάσματος
τσιγγάνος
:
πρβλ. βενετσ.
cingano
τσοπάνος
:
πρβλ. τουρκ.
çoban
τζερεμές
:
πρβλ. τουρκ. cereme,
αλβαν. xherime
(προφορά :
τζερίμε)
που
σημαίνει
πρόστιμο
τζοβαϊρι
:
πρβλ. τουρκ.
cevahir, αλβαν. xhevahir
(τζεβαϊρ)
τσουλούφι
: πρβλ. zülüf
τσιπούρα
:
απο το ψάρι η
ιππούρος (Coryphaina hippurus),
ενδεχομένως
απο την γενική
"της ιππούρου"
και κατα
παραφθοράν "τσ '
ιππούρου"
προήλθε
η σημερινή
τσιπούρα
τουρσί
: πρβλ. τουρκ. turşu
τσόχα:
πρβλ. τουρκ.
çuha = ρούχο
τζάκι
: πρβλ. τουρκ. ocak, αλβαν. oxhak = καμινάδα, τζάκι, εστία, παλιά
οικογένεια περιωπής
τσαντήρι
: πρβλ. τουρκ. çadır
τσάγαλο
: πρβλ. τουρκ.
çağla, αλβαν. xhangalle
(προφορά :
τζανγκάλε)
που
σημαίνει
άγουρο
αμύγδαλο
τσάντα
: πρβλ. τουρκ. çanta
τσίτι
: πρβλ.τουρκ. çit, αγγλικά chintz
τσογλάνι
:
πρβλ. τουρκ.
içoğlanı
Τσιρίγο
: Το
επίθετο
Κυθηραϊκός-η-ον
στην
εκλατινισμένη
μορφή του
είναι
Cytheriacus-a-um. Η
παραφθορά,
ενδεχομένως,
αυτής της
λέξης
παρήγαγε
την
λέξη Τσιρίγο ώς
εξής:
Τσιθερίακους>Τσιρίακους>Τσιρίακο>Τσιρίκο>Τσιρίγο
τζίβα
τσουμπλέκι
:
πρβλ. τουρκ.
çömlek
τσικουδιά
τσίπουρο
τζερτζελές
:
πρβλ. τουρκ. zelzele =
σεισμός
τζίφος
: πρβλ.
τουρκ. zifos =
αδίκως, μάταια
ταμπλάς
: πρβλ. αλβαν. damlla
τσούπα
: πρβλ.
αλβαν. çupë =
κορίτσι
τσέλιγκας :
πρβλ. αλβαν.
çeling
τσέπη
:
τουρκ. ceb
και αλβαν. xhep
φόδρα
: πρβλ. βενετσ. fodra
φτουράω
: πρβλ. λατιν. obduro
φραντζόλα
: πρβλ. τουρκ.
francala, αλβαν. franxollë
φουγάρο
:
πρβλ. ιταλ. fogara,
στα αλβα. fugare
είναι η πυρά
φλογέρα
:
πρβλ. αλβαν.
flojere, κουτσοβλ.
flueara
φίσκα
φλιτζάνι
: πρβλ. αλβαν. filxhan, τουρκ. fincan, filcan
φουσάτο
:
πρβλ. αλβαν. fushatë
= στρατ.
εκστρατεία
φλάμπουρο
: πρβλ. αλβαν. flamur
φόρα
: πρβλ. αλβαν. forë = ορμή (γαλλ. elan)
φυστίκι
: αρχαιοελλ. πιστάκιον, τουρκ. fıstık
φύρα
: αλβ. firë = απώλεια ποσότητας λόγω πχ εξάτμισης,
σπατάλη
φάρα
: αλβ. farë = σπόρος, σπέρμα, ράτσα
Χατζιαβάτης:
πρβλ. τουρκ. Hacivad
χαστούκι
χαφιές:
πρβλ. τουρκ. hafiye
χόβολη
χνότα
χάρβαλο
χαμούρα
:
πρβλ. ρουμαν.
ham-hamuri ????????????????= σαγή
χαλί:
τουρκ. halı = τάπητας
χάλι
: τουρκ. hal = συνθήκη, κατάσταση
χαβούζα
: πρβλ. τουρκ. havuz = δεξαμενή, αλβαν. havuz = τεχνητή λίμνη (pond)
χαλβάς
: πρβλ. τουρκ. helva, αλβαν. hallvë
χαντάκι
: Χάνδαξ Κρήτης, πρβλ. τουρκ. hendek
χάβαρο
χαβαλές
: αλβαν. havale = ενόχληση, αναστάτωση, πρόβλημα, ταραξίας
χάδι
χάζι :
τουρκ. haz = ευχαρίστηση, απόλαυση
χαλάλι
: τουρκ. helâl = νόμιμος, helâl olsum = είναι νόμιμο
δικαίωμά σου και περιουσία σου, αλβαν. hallall = κάτι το οποίο αξίζει
κάποιου, κάτι που δικαιούται κάποιος, δίκαια ανταμοιβή, δικαίωμα
χαλούμι
χαλάω
χαμός
χάνω
χαμπάρι
: αλβαν. haber = πληροφορία, ειδήσεις, αναφορά, τουρκ. haber =
πληροφορία, γνώση, ειδήσεις
χάντρα
χαραμάδα
ψοφίμι
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: