Επιστροφή
ΛΕΞΙΚΟ  ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΟ  ΚΑΙ ΤΩΝ AΠΟ ΚΟΙΝΟΥ ΜΕ ΑΛΛΟΥΣ ΛΑΟΥΣ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΜΕΝΩΝ ΛΕΞΕΩΝ 

(υπο κατασκευήν)  vamvakos@otenet.gr

Το λεξικό αυτό δέν φιλοδοξεί να παίξει τον ρόλο ενός πλήρους ελληνικού ετυμολογικού λεξικού. Θα πραγματευτεί την ετυμολογία ορισμένων, δυσετυμολόγητων ή μή αλλά και αγνώστου ακόμη ετύμου, λέξεων της νεοελληνικής που ώς επι το πλείστον δέν προέρχονται  κατευθείαν απο την αρχαία ελληνική,   παραθέτοντας λέξεις ξένων γλωσσών ομιλούμενων ή μή απο τις οποίες είναι πιθανόν να έχουν  προέλθει οι ετυμολογούμενες λέξεις. Επίσης θα παρατεθούν και λέξεις ξένων γλωσσών οι οποίες έχουν προέλθει είτε απο την ετυμολογούμενη νεοελληνική λέξη είτε έχουν κοινή καταγωγή με αυτήν, κατά κανόνα την αρχαία ελληνική. Οι μη αναφερόμενες στο παρόν λεξικό νεοελληνικές λέξεις προέρχονται βέβαια στην συντριπτική τους πλειονότητα κατευθείαν από την αρχαία ελληνική.

Συντμήσεις:

αρχ.  ελλην. =  αρχαία ελληνικά
αγγλ. = αγγλικά
γαλλ. = γαλλικά
ιταλ. = ιταλικά
πορτογ. = πορτογαλικά
ισπαν. = ισπανικά (καστιλλιανά)
καταλαν. = καταλανικά
βενετσ. = βενετσιάνικα
σλαβομακ. = σλαβομακεδονικά
βουλγ. = βουλγαρικά
αλβαν. = αλβανικά
τουρκ. = τουρκικά
ρουμαν. = ρουμανικά
προβηγκ. = προβηγκιανά
ρωσσ. = ρωσσικά
γενοβ. = γενοβέζικα
σερβ. = σερβικά
οξιταν. = οξιτανικά (γλώσσα του Οκ)
λατιν. = λατινικά
κουτσοβλ. = κουτσοβλαχικά (αρωμουνικά)
αραβ. = αραβικά
ναπολ. = ναπολιτάνικα
σικελ. = σικελικά


ΑΛΙΣΒΕΡΙΣΙ : πρβλ. τουρκ. alışveriş = συναλλαγή
ΑΛΙΑΔΑ :  πρβλ. βενετσ. agiada
ΑΤΣΑΛΙ :  πρβλ. βενετσ. azzal
ΑΧΤΙ
ΑΓΚΙΝΑΡΑ:  αρχ. ελλην. κινάρα.
ΑΧΟΥΡΙ :  πρβλ. τουρκ. ahır = στάβλος
ΑΧΤΑΡΜΑΣ : πρβλ. τουρκ. aktarma
ΑΛΑΝΑ : πρβλ. τουρκ. alan = ξέφωτο
ΑΜΠΑΡΙ : πρβλ. τουρκ. ambar
ΑΓΙΑΖΙ : πρβλ. τουρκ. ayaz = παγετός
ΑΜΑΝΑΤΙ : αλβ. amanet,    τουρκ. emanet
ΑΜΠΑΡΑ: αλβ. taraba, tarabë
ΑΡΑΔΑ : αλβ. radhë
ΑΡΑΛΙΚΙ : τουρκ. aralık   αλβ. arallëk
ΑΤΖΑΜΗΣ : τουρκ. acemi  αλβ. axhami


ΒΑΒΟΥΡΑ :  πρβλ. σλαβομακ.  vreva
ΒΑΡΥΓΓΩΜΙΑ : πρβλ. καταλαν. vergonya???????????????
ΒΑΡΔΟΥΛΑ : πρβλ. τουρκ. vardula
ΒΟΥΡΚΟΣ : στα αλβανικά υπάρχει η λέξη vurg  που σημαίνει  λασπώδες βαθύπεδο, μόνιμα υγρό έδαφος, κατάλοιπα  ελαιοτριβείου
ΒΑΡΕΛΟΤΟ :  πρβλ. βενετσ. bureloto
ΒΑΖΕΛΙΝΗ
ΒΙΝΤΣΙ : πρβλ. τουρκ. vinç = γερανός
ΒΕΛΟΥΧΙ : πηγή , αγνώστου ετύμου
ΒΕΡΝΙΚΙ : πρβλ. τουρκ. vernik
ΒΕΡΕΣΕ : πρβλ. τουρκ. veresi, veresiye
ΒΡΑΧΝΑΣ
ΒΑΣΙΒΟΥΖΟΥΚΟΣ : πρβλ. τουρκ. başıbozuk = άτακτος  στρατιώτης
ΒΑΛΤΟΣ
ΒΟΥΡΤΣΑ : πρβλ. αλβαν. furçë


ΓΕΥΓΕΛΗ   πρβλ. σλαβομακ. gevgelija,   απο το ελληνικό  "ζευγηλατείον".
ΓΙΤΣΕΣ
ΓΡΙΖΟ :  πρβλ. βενετσ. grizo
ΓΙΑΧΝΙ : πρβλ. τουρκ. yahni = κρέας βραστό με κρεμμύδια
ΓΑΪΔΟΥΡΙ
ΓΑΝΤΖΟΣ :  πρβλ. βενετσ. ganzo,  αλβαν.  kanxhë
ΓΑΡΜΠΗΣ : πρβλ. βενετσ. garbin,  ιταλ.garbino και gherbino
ΓΚΕΤΟ :  πρβλ. βενετσ. gheto, ιταλ. ghetto,  ραββινο-ταλμουδικά  ghet
ΓΡΟΥΣΟΥΖΗΣ : πρβλ. τουρκ. uğursuz = γρουσούζικος, δυσοίωνος
ΓΟΥΡΙ: πρβλ. τουρκ. uğur
ΓΡΑΒΑΤΑ: πρβλ. καταλαν. corbata, βενετσ. croata ή crovata (ένα φουλάρι των Κροατών απο τους οποίους και προήλθε η λέξη),
ΓΛΕΝΤΖΕΣ: πρβλ. τουρκ. eğlence
ΓΙΟΥΡΟΥΣΙ: πρβλ. τουρκ. yürüyüş = έφοδος
ΓΙΟΥΒΕΤΣΙ :  πρβλ. τουρκ. güvec =  πήλινο τσουκάλι, αλβαν. gjyveç
ΓΚΑΓΚΑΡΟΣ
ΓΙΛΕΚΟ : πρβλ. αλβαν. jelek
ΓΑΡΓΑΡΑ :  πρβλ. τουρκ. harhara =  επιθανάτιος ρόγχος
ΓΙΟΥΚΟΣ : πρβλ. τουρκ. yük
ΓΙΑΟΥΡΤΙ : πρβλ. τουρκ. yoğurt
ΓΙΑΓΙΑ:  πρβλ. καταλαν. iaia =  γιαγιά
ΓΚΟΜΕΝΑ: Απο το στερεωτικό (goma=κόλλα και υποκοριστικό gomina) που έβαζαν στα μαλλιά τους οι Αργεντινές. Η κατάληξη του υποκοριστικού σε  -ina και όχι σε -ita είναι λόγω της ιταλικής επίδρασης στα ισπανικά της Αργεντινής.
ΓΙΑΤΑΓΑΝΙ : πρβλ. τουρκ. yatağan = καμπύλο  μαχαίρι
ΓΙΑΣΕΜΙ : πρβλ. τουρκ. yasemin, βενετσ. zensamin
ΓΙΑΠΙ : πρβλ. τουρκ. yapı = κτίριο
ΓΙΑΚΑΣ: πρβλ. τουρκ. yaka = κολλάρο, γιακάς
ΓΚΑΣΜΑΣ : τουρκ. kazma   αλβ. kazmë

ΔΡΑΓΑΤΗΣ : πρβλ. αλβαν. dragat
ΔΡΑΓΟΥΜΑΝΟΣ  :  πρβλ. βενετσ. dragoman, αγγλ. dragoman,  τουρκ. tercüman, γαλλ. drogman

ΖΟΡΙ : πρβλ. τουρκ. zor = ισχύς, βία
ΖΕΜΠΙΛΙ : πρβλ. τουρκ. zembil
ΖΑΡΙ : πρβλ. τουρκ. zar
ΖΑΡΖΑΒΑΤΙΚΟ : πρβλ. τουρκ. zerzevat
ΖΟΧΑΔΑ : αλβαν. zuhadhe, suathe

ΚΑΤΑΚΟΜΒΕΣ : Στα πρώτα χριστιανικά χρόνια υπήρχαν οι "κρύπται κατηχουμένων". Πιθανόν απο την παραφθορά της λέξης κατηχουμένων προέρχονται οι κατακόμβες : Catichumenon<Catacumenon<Catacumbenon<Catacumbe
ΚΟΥΡΑΜΑΝΑ : πρβλ. αλβαν. koromane = ψωμί χαμηλής ποιότητας
ΚΟΡΟΪΔΟ
ΚΑΛΝΤΕΡΙΜΙ : πρβλ. αλβαν. kalldrëm
ΚΑΜΤΣΙΚΙ : πρβλ. τουρκ.  kamç&imath;
ΚΟΥΖΙΝΑ :  πρβλ. βενετσ. cusina
ΚΑΒΟΥΚΙ
ΚΑΦΑΣΙ
ΚΟΥΜΠΑΡΟΣ :  πρβλ. βενετσ. compare
ΚΑΛΟΥΜΠΑ
ΚΕΧΑΓΙΑΣ : πρβλ. τουρκ. κâhya = φροντιστής, επιστάτης, οικονόμος, μαγιορδόμος
ΚΟΛΑΟΥΖΟΣ  :  πρβλ. αλβαν. kallauz
ΚΙΑΛΙΑ
ΚΟΥΠΑΣΤΗ
ΚΟΥΡΜΠΑΝΙΑ : πρβλ. τουρκ. kurban = θυσία, θύμα
ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ :   πρβλ. τουρκ. karakoncolos (προφορά : καρακόντζολος) = βαμπίρ ή βρυκόλακας. Στα αλβαν. υπάρχει η λέξη karkanxholl. (προφορά : καρκάντζολ) που σημαίνει ον (πχ νεράϊδα κλπ.) προικισμένο με μαγικές ικανότητες. Υπάρχει άραγε σχέση με το λατινικό galli cantus (το τραγούδι του πετεινού) δηλαδή gallicantus<καλικάντους<καλικάντζους< ......<καλικάντζαρος   μιά και οι καλικάντζαροι εξαφανίζονταν την αυγή, δηλαδή με το λάλημα του πετεινού ;
ΚΑΡΠΑΖΙΑ : πρβλ. καταλαν. carbassada  σημαίνει  κεφαλιά !
ΚΟΥΣΟΥΡΙ : πρβλ. τουρκ. kusur = ελάττωμα,  ρέστα
ΚΟΥΤΟΥΡΟΥ : πρβλ. τουρκ. götürü = εφάπαξ, όλα μαζί
ΚΟΥΡΜΠΕΤΙ : πρβλ. τουρκ. gurbet =  ξενιτιά
ΚΑΒΟΥΡΙ :  πρβλ. αρχ. ελλ.  πάγουρος. τουρκ.  pa&gbreve;urya.
ΚΟΥΤΣΟΣ
ΚΑΜΑΡΙΝΙ :  πρβλ. βενετσ. camarin ενώ  ιταλ. camerino
ΚΑΝΤΑΔΑ :  πρβλ. βενετσ. cantada
ΚΑΡΕΚΛΑ :  πρβλ. βενετσ. cariega ,  αλβ. karriga, karekllë
ΚΑΤΣΑΒΙΔΙ :  πρβλ. βενετσ. cazzavide
ΚΟΡΑ : πρβλ. αλβαν. kore = κρούστα, φλοιός
ΚΟΠΙΤΣΑ : πρβλ. αλβαν. kopsë
ΚΟΡΔΕΛΑ : πρβλ. αλβαν. kordele = μεταξωτή κορδέλα
ΚΟΤΕΤΣΙ : πρβλ. αλβαν. kotec
ΚΙΜΑΣ : πρβλ. αλβαν. kimë
ΚΟΥΦΕΤΟ : πρβλ. αλβαν. kufitë
ΚΟΥΚΛΑ : πρβλ. αλβαν. kukull
ΚΟΚΟΡΕΤΣΙ : πρβλ. αλβαν. kukurec
ΚΟΥΚΟΥΒΑΓΙΑ : πρβλ. αλβαν. kukuvajkë
ΚΟΥΝΕΛΙ : πρβλ. αλβαν. kunel
ΚΟΤΣΙ : πρβλ. αλβαν. kyç = σύνδεσμος
ΚΟΥΝΟΥΠΙ : πρβλ. αλβαν. konup, αρχ. ελλην. κώνωψ
ΚΟΛΤΣΙΝΑ : πρβλ. αλβαν. kollçinë
ΚΟΚΚΑΛΟ : πρβλ. αλβαν. kokallë
ΚΟΤΖΑΜΠΑΣΗΣ : πρβλ. αλβαν. koçobash
ΚΟΥΜΠΟΥΡΙ : πρβλ. αλβαν. kobure
ΚΑΡΑΚΑΤΣΟΥΛΙΟ : πρβλ. αλβαν. karkacul = κουρελής, φτωχοντυμένος
ΚΟΥΦΑΛΑ : αλβ. gufallë

ΛΑΓΟΥΔΕΡΑ : από το ισπαν. alargadera = προέκταση
ΛΟΣΤΡΟΜΟΣ : πρβλ. ισπαν. nuestro amo (το αφεντικό μας)
ΛΕΛΕΚΙ : πρβλ. τουρκ. leylek = πελαργός
ΛΑΠΑΣ
ΛΑΜΠΙΚΟ :  πρβλ. βενετσ. lambico = αποστακτήρας
ΛΑΒΟΜΑΝΟ :  πρβλ. βενετσ. lavaman
ΛΑΧΑΝΟ : πρβλ. τουρκ. lahana = λάχανο
ΛΕΚΕΣ : πρβλ. τουρκ. leke = κηλίδα
ΛΟΜΠΑΡΔΑ
ΛΟΥΚΟΥΜΑΣ: πρβλ. τουρκ. lokma = μπουκιά
ΛΑΜΑΡΙΝΑ :  πρβλ. βενετσ. lamarin
ΛΕΡΑ : αλβαν.  lerë  σημαίνει, μεταξύ άλλων, βρωμιά
ΛΑΜΙΑ :  αλβ. llamje, lamjë
ΛΑΧΤΑΡΑ : αλβ. llahtarë, llahtari
ΛΟΥΤΣΑ : αλβ. llucë

ΜΑΜΑ
ΜΠΟΥΖΟΥΚΙ
ΜΠΑΓΛΑΜΑΣ
ΜΠΑΜΠΑΣ : πρβλ. τουρκ. baba = πατέρας
ΜΑΪΝΤΑΝΟΣ: πρβλ. τουρκ. maydonoz
ΜΑΡΑΦΕΤΙ : πρβλ. τουρκ. marifet = γνώση, διάταξη (μηχάνημα)
ΜΑΝΑΒΗΣ : πρβλ. τουρκ. manav = οπωροπώλης
ΜΑΓΚΑΛΙ : πρβλ. τουρκ. mangal = μαγκάλι, πύραυνο
ΜΠΑΤΗΣ
ΜΠΑΜΠΟΥΛΑΣ
ΜΠΕΤΟΥΓΙΑ :  πρβλ. ισπαν. betijo, πορτογ. betilho.
ΜΠΟΜΠΑ (ΠΟΤΟ)
ΜΠΡΙΚΙ
ΜΠΑΝΙΣΤΗΡΙ
ΜΕΛΙΓΚΡΑ
ΜΠΟΓΟΣ
ΜΟΥΣΑΜΑΣ : πρβλ. τουρκ. mu&scedil;amba
ΜΟΥΣΑΦΙΡΗΣ : πρβλ. τουρκ. misafir
ΜΕΖΕΣ : πρβλ. τουρκ. meze
ΜΥΔΙ : πρβλ. τουρκ. midiye
ΜΕΤΕΡΙΖΙ : πρβλ.  τουρκ. meteris
ΜΕΡΑΚΙ : πρβλ. τουρκ.  merak
ΜΕΛΤΕΜΙ : πρβλ. τουρκ. meltem
ΜΑΣΤΟΥΡΑ : πρβλ. τουρκ. mastur
ΜΑΝΙΤΑΡΙ :  πρβλ. αρχ. ελλην. οι αμανίται  που ήσαν είδος μανιταριών. Στα τουρκικά είναι mantar  αλλά η προέλευση είναι ελληνική.
ΜΑΡΑΓΚΟΣ : πρβλ. τουρκ. marangoz
ΜΑΡΑΖΙ: πρβλ. τουρκ. maraz
ΜΠΑΤΑΡΙΑ :  πρβλ. βενετσ. bataria
ΜΠΑΟΥΛΟ : πρβλ. βενετσ. baùl = μπαούλο, φορτσέρι
ΜΠΕΚΑΤΣΑ :  πρβλ. βενετσ. begazza
ΜΠΟΥΚΑΛΙ :  πρβλ. βενετσ. boccal
ΜΠΟΥΚΑΠΟΡΤΑ :  πρβλ. βενετσ. bocaporta
ΜΠΟΓΙΑΣ : πρβλ. βενετσ. bogia
ΜΠΟΥΝΑΜΑΣ :  πρβλ. βενετσ. bonaman
ΜΠΟΡΑ :  πρβλ. βενετσ. bora
ΜΠΡΙΖΟΛΑ :  πρβλ. βενετσ. brisiòla, τουρκ. pirzola
ΜΠΟΥΓΑΔΑ :  πρβλ. βενετσ. bugada
ΜΑΣΕΛΑ :  πρβλ. βενετσ. massela
ΜΕΛΙΤΖΑΝΑ :  πρβλ. βενετσ. melanzana, τουρκ. patlican
ΜΟΥΡΛΟΣ :  πρβλ. βενετσ. murlon
ΜΑΣΚΑΡΑΣ :  πρβλ. βενετσ. imascara
ΜΠΟΥΝΤΡΟΥΜΙ :  πρβλ. τουρκ. bodrum = υπόγειο, κάβα. Το bodrum με την σειρά του κατάγεται απο το ελληνικό υπόδρομος. Στα σερβικά υπάρχει η λέξη podrum που σημαίνει κάβα.
ΜΠΟΥΝΙΑ :  πρβλ. βενετσ. pugno = γροθιά
ΜΠΑΤΖΑΚΙ : πρβλ. τουρκ. bacak = πόδι, μηρός
ΜΠΑΛΤΑΣ : πρβλ. τουρκ. balta = τσεκούρι, πέλεκυς
ΜΠΑΓΙΑΤΙΚΟΣ : πρβλ. τουρκ. bayat = μπαγιάτικος
ΜΠΟΥΡΔΑ
ΜΑΤΖΑΦΛΑΡΙ
ΜΑΓΚΑΣ
ΜΕΡΕΜΕΤΙ
ΜΠΑΓΑΣΑΣ
ΜΠΕΣΑ : πρβλ. αλβαν. besë = λόγος τιμής


ΝΤΑΜΑΡΙ: πρβλ. τουρκ. damar
ΝΤΑΡΝΤΑΝΑ :  πρβλ. βενετσ. tartane = γλουτοί
ΝΤΑΛΙΚΑ : πρβλ. τουρκ. talika = τετράτροχο όχημα αναρτημένο με λουριά
ΝΤΟΡÓΣ
ΝΤΑΜΙΤΖΑΝΑ :  πρβλ. βενετσ. damegiana , αλβαν. damixhanë
ΝΤÓΡΟΣ
ΝΤΟΥΦΕΚΙ : πρβλ. τουρκ. tüfek
ΝΙΣΑΝΤΗΡΙ : πρβλ. τουρκ. n&imath;&scedil;ad&imath;r
ΝΥΣΤΕΡΙ : πρβλ. τουρκ. ne&scedil;ter
ΝΕΦΤΙ : πρβλ. τουρκ. neft
ΝΑΖΙ : πρβλ. τουρκ. naz
ΝΤΕΦΙ : πρβλ. τουρκ. tef
ΝΤΑΒΑΝΤΟΥΡΙ : πρβλ. τουρκ. tevatür  που σημαίνει φήμες.
ΝΤΟΡΒΑΣ : πρβλ. τουρκ. torba = τσάντα, κύστη
ΝΤΟΥΒΑΡΙ : πρβλ. τουρκ. duvar
ΝΤΟΥΓΡΟΥ
ΝΤΑΟΥΛΙ : πρβλ. αλβαν. daulle
ΝΤΡΟΠΗ : παράβλεπε αλβαν. turp που σημαίνει  ντροπή

ΟΡΤΣΑ :  πρβλ. ιταλ. orza. All' orza =  στην κατεύθυνση του ανέμου
ΟΥΖΟ:  πρβλ. ιταλ. al  uso  di Marsiglia = κατα τη συνήθεια των μασσαλιωτών ?????????

ΠΑΣΤΡΟΥΜΑΣ: πρβλ. τουρκ. past&imath;rma
ΠΟΤΑΣΑ :  πρβλ. ρουμάν.  pucioasa =  θειϊκή, λατιν. puteus-i = φρέαρ
ΠΑΣΑΣ : πρβλ. τουρκ. pa&scedil;a
ΠΑΖΑΡΙ : πρβλ. τουρκ. pazar
ΠΑΛΑΣΚΑ : πρβλ. τουρκ. palaska
ΠΑΝΤΖΑΡΙ: πρβλ. τουρκ. pancar
ΠΑΠΑΓΑΛΟΣ
ΠΟΜΟΛΟ
ΠΑΤΖΟΥΡΙ: πρβλ. τουρκ. pancur
ΠΑΤΣΑΒΟΥΡΑ:  πρβλ. βενετσ. spazzaura =  η ουρά του ρούχου, τουρκ. paçavra.
ΠΑΤΣΑΣ

ΡΕΓΓΑ
ΡΟΜΠΑΤΣΙΝΑ
ΡΕΜΠΕΤΗΣ
ΡΟΥΚΕΤΑ :  πρβλ. βενετσ.  rocheta  =  πυροτεχνημα
ΡΕΜΠΕΣΚΕΣ
 
ΣΑΜΑΡΙ
ΣΚΟΥΝΑ
ΣΟΚΟΛΑΤΑ
ΣΚΟΥΜΠΡΙ : πρβλ. αρχ. Ελλην. σκόμβρος, τουρκ. uskumru
ΣΑΚΑΡΑΚΑ
ΣΕΦΤΕΣ : πρβλ. τουρκ. siftah = πρώτη πώληση νέου είδους
ΣΟΚΑΚΙ : πρβλ. τουρκ. sokak = δρόμος, οδός
ΣΚΡΑΠΑΣ :  πρβλ. ιταλ.scarpa = ανίκανο άτομο (πλήν των άλλων)
ΣΕΡΓΙΑΝΙ : πρβλ. τουρκ. seyran????? = ταξείδι αναψυχής
ΣΙΡΟΚΟΣ : πρβλ. βενετσ. siroco, sirocal, sirocalon, καταλαν. xaloc
ΣΟΙ : πρβλ. τουρκ. soy = οικογένεια, φυλή
ΣΟΥΤΖΟΥΚΙ : πρβλ. τουρκ. sucuk = λουκάνικο
ΣΑΛΑΜΟΥΡΑ : πρβλ. τουρκ. salamura = άλμη
ΣΑΛΑΤΑ  
ΣΠΕΤΣΕΡΗΣ :  πρβλ. βενετσ. spechièr = καθρεφτάς, κατοπτροποιός
ΣΤΡΩΜΑΤΣΑΔΑ : :  πρβλ. βενετσ. stramazzàda = ύπνος πολλών ατόμων σε ένα κρεββάτι
ΣΤΙΦΑΔΟ :  πρβλ. βενετσ. stufà = φαγητό μαγειρεμένο σε κλειστό δοχείο
ΣΙΝΑΦΙ:  πρβλ. τουρκ. esnaf
ΣΟΥΣΤΑ :  πρβλ. βενετσ. susta = ελατήριο
ΣΑΛΙΟ
ΣΥΝΤΡΙΒΑΝΙ :  πρβλ. τουρκ. &scedil;ad&imath;rvan
ΣΟΒΑΤΕΠΙ
ΣΟΥΓΙΑΣ : στα τουρκικά υπάρχει η λέξη süngü που σημαίνει  ξιφολόγχη. Στα ελληνικά η τούρκικη λέξη "εξελληνισθείσα" έγινε στον πληθυντικό "τα σουγγιά". Εξ ου πιθανότατα και ο σουγιάς.
ΣΠΑΡΟΣ : στα σερβικά  sporo = βραδέως


ΤΑΚΟΥΝΙ
ΤΑΡΣΑΝΑΣ :  πρβλ. βενετσ.  arzanà, arsenàl, arsanale,   τουρκ. tersane,  ισπ. atarazana, καταλαν. drassana =  νεώριο, ναυπηγείο
ΤΣΙΜΟΥΧΑ :  πρβλ. βενετσ.
ΤΣΕΠΛΕΠΟΥΔΕΣ: πρβλ. τουρκ. leblebi = ρεβύθι
ΤΡΑΧΑΝΑΣ
ΤΣΙΦΤΗΣ
ΤΣΙΡΑΚΙ : πρβλ. τουρκ. ç&imath;rak
ΤΣΙΦΟΥΤΗΣ : πρβλ. τουρκ. ç&imath;f&imath;t = Εβραίος
ΤΣΙΜΕΝΤΟ
ΤΡΟΚΟΛΟ :  πρβλ. βενετσ. torcolo =  πρέσσα (εργαλειομηχανή)
ΤΣΑΚΑΛΙ :  πρβλ. τουρκ. çakal
ΤΣΙΓΚΕΛΙ : πρβλ. τουρκ. çengel
ΤΖΟΓΟΣ :  πρβλ. βενετσ. zogo
ΤΣΟΝΤΑ :  πρβλ. βενετσ. zonta = συμπλήρωμα
ΤΣΕΤΗΣ : πρβλ. τουρκ. çete = συμμορία
ΤΣΟΥΒΑΛΙ : πρβλ. τουρκ. çuval
ΤΣΟΥΡΕΚΙ  : πρβλ. τουρκ. çörek
ΤΣΙΜΑ-ΤΣΙΜΑ : πρβλ. βενετσ. in cima in cima
ΤΣΙΜΟΥΧΑ : πρβλ. βενετσ.  cimozza =  το  άκρο της  πλευράς  του υφάσματος
ΤΣΙΓΓΑΝΟΣ :  πρβλ. βενετσ. cingano
ΤΣΟΠΑΝΟΣ : πρβλ. τουρκ. çoban
ΤΖΕΡΕΜΕΣ : πρβλ. τουρκ. cereme, αλβαν. xherime (προφορά : τζερίμε)   που σημαίνει  πρόστιμο
ΤΖΟΒΑΪΡΙ : πρβλ. τουρκ. cevahir,  αλβαν. xhevahir (τζεβαϊρ)
ΤΣΟΥΛΟΥΦΙ : πρβλ. zülüf
ΤΣΙΠΟΥΡΑ : απο το ψάρι η ιππούρος (Coryphaina hippurus), ενδεχομένως απο την γενική "της ιππούρου" και κατα παραφθοράν "τσ ' ιππούρου" προήλθε η σημερινή τσιπούρα
ΤΟΥΡΣΙ : πρβλ. τουρκ. tur&scedil;u
ΤΣΟΧΑ:  πρβλ. τουρκ. çuha =  ρούχο
TΖΑΚΙ : πρβλ. τουρκ. ocak
ΤΣΑΝΤΗΡΙ : πρβλ. τουρκ. çad&imath;r
ΤΣΑΓΑΛΟ : πρβλ. τουρκ. ça&gbreve;la, αλβαν. xhangalle (προφορά : τζανγκάλε) που σημαίνει άγουρο αμύγδαλο
ΤΣΑΝΤΑ : πρβλ. τουρκ. çanta
ΤΣΙΤΙ : πρβλ.τουρκ. çit
ΤΣΟΓΛΑΝΙ : πρβλ. τουρκ. iço&gbreve;lan&imath;
ΤΣΙΡΙΓΟ : Το επίθετο Κυθηραϊκός-η-ον στην εκλατινισμένη μορφή του είναι  Cytheriacus-a-um. Η παραφθορά, ενδεχομένως, αυτής της λέξης παρήγαγε την λέξη Τσιρίγο ώς εξής: Τσιθερίακους>Τσιρίακους>Τσιρίακο>Τσιρίκο>Τσιρίγο
ΤΖΙΒΑ
ΤΣΟΥΜΠΛΕΚΙ : πρβλ. τουρκ. çömlek
ΤΣΙΚΟΥΔΙΑ
ΤΣΙΠΟΥΡΟ
ΤΖΕΡΤΖΕΛΕΣ : πρβλ. τουρκ. zelzele = σεισμός
ΤΖΙΦΟΣ : πρβλ. τουρκ. zifos = αδίκως, μάταια
ΤΑΜΠΛΑΣ : πρβλ. αλβαν. damlla
ΤΣΟΥΠΑ : πρβλ. αλβαν. çupë = κορίτσι
ΤΣΕΛΙΓΚΑΣ : πρβλ. αλβαν. çeling
ΤΣΕΠΗ :  τουρκ. ceb  και  αλβαν.  xhep

ΦΟΔΡΑ :  πρβλ. βενετσ. fodra
ΦΤΟΥΡΑΩ : πρβλ. λατιν. obduro
ΦΡΑΝΤΖΟΛΑ : πρβλ. τουρκ. francala, αλβαν. franxollë
ΦΟΥΓΑΡΟ : πρβλ. ιταλ. fogara, στα αλβα.  fugare  είναι η πυρά
ΦΛΟΓΕΡΑ : πρβλ. αλβαν.  flojere, κουτσοβλ. flueara
ΦΙΣΚΑ
ΦΛΙΤΖΑΝΙ : πρβλ. αλβαν. filxhan
ΦΟΥΣΑΤΟ : πρβλ. αλβαν. fushatë = στρατ. εκστρατεία
ΦΛΑΜΠΟΥΡΟ : πρβλ. αλβαν. flamur
ΦΟΡΑ : πρβλ. αλβαν. forë

ΧΑΤΖΙΑΒΑΤΗΣ: πρβλ. τουρκ. Hacivad
ΧΑΣΤΟΥΚΙ
ΧΑΦΙΕΣ: πρβλ. τουρκ. hafiye
ΧΟΒΟΛΗ
ΧΝΟΤΑ
ΧΑΡΒΑΛΟ
ΧΑΜΟΥΡΑ : πρβλ. ρουμαν. ham-hamuri ????????????????= σαγή
ΧΑΔΙ
ΧΑΛΙ
ΧΑΒΟΥΖΑ : πρβλ. τουρκ. havuz = δεξαμενή
ΧΑΛΒΑΣ : πρβλ. τουρκ. helva, αλβαν. hallvë
ΧΑΝΤΑΚΙ : πρβλ. τουρκ. hendek, KHANDAQ ARAB
ΧΑΒΑΡΟ
ΧΑΒΑΛΕΣ
ΧΑΔΙ
ΧΑΖΙ
ΧΑΛΑΛΙ
ΧΑΛΟΥΜΙ
ΧΑΛΑΩ
ΧΑΜΟΣ
ΧΑΝΩ
ΧΑΜΟΥΡΑ
ΧΑΜΠΑΡΙ
ΧΑΝΤΡΑ
ΧΑΡΑΜΑΔΑ

ΨΟΦΙΜΙ

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:


Επιστροφή