ΓΡΑΜΜΑ Α
      Τελευταία ενημέρωση / Last update 7/1/2001
      Επιστροφή στο ευρετήριο
      Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

      αγεφύρωτο χάσμα = yawning gap
      αγοραστικό κοινό = buying public
      αγωγή διαζυγίου = divorce suit
      αδειάζω (σχολάζω) = be idle
      αδέσποτη γάτα = alley cat
      αδιάκοπη κυκλοφορία = unrelenting traffic
      αδικαιολογήτως απών = absent without leave
      αδικώ κάποιον = do somebody an injustice
      αδυνατεί να... = fails to...
      αειφόρος ανάπτυξη = sustained growth
      αεροδιάδρομος = air corridor, airway
      ακαριαίως, σε χρόνο μηδέν = in no time
      ακίνητη περιουσία = real estate, immovable property
      ακριβοδίκαιος = equitable
      ακριβώς! = absolutely !
      άλλο το...και άλλο το.. = one thing....something else
      αλυσιτελής = inexpedient
      άμα έχεις τέτοιους φίλους τί τους θέλεις τους εχθρούς = with friends like them you may not need any enemies
      αμ'έπος αμ'έργον = no sooner said than done
      αμφιδραστικός = interactive
      άμωμος σύλληψη = immaculate conception
      αναγκαστήκαμε να... = it was necessary to...
      αναζωπυρώνω = fuel
      άν μή τι άλλο = if nothing else, if only, if anything
      ανησυχώ = be concerned
      ανοίκειος = inappropriate
      αντάξιος του... = worthy of...
      ανυπέρβλητος = insurmountable
      ανυπερθέτως = without delay
      αξιέπαινος = commendable
      αξίζει να σημειωθεί = it is worth noting
      αξιοκρατία = meritocracy
      αξιόλογος = of value
      απαγγέλλω (κατηγορ.) = indict
      απαγόρευση κυκλοφορίας = curfew
      απαίσιο (πχ.φαγητό) = execrable
      απαλλαγή λόγω αμφιβολιών = benefit of the doubt
      απανωτά = in  a  row
      απαρατήρητος = unnoticed
      απαρχαίωση = out-datedness
      απειλούμενο είδος = endangered species
      απεκδύομαι (πχ. ευθύνης) = disclaim
      απλοί άνθρωποι = ordinary people
      απο θέσεως ισχύος = from strength
      απο κοινού = jointly
      αποκτούν σημασία = assume importance
      απο λάθος = accidentally
      απο μέρα σε μέρα, όπου νάναι = any day now
      απο προσώπου γής = from sight
      απο το μηδέν (πχ. ξεκινάω) = from scratch
      απο τότε που... = ever since...
      αποδεικνύεται (τελικά) οτι... = it turns out to...
      αποδίδω (πχ. δικαιοσύνη) = administer
      αποδιοπομπαίος τράγος = scapegoat
      αποκλείεται ! = no way !
      απομόνωση (κρατουμένου) = solitary confinement
      απομυθοποιώ = demythologize
      αποπλέω = set sail
      αποσιωπώ = hush up
      αποσκοπεί στο να... = aims to...
      απόσταγμα = eau de vie, brandy
      αποστάτης = renegade
      αποστομώνω κάποιον = argue somebody down
      αποτελεί παρελθόν = is history
      αποφέρει = it pays off
      αποφεύγω να... = decline to..
      απρόθυμος = reluctant
      απρόοπτα = without notice
      απρόσμενος = unanticipated
      αραιοκατωκημένος = sparsely populated
      άσκηση πυκνής τάξεως = close-order drill
      ασφάλιο = safe conduct
      ατασθαλία = malfeasance
      άτεγκτος = inexorable
      ατέρμων = endless
      ατιμωρητί = with impunity
      ατονώ (στην εφαρμογή νόμου) = fall into abeyance
      αυτό που θέλω να πώ = my point
      αυτό δέν σημαίνει οτι.. = that is not to say that...
      αυτοπροσώπως = in person, in propria persona
      αυτός ακριβώς ο.... = the very..
      αυτός και μόνον ο ...= the sole...
      αυτοσκοπός = end in itself
      αυτοσχεδιασμός = improvisation
      αυτοσχέδιος = makeshift
      αφειδώς = lavishly
      αφήνοντας να εννοηθεί οτι.. = leaving it understood that...
      αφθονώ = abound
      αχαλίνωτος = unbridled
      άχαρις = thankless
      αχάριστος = thankless
      αχρεώστητος = unbilled
      αχρηστία = disuse
      αψευδής δείκτης = crude indicator
      αιφνίδια υποχώρηση = abrupt retreat
      αποστασιοποιούνται απο ... = they distance themselves from ...
      απότομη πτώση (πχ. του ρυθμού) = steep  fall
      (του) αίρω την βουλευτική ασυλία = strip him of his parliamentary immunity
      αποτελούν το 42 % = account for 42%
      το άχαρι έργο = the thankless task
      άγριος ανταγωνισμός = fierce competition
      ακόμη και άν ... = even if
      απαξιωμένος = discredited
      άπαιχτο (έργο), μή ανεβασμένο = unperformed
      αυτός ακριβώς ο ... = the very..
      άψογα σιδερωμένο = immaculately pressed
      απέτυχε να... = it fell short in its attempt to ...
      αναπόδραστος = inescapable
      ανατριχιαστικός = hair-raising
      αδελφή ψυχή = soul mate
      ατιμωτικός = ignominious
      αργήσαμε πολύ να καταλάβουμε... = we were very slow to understand ...
      αντιμετωπίζει ...= is faced with ...
      απηρχαιωμένος = outdated
      απονενοημένος = desperate
      αυτοδικαίως = in his  own  right
      αυτή "τάχει" με τον ... = she dates with ...
      ανισόρροπος = mentally  unstable
      αναμφισβήτητος (που δέν του "βγαίνει" κανείς ) = unchallenged
      ασκόπως = unnecessarily
      ατού = asset
      αποκλεισμός (πόλης) = blockade
      άλλα έντεκα χρόνια = another  eleven years
      στα αστεία, αστειευόμενος = in jest
      αποκατάσταση (σπιλωθέντος) = rehabilitation
      απλούστατα ! = quite  simply !
      απο της ιδρύσεώς του = since its founding
      μιά άψογη  ζωή = a blameless  life
      απομάκρυνση (παύση υπουργού) = removal
      αδεξίως = maladroitly
      αποχαιρετιστήριος = farewell
      απροσδόκητη εξέλιξη = unexpected  development
      αποσκίρτηση = defection
      οι αντιστάσεις του = his  defences
      ακράδαντη πεποίθηση = unshakable belief
      ανα πάσαν στιγμήν = at any time
      αμεροληψία = even-handedness
      ανεφοδιασμός = replenishment
      απόχρωση = coloration
      ακριτομύθιες = loose talk
      το ακριβώς  αντίθετο = the exact  opposite
      αναντιστοιχία = inconsistency
      ακάθεκτος = irresistible
      αμείλικτα = inexorably
      αξεπέραστος = unsurpassed
      ακαταπαύστως = incessantly
      με αντάλλαγμα την ... = in  return  for  the  ...
      αντιμέτωπος  με ... = faced  with ...
      απόβλητος, παρίας = outcast
      απονέμω  δικαιοσύνη = to dispense  justice
      τη αιτήσει = upon  request
      ασκώ ισχυρές πιέσεις = push  hard
      άν εξαιρέσουμε ... = other  than ...
      αντιμετωπίζοντας.. = faced  with ...
      αποθήκες  καυσίμων = fuel  depots


      Επιστροφή στο ευρετήριο