ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ 

ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΗ ΘΥΕΛΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

ΤΑΚΗ ΧΑΤΖΗΑΝΑΓΝΩΣΤΟΥ

xatz.jpg (31290 bytes)

 

Οι εκδόσεις"ΑΓΚΥΡΑ" σας προσκαλούν στην παρουσίαση του νέου βιβλίου του Τάκη Χατζηαναγνώστου με τίτλο 

ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΗ ΘΥΕΛΑ

Ένα βιβλίο του καϋμού, της αγάπης, των συμφορών και της λύτρωσης, πέρα από τη θύελα ...

Ημερομηνία : Δευτέρα 18 Νοεμβρίου 2002

Χώρος : Στοά Βιβλίου ( Αίθουσα Λόγου και Τέχνης) Πεσματζόγλου 5 

Ώρα : 8.00 το βράδυ

Για περισσότερες πληροφορίες τηλ. 2103455276

Στα τέλη Σεπτεμβρίου κυκλοφορεί απ’ τις εκδόσεις ΑΓΚΥΡΑ το νέο μυθιστόρημα του πολυβραβευμένου συγγραφέα :

ΤΑΚΗ ΧΑΤΖΗΑΝΑΓΝΩΣΤΟΥ

«Πέρα από τη θύελλα»

 

Πρόκειται για μια αληθινή ιστορία μιας οικογένειας της μικρασιατικής καταστροφής -κυριολεκτικά μιας θύελλας που σάρωσε οδυνηρά την πατρίδα μας την τρίτη δεκαετία του περασμένου αιώνα, επισωρεύοντας πλήθος δεινά στην οικονομία και την κοινωνία μας, και ξεριζώνοντας απ’ τις εστίες τους εκατοντάδες χιλιάδες αθώους. Μαζί μ’ αυτούς σκόρπισε στους τέσσερις ανέμους και τα μέλη της οικογένειας που είπαμε παραπάνω, και που ακόμα και πέρα απ’ τη θύελλα, ως την τελευταία τους ώρα, ως τα σήμερα, δεν έπαψαν ν’ αναζητούν αυτούς με τους οποίους τους είχε κάποτε δεμένους ο Θεός και η μοίρα, γιατί ο παλιός καημός του χαμένου δεν έσβησε και δε θα σβήσει ποτέ απ’ την καρδιά όσων επέζησαν, παρά μόνο όταν θα κλείσουν τα μάτια τους.

Διαβάστε ένα απόσπασμα σε προδημοσίευση απ’ το νέο μυθιστόρημα του Τάκη Χατζηαναγνώστου :

«Πέρα απ’ τη θύελλα»

.............................................
Κάτι ζωντανό σάλεψε βαθιά μέσα του. Η νταντά-Σοφία, η γιαγιά-Σοφία, η μάνα-Σοφία ! Τρέμισε το φυλλοκάρδι του από άξαφνη τρυφερότητα, που του πλημμύρισε όλο το σώμα. Ω, ναι, γιατί καθυστέρησε ; Έπρεπε να πάει να τη δει, να της μιλήσει, να σκύψει να φιλήσει τ' άσπρα της μαλλιά ! Σκέψου τόσα χρόνια να μην ξέρει κι η ίδια ποια είναι, και ποιος είναι ο Άγγελος που μεγάλωσε στα χέρια της, και ποιος είναι ο δεσμός του αίματος που τους ένωνε μες σ'έναν κόσμο πνιγμένον από θύελλες, και κατατρεγμούς, και συμφορές, κι απελπισίες. Κι εκείνοι να στέκουν τόσο κοντά ο ένας με τον άλλον, να είναι τόσο δικοί, σαν δυο κομμάτια του ίδιου βράχου, που ένα άθλιο πεπρωμένο τα χώρισε με τα άγριά του κύματα....
Σηκώθηκε αμέσως απ' την καρέκλα του, ντύθηκε, βγήκε στη μεγάλη σάλα. Τον είδε η Μάρθα, η γυναίκα του, και τρόμαξε ευχάριστα.
- Άγγελε !...
- Είδε κανείς σας τη Σοφία ;
- Σίγουρα είναι στο δωμάτιό της. Δεν κατεβαίνει πια συχνά, από τότε που χάθηκε ο παππούς....
Ο Άγγελος δεν είπε τίποτ' άλλο. Στράφηκε αμέσως και τράβηξε για το δωμάτιο της νταντάς. Χτύπησε την πόρτα, την άνοιξε, μπήκε.
Η Σοφία ήταν ξαπλωμένη με τα ρούχα στο κρεβάτι της. Ξαφνιάστηκε μόλις τον είδε. Ανασηκώθηκε :
- Με συγχωρείς....
Παρ'όλη την ηλικία της, μια ενστικτώδης φιλαρέσκεια την έσπρωξε να φτιάξει λίγο τα ξεχτένιστα μαλλιά της και να τραβήξει προς τα κάτω τη ρόμπα της.
Εκείνος τα είδε όλα αυτά με μιαν αλλιώτικη αγάπη, που, ωστόσο, ήταν φυλακωμένη μέσα του, και δεν έλεγε να βγει ελεύθερα στο φως. Αυτός ο συγκρατημός δεν του επέτρεψε ούτε να την πλησιάσει, όπως λογάριασε, ούτε να σκύψει κοντά της να χαϊδέψει τα γέρικα χέρια της, ή το κουρασμένο της κεφάλι. Μια βαθιά φωνή μέσα του φώναζε : "μάνα, μάνα !" Αλλά κι αυτή δεν έβγαινε προς τα έξω. Έμενε κλεισμένη στα σωθικά του, σαν να φοβόταν να την πει, να τη μαρτυρήσει, ολόιδια με μιαν ενοχή γιατί χρόνια ολόκληρα της στέρησε αυτήν την απλή ευτυχία.
Έπιασε μια καρέκλα και κάθισε κοντά της.
Η γριά γυναίκα απόρησε. Ποτέ άλλοτε ο Άγγελος δεν το 'χε κάνει αυτό, δεν ήρθε στην κάμαρά της να καθίσει έτσι αντίκρυ της, να την κοιτάξει στα μάτια όπως τώρα. Αν έψαχνε βαθύτερα μέσα της, ίσως ν' ανακάλυπτε ότι αυτή η απορία σκέπαζε έναν ανεξήγητο φόβο. Μήπως συνέβαινε τίποτα κακό στην οικογένεια ; στην Έλενα ; στον Πέτρο ; σ' εκείνον τον ίδιο ; Τα δάχτυλα στα χέρια της σάλεψαν, σαν να έψαχναν μέσα σ' ένα σωρό αιτίες. Δε βρήκαν τίποτα. Πολύ βιαστικά ευχήθηκε κρυφά μέσα της να μη συμβαίνει το παραμικρό, κι ας είναι όποια θέλει η αφορμή που τον έφερε στο δωμάτιό της.
Αποπειράθηκε να του χαμογελάσει. Της χαμογέλασε κι εκείνος μελαγχολικά.
Αποτόλμησε να τον ρωτήσει :
- Κάτι έχεις Άγγελε, έ ;
Δεν της απάντησε αμέσως. Στο νου του ήρθαν κοπαδιαστά οι εικόνες που περιέγραφε ο «πατέρας του» στην τρώγλη της μαμής, η εξομολόγησή της, η περιγραφή της για την πρόσφυγα μητέρα του, για την απελπισμένη γέννα της.. Δεν ήταν συμπόνια αυτό που ένιωθε. Ήταν σπαραγμός για μια άδικη μοίρα, που άλλαξε από θεμελιού τη ζωή τούτης της γυναίκας. Μπορεί στα μέρη της η οικογένειά της να μην ήταν από κείνες των προυχόντων. Αλλά, σίγουρα, θα ήταν ένα σπίτι με τα δικά του όνειρα και τις δικές του προοπτικές. Κι ήρθε η λαίλαπα του πολέμου, κι όλα αυτά τα σκόρπισε στον άνεμο –αλλού ο άντρας, αλλού τα παιδιά, αλλού εκείνη, μόνη κι έρημη σ’ έναν ξένο τόπο, μ' ένα παιδί στην κοιλιά της, που στο τέλος της το πήραν κι αυτό, για να μείνει στον άξενο κόσμο σαν μια καλαμιά στον κάμπο, ανέστια και κουτσουρεμένη.
Βέβαια, αυτήν την ιστορία την ήξερε μέσες-άκρες από μικρός. Την είχε ακούσει σαν παραμύθι. Αλλά ήταν ένα παραμύθι θλιβερό, που η ψηχή του το απωθούσε. Γι' αυτό και δεν έσκυψε ποτέ στο βάθος του να δει τις λεπτομέρειές του. Να που τώρα οι εικόνες του χτυπούσαν με καινούριο πρόσωπο την πόρτα της καρδιάς του. Το 'ξερε πια : ήταν η ίδια η δική του ιστορία, που είχε χρέος να την πιάσει στα χέρια του, και να της δώσει το αληθινό της μέτρο, το πραγματικό της σχήμα, και την αυθεντική της διάσταση.
Κοίταξε το γερασμένο πρόσωπο όσο γινόταν πιο ζεστά. Είπε:
- Όχι, δεν έχω τίποτα. Θέλω μόνο να μου ξαναπείς για την προσφυγιά, για το σπίτι σου στα μέρη σας, για Κείνον που έφυγε και χάθηκε, για τα παιδιά σου που δεν τα ξαναβρήκες...
Η γριά-Σοφία έσκυψε και κοίταξε τα χέρια της. Ψιθύρισε :
- Παλιού ουρανού χαλάσματα...
- Που όμως σου σημάδεψαν τη ζωή !
- Δεν τα θυμάμαι πια, παιδί μου... Τι να τα ξεσκαλίζω ξανά...
- Πες μου τουλάχιστον για Κείνον. Πώς ήταν. Γιατί δεν ήρθε να φύγετε μαζί, γιατί δε λογάριασε τα παιδιά του...;
Το γέρικο βλέμμα σηκώθηκε απ' τα χέρια, καρφώθηκε σ' ένα απροσδιόριστο μακρινό σημείο. Η φωνή της δε μιλούσε. Έκλαιγε. Κι ήταν ένα κλάμα σιγαληνό, παραπονεμένο, μια διαμαρτυρία προς έναν άγνωστο Θεό που λεηλάτησε τη ζωή της.
- Δεν ξέρω τι να πρωτοπώ... Τον αγαπούσα και μ' αγαπούσε... Όταν καβαλίκευε τ' άλογο κι έφευγε για τα χωράφια, και πίσω του σηκωνόταν το χώμα σύννεφο, φοβόμουν πως μου τον έπαιρναν τα ξωτικά. Όταν γύριζε, η καρδιά μου, απ' τη χαρά, φτεροπετούσε. Έπειτα ήρθε ο στρατός της πατρίδας και μας ελευθέρωσε. Έτσι έλεγαν όλοι στο χωριό. Δεν ξέρω από τι μας ελευθέρωσε. Είπαν ότι είμαστε αιώνες σκλάβοι. Δεν το 'χαμε καταλάβει πιο πριν. Για μας είχε σημασία ότι ξημέρωνε και βράδιαζε, και το σπίτι μας είχε ζεστό ψωμί, είχε τις προβατίνες μας, τις κότες, τα κατσίκια, τις αγελάδες μας, είχε και τους γειτόνους, καλούς ανθρώπους κι απαραβάρετους. Όλη μας η έγνοια ήταν να φροντίζουμε τα χωράφια και τα ζώα μας και να μεγαλώνουμε τα παιδιά μας. Εκείνος είπε : "όχι, δεν είναι μονάχα αυτό. Είναι και η ελευθερία ! Είναι και η μακρινή πατρίδα με τον γαλάζιο της ουρανό, την τραγουδιστή θάλασσά της..." Δεν τα καταλάβαινα και πολύ αυτά τα πράματα. Όμως, αφού τα 'λεγε Εκείνος, θα πρέπει να ήταν έτσι πράγματι....
Στάθηκε, πήρε μιαν ανάσα, μένοντας σκεφτική.
- Ύστερα ;
Τα χείλη της ξανάπαιξαν. Η γέρικη φωνή συνέχισε στον ίδιο, όπως πριν, τόνο :
- Μια μέρα ήρθε σπίτι ντυμένος με στολή του στρατού. Στον ώμο του γυάλιζαν δυο άστρα. Μου είπε : "Γυναίκα, αύριο φεύγω για τη μονάδα μου. Μας περιμένει, όλο το στρατό, ο Σαγγάρειος. Ευχήσου-με να γυρίσω νικητής." Το ευχήθηκα γιατί το γύρεψε, χωρίς να ξέρω ούτε τι είναι μονάδα, ούτε τι ο Σαγγάρειος. Όμως μέσα μου με τυραννούσε κρυφός φόβος. Εκείνο το βράδυ έμεινε στο σπίτι. Πλαγιάσαμε…
Πάλι σταμάτησε. Πήρε μια βαθιάν αναπνοή. Έριξε ένα φευγαλέο βλέμμα στον Άγγελο. Έπειτα κατέβασε τα μάτια, σαν να ντρεπόταν. Τώρα τα χείλια της έτρεμαν.
- Την άλλη, πρωί-πρωί, έφυγε. Όλο το χωριό μιλούσε για μάχες, για κανόνια, για σκοτωμένους. Τ’ άκουγα, κι έκλαιγα ολημερίς Άραγε…
Τώρα στα μάγουλά της έτρεχαν χοντρά δάκρυα. Συνέχισε :
- Δεν ξέρω πόσες μέρες κράτησαν όλ’ αυτά, δεν τις μετρούσα. Ο νους μου και τ’ αυτιά μου ήταν συνέχεια στραμμένα στην Ανατολή, όπου αυτός ο Σαγγάρειος. Τα νέα εκείνον τον καιρό δε μαθαίνονταν εύκολα, ενώ απ’ την άλλη ήξερα πως ο πόλεμος είναι θάνατος.. Έτρεμε η ψυχή μου. Ήμουν μόνη και φοβόμουν. Άκουγα τους άλλους στο χωριό που μιλούσαν για νίκες κι έστηναν πανηγύρια. Εγώ, όχι. Πονούσα. Δεν ήξερα γιατί. Ώσπου ένα πρωί ακούστηκε πως το μεγάλο ποτάμι, -ποτάμι ήταν αυτός ο Σαγγάρειος- αγρίεψε λέει, κι άρχισε να καταπίνει χιλιάδες τους στρατιώτες μας. Ήταν σαν να μου κέντησε τα σπλάχνα φαρμακερή βελονιά. Κι όταν μαθεύτηκε ότι κατεβαίνουν οι Τσέτες, και σφάζουν, και ρημάζουν, και βάζουν φωτιές στα σπιτικά, τότε η βελονιά μου μάτωσε τα σωθικά. Δεν είχα τον άντρα μου κοντά, δεν είχα κανέναν να μου σταθεί, να με βοηθήσει. Το χωριό μας έπιασε κι άδειαζε. Ο κόσμος άρχισε να φεύγει Οι φωτιές έκαιγαν κιόλας τα παραδιπλανά μας υποστατικά. Τη νύχτα φαίνονταν οι άγριές τους λάμψεις. Και ξαφνικά, αχάραγα ένα πρωί, άκουσα να πέφτει με πάταγο η μεγάλη μας εξώπορτα, ενώ δυνατά ουρλιαχτά ακούγονταν στην αυλή μας. Δεν πρόλαβα να σηκωθώ απ' το στρώμα μου. Στην κάμαρη πρόβαλαν κάτι άγρια πρόσωπα, μ' άρπαξαν απ' τα μαλλιά, με πέταξαν απ' τις σκάλες. Τα μωρά έκλαιγαν, τσίριζαν, ο Παύλος μου τριών χρονών, η Σμαραγδούλα ήταν ακόμα στην κούνια. Απ' έξω απ' το σπίτι περνούσαν καραβάνια ολόκληρα. Τους φώναξα να πάρουν τα παιδιά μου. Τα πήραν. "Θα μας βρεις στις αποβάθρες !" μου είπαν. Ποιες αποβάθρες, ούτε ήξερα. Πολέμησα να σώσω τα ρουχαλάκια τους, να μη μείνουν γυμνά στους δρόμους. Άνοιξα ένα μπαούλο στο μεγάλο μας καθιστικό. Με είδε ένας ξεμαλλιάρης βρώμικος κι απαίσιος, μ'ένα μαχαίρι στα δόντια. Το σήκωσε να το κατεβάσει στα στήθια μου. Έγινα λύκαινα. Του άρπαξα το οπλισμένο του χέρι, έχωσα τα νύχια μου στις σάρκες του, τον δάγκωσα, του ’κοψα κρέας με τα δόντια μου.. Ούρλιαξε απ' τους πόνους. Τον ξαναδάγκωσα. Κυλίστηκε χάμω. Λιποθύμησε ; Δεν ξέρω. Το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι του ξέφυγα. Όρμησα, βγήκα απ' το σπίτι, για να το δω σε λίγο, καθώς έφευγα τρέχοντας, να λαμπαδιάζει απ' τη φωτιά που του είχαν βάλει...
Τα μάτια της έτρεχαν, έτρεχαν. Οι σκηνές, που διηγόταν, σίγουρα πάλευαν μέσα σ' αυτά τα μάτια, χτυπιόνταν η μια με την άλλη, δέρνονταν, πονούσαν. Συνέχισε :
- Τώρα πια δε μ' ένοιαζε το σπίτι μας. Όλη μου η έγνοια ήταν τα παιδιά μου. Ρωτούσα από δω κι από κει ποιος τα πήρε, τι έγιναν, μήπως τα είδε κανείς. Κανείς, κανείς δε μ' απαντούσε. Είχαν τον καημό τους οι άνθρωποι, ο καθένας πολεμούσε να σώσει το κεφάλι του, έτρεχαν, έκλαιγαν, διαολόστερναν τη μοίρα τους που αναποδογύρισε τη ζωή τους. "Πού είναι η ελευθερία ;" φώναζαν, "πού είναι αυτή η καταραμένη ελευθερία ;" Έφτασα στις αποβάθρες -έτσι μου είπαν. Ήταν κοντά στη θάλασσα. Κόσμος, ζώα, άνθρωποι, απελπισία. Έτρεχα ανάμεσά τους φωνάζοντας:" Παύλο ! Παυλάκι μου, πού είσαι !" Το άλλο το μικρό, τι να το φώναζα ; Ήταν ενός χρόνου ακόμα, μήτε θα μ' άκουγε, μήτε θα καταλάβαινε. Φώναζα το μεγάλο λοιπόν, ξελαρυγγιζόμουν. Κανείς δε μ' αποκρινόταν. Γιατί όλοι έψαχναν για βάρκες και καϊκια, να μπουν και να γλιτώσουν. Για πού ; Κανείς δεν έλεγε. Γιατί κανείς δεν ήξερε. Μόνο ένας γέροντας ολόμονος, καθισμένος παράμερα, μισόκλαιγε. Αυτός μου είπε : "Σίγουρα θα βγουν στα νησιά", έλεγε, "στα νησιά θα είναι η σωτηρία." Ακολούθησα τα κοπάδια κι εγώ. Βγήκα στα νησιά. Έψαχνα παντού όπου μπορούσα να ψάξω : στους καταυλισμούς, στα κλειστά σχολειά, στις παράγκες, σε γκρεμισμένα σπίτια όπου είχαν καταφύγει πρόσφυγες. Πουθενά ο Παυλής ! Πουθενά το Σμαραγδώ μου ! Δεν ήθελα τη ζωή μου. Τι αξία είχε να ζω ; Εκείνος μακριά, σ' εκείνον το Σαγγάρειο. Ζούσε ; Σκοτώθηκε στις μάχες του ; Ποιος ξέρει. Μαύρη, κατάμαυρη η απελπισία μου. Μου 'ρθε να πέσω απ' έναν βράχο να σκοτωθώ. Το αποφάσισα. Και πήγα πάνω απ' τη θάλασσα, απ' όπου αγναντεύονταν αντικρύ τα χώματα τα δικά μας. Είπα ίσως έμειναν εκεί τα μικρούλια μου. Ας μ' έπαιρναν κι εμένα τα κύματα, να πήγαινα να τ' ανταμώσω. Κι απάνω που είπα να πηδήσω στ' αφρισμένα νερά, σάλεψε από μέσα μου το τρίτο μωρό. Μου 'ρθε λιγοθυμιά. Ήταν της τελευταίας νύχτας ο καρπός. Είχα το δικαίωμα να το σκοτώσω ; Πάλεψα με νύχια και με δόντια να κρατηθώ στη ζωή. Γι' αυτό το τελευταίο μονάχα. Αυτό θα ήταν το ένα για όλους μας : για Κείνον, για τον Παύλο, για το Σμαραγδάκι. Παραδούλευα από δω κι από κει, σε σπίτια, σε μαγαζιά, σε καμπινέδες. Και φούσκωνε η κοιλιά μου και μεγάλωνε, και το είχα η δόλια κρυφό καμάρι. Κι όμως έφτασε η ώρα του, και μου βγήκε νεκρό...
Πνίγηκε η δόλια απ' τους λυγμούς. Έβγαλε το μαντιλάκι της και ζούπηξε τα δυο της μάτια να σταματήσουν να τρέχουν. Και δεν κατάλαβε για πότε ο Άγγελος σηκώθηκε απ' τη θέση του, ήρθε δίπλα της, την πήρε στην αγκαλιά του, και, κλαίγοντας απαρηγόρητα κι αυτός, επαναλάμβανε :
- Μάνα !... Μάνα !.... Μάνα !...

* * *

 

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

ΕΡΓΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ email ΠΡΩΤΗ ΣΕΛΙΔΑ

ΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ Θ. ΒΑΒΛΙΔΑ

ΜΙΑ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΣΙΝΑ    ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ