| ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ |
17 ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΓΙΑ ΕΚΕΙΝΗ |
ΜΗΝΥΜΑΤΑ |
Download Greek Fonts
ΚατεβÜστε
ελληνικÝς
γραμματοσειρÝς
ΘΕΟΔΩΡΟΥ
Δ.
ΔΑΛΑΚΟΓΛΟΥ
17 ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ
ΓΙΑ ΕΚΕΙΝΗ
(ΑΝΟΙΞΗ-
ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ 1977)
Τοýτα τα
ποιÞματα
γρÜφτηκαν απü
την ¢νοιξη μÝχρι
το Φθινüπωρο
του 1977.
Τþρα που
αποφασßζω να
τα φÝρω στο
φως εßναι 17 üσα
και τα χρüνια
της.
Μπορεß
αργüτερα να
γßνουν πιο
πολλÜ η μπορεß
να μη μεßνει
κανÝνα, να τα
κÜψω.
Τþρα üμως, τοýτη
τη στιγμÞ της
Üμπωτης, θÝλω να
τα διασþσω,
μοιρÜζοντας
τα σε φßλους.
Αρκετοß θα
καταλÜβουν
τι θÝλω να πω,
σε μερικÜ απü
αυτÜ. Μια üμως
μπορεß να τα
καταλÜβει
üλα. Εκεßνη.
ΑΘΗΝΑ
ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ
ΤΟΥ 1977
I.
(ΣΑΝ ΤΗ
ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΑΤΙΚΗ
ΒΡΟΧΗ ΠΟΥ
ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ
ΤΗΝ ΠΕΡΙΜΕΝΕ)
ΚυριÜρχησες
Ýξαφνα στη
σκÝψη μου.
Τα μÜτια σου,
δυο
φωτεινοß
κýκλοι,
γυροφÝρνουν
στη μνÞμη μου.
Το πρüσωπο
σου,
διαπερνÜ απü
Üκρη σε Üκρη,
τα üνειρα μου.
ΚÜθε που
ακοýω να
μιλοýν γι αγÜπη
σε σκÝφτομαι.
ΕσÝνα,
που ακüμα το
χÝρι μου δεν
Ýχει αγγßξει
τρυφερÜ τα
μαλλιÜ σου.
ΕσÝνα,
που ακüμα η
σκÝψη μου δεν
Ýχει αγγßξει
ερωτικÜ το
κορμß σου.
ΣπρωγμÝνοι απü
χßλιες
δυνÜμεις,
αιωροýμαστε
πÜνω απü την
Üβυσσο.
II.
(ΑΙΣΘΗΣΕΙΣ)
ΓυμνÜ σταμνιÜ,
ιδρþνουνε,
στις Üκρες
των ματιþν σου.
*
ΦονιÜς ο
αποσπερßτης,
προβÜλλει,
βουτηγμÝνος
στο αßμα
της δýσης.
*
Νιþθω τα
βλÝφαρα σου
στο σκοτÜδι,
ριπßζουν τον
αÝρα.
*
¸να λουλοýδι
στα μαλλιÜ
σου,
κι
αναρωτιÝμαι,
τßνος η
μυρωδιÜ,
μ' Ýχει μεθýσει.
*
Κλεßσε τα
μÜτια σου,
μου κρýβουν
τ' αστÝρια
*
Τα χεßλη σου,
Ýνα ποτÞρι
κρασß,
κατακüκκινο.
ΙΙΙ
Θα
χαθεßς,
το ξÝρω,
μÝσα στους
πολυθüρυβους
δρüμους,
της
πολιτεßας.
Οι μÝρες θα
σε
σκεπÜσουν,
με την ýπουλη
τρυφερüτητα
της
νοσταλγßας.
Θα χαθεßς,
το ξÝρω.
Και πως να σε
φτÜσει η φωνÞ
μου,
και πως να
ακοýσεις το
τραγοýδι μου,
μÝσα στη
καθημερινÞ
πολýβουη
σιωπÞ,
που μας
τυλßγει.
Θα χαθεßς το
ξÝρω.
Μα σ' αγαπþ.
ΙV.
Σε
ευχαριστþ
αγαπημÝνη,
για την
ευτυχßα που
Ýνιωσα απüψε,
την þρα που σε
σκεφτüμουν
και πρüβαλλε
το φεγγÜρι.
ΘυμÜσαι
τους
πρÜσινους
λüφους,
που δýει κÜθε
απüγευμα
ο Þλιος;
Λοιπüν απüψε,
πρüβαλε πÜνω απü
αυτοýς τους
λüφους
το φεγγÜρι.
Δεν το εßχα
προσÝξει,
το φεγγÜρι
κÜποτε
προβÜλει,
εκεß που
Ýδυσε ο
Þλιος.
Και εßμαι
ευτυχισμÝνος
ακριβÞ μου,
γιατß εσý
υπÜρχεις και
ανασαßνεις,
γιατß εγþ μπορþ
να σ´ αγαπÜω,
και ακüμα
γιατß ετοýτοι
οι λüφοι,
δεν εßναι μüνο
δýση.
V.
Στη
γωνιÜ του
δρüμου σε
καρτερþ.
Στη γωνιÜ του
δρüμου,
διασταυρþνονται
οι Üνθρωποι
και δεν
μιλοýν.
Σε ποιüν να πω
την ευτυχßα
μου που τüσο
σ' αγαπþ;
Σε ποιüν να πω
πως ξÝρω πως
δε θÜρθεις,
και καρτερþ;
Απüψε η νýχτα
εßναι γλυκιÜ.
Εßπες πως
θÜρθεις üταν
μπορÝσεις,
μπορεß και
σÞμερα,
μπορεß και
αýριο,
… μπορεß ποτÝ.
Απüψε η νýχτα
Ýχει τρελÜνει
Ýνα παιδß.
Απüψε η νýχτα θα
κÜνει φüνο.
Να το φεγγÜρι
μισü προβÜλει,
γυμνü σπαθß.
Οι φßλοι
ξÝρουν,
κÜτι Ýχει πÜθει,
πÜλι δεν τρþει,
πÜλι κοιτÜζει
πÜνω απü τους
þμους τους,
χωρßς να
βλÝπει.
ΚÜτι Ýχει πÜθει.
Μην του μιλÜτε.
ΠÜλι θα
αργÞσει το
βρÜδυ,
ξÝρουν,
την περιμÝνει,
κι αυτÞ δεν
θÜρθει.
Εßναι η αγÜπη
γυμνü σπαθß,
σαν το
φεγγÜρι.
VI.
Περπατοýσες
στην Üκρη της
θÜλασσας
ολομüναχη,
λουσμÝνη στο
φως.
ΑρμονικÝς
κινÞσεις,
ταιριÜζαν το
βÜδισμα σου
με το
φλοßσβο της
θÜλασσας.
Τα μικρÜ
ανεπαßσθητα
ßχνη των βημÜτων
σου
στην αμμουδιÜ,
εκμαγεßα
για το Üγαλμα
της ομορφιÜς,
που φτιÜχνουν
κÜθε πρωß τα
παιδιÜ,
πριν πÝσουν
στη θÜλασσα.
ΚÜτι τÝτοιες
þρες εßναι,
που η
αιωνιüτητα,
μεταγγßζει
σταγüνα
σταγüνα
το φως,
στις φλÝβες
μας.
VII.
¸να
τυχαßο
Üγγιγμα,
η αγÜπη
ο ψßθυρος
ο Ýρωτας.
Ακοýμπησε το
γüνατο μου
στο δικü σου,
ρßγος
πυρετüς
καταμεσÞμερο.
¸να καρÜβι
περνοýσε
ρÜθυμα στο
βÜθος,
μια στιγμÞ
η θÜλασσα
τα μÜτια σου.
Οι λÝξεις
βουλιÜξαν
στο φως.
ΘÝλω να μιλÞσω,
τραγουδÜω.
Τüπο,
ανοßξτε τüπο,
ο Þλιος
χορεýει.
VIII.
¼λα μου
τα τραγοýδια
γρÜφουν τ'
üνομα σου.
Κανεßς δεν
το πρüσεξε.
¼μως εσý πρÝπει
να γνþρισες
εκεßνο το
τρεμοýλιασμα,
κÜθε που πιÜνω
το μολýβι
και σε
σκÝφτομαι.
Εσý πρÝπει να
διÜβασες
το μÞνυμα μου,
μÝσα στους
στßχους.
Μη με ρωτÜς
λοιπüν.
Κοßταξε με
στα μÜτια
και χαμογÝλα.
Μια σταγüνα
χαμογÝλιου
σου,
φτÜνει για να
τραγουδþ
üλη μÝρα.
Μη με ρωτÜς
λοιπüν.
IX.
ΞÝρω πως
Ýχεις φýγει.
ΞÝρω πως τοýτο
το μεσημÝρι
εßσαι μακριÜ.
¼μως τα βÞματα
μου,
με φÝρνουν
στο μÝρος
που
συνÞθιζες να
κÜθεσαι.
¼μως το βλÝμμα
μου περιμÝνει
να σε δει,
να σηκþνεσαι
γεμÜτη Üμμους,
και νÜρχεσαι
χαμογελþντας.
ΞÝρω πως αν σε
δω θα εßσαι
üραμα.
¼μως τι
περιμÝνω;
X.
ΑγÜπη,
πιÜσε απ' το
χÝρι και
οδÞγησε με.
ΧÜθηκα.
ΑγÜπη,
πολλÝς φορÝς
κÜθισα
στο πλοýσιο
τραπÝζι σου,
πολλÝς φορÝς
θυσßασα στο
βωμü σου.
¼μως τþρα,
κÜνε να μην
εßναι τοýτο
το ποτÞρι που
με κÝρασες,
γεμÜτο
δÜκρυα.
XI.
Πüσο
üμορφο θα Þταν,
να μποροýσα να
σου πω
σ' αγαπþ,
Ýτσι απλÜ,
üπως λες
καλημÝρα το
πρωß,
στο φßλο που
σε ξýπνησε
να πÜτε για
ψÜρεμα.
Πüσο üμορφο θα
Þταν
να
χαμογελοýσες,
και να
μοýδινες το
χÝρι σου,
üπως το δßνεις
να κρατηθεß
Ýνα μωρü,
που κÜνει τα
πρþτα του
βÞματα.
Πüσο üμορφο θα
Þταν ...
¼μως οι μÝρες
που Ýρχονται
εßναι
δýσκολες,
εßναι μÝρες
δοκιμασßας,
χωρισμοý και
πßκρας,
και εßναι η
καρδιÜ σου
τρυφερÞ και
ευαßσθητη,
δεν θα τ'
αντÝξει.
Πüσο üμορφο θα
Þταν
να σου πω σ'
αγαπþ.
Πüσο δýσκολο
θα εßναι
να σε ξεχÜσω.
XII.
Το πιο
ωραßο μου
τραγοýδι,
δεν στο
Ýγραψα.
Το πιο ωραßο
μου τραγοýδι
για σÝνα,
θα χωροýσε να
το γρÜψω,
στα πÝταλα
του
γιασεμιοý.
ΠÜνω στην Üσπιλη
λευκüτητα
μια λÝξη.
Δεν Þξερα τι
χρþμα να
διαλÝξω,
πρÜσινο της
ελπßδας,
κüκκινο του
πüνου,
μαýρο της
απελπισßας;
Το πιο ωραßο
μου τραγοýδι
στο ψιθýρισα
μια νýχτα,
στο χÜσιμο
του
φεγγαριοý,
σ' αγαπþ.
Μην κÜνεις
üνειρα σαν το
φεγγÜρι
εßναι στη χÜση
του,
λÝγαν οι
παλιοß,
δεν βγαßνουν.
Πüσο δßκιο
εßχαν,
το κατÜλαβα
τþρα που
προσπαθþ,
με μαýρο χρþμα,
να γρÜψω
πÜνω στα üνειρα
μου,
λησμονιÜ.
XII.
Απüψε
εßναι
πανσÝληνος,
σ' αγαπþ το
ξÝρεις.
Απüψε εßδα τα
μÜτια σου
θλιμμÝνα.
Ποιος θα
γεμßσει τα
üνειρα μου
με Ýνα
χαμüγελο;
Η πανσÝληνος,
Ýνα μεγÜλο
μηδενικü,
κρεμασμÝνο
στη καρδιÜ
μου.
XIV.
Δεν
μπορεßς να το
νιþσεις
λοιπüν
δεν μπορεßς.
Οι
δýσκολες
μÝρες που
πÝρασαν
οι
δýσκολες
μÝρες που
θÜρθουν
Ýχουν αφÞσει
τοýτη τη βαθιÜ
χαρακιÜ
στο μÝτωπο
μου.
Και ßσως γι
αυτü να εßναι
που αγαπþ
τüσο πολý
το φωτεινü
σου πρüσωπο
το
ατρικýμιστο.
Δε μπορεßς να
καταλÜβεις
λοιπüν,
δε μπορεßς.
Η ζωÞ σου μια
Þσυχη
θÜλασσα,
ποτÝ σου δεν
Ýνιωσες
στο πÝλαγος,
το παρÜφορο
αγκÜλιασμα
του πλοßου
με τα κýματα.
Δε μπορεßς να
καταλÜβεις
λοιπüν
την αγÜπη μου.
¼μως,
τοýτος ο
απελπισμÝνος
και
πεισματÜρης
Ýρωτας,
τοýτη η αγÜπη
η τρυφερÞ κι
ανανταπüδοτη,
θα σου
χρωστοýν
ευγνωμοσýνη,
που τα
γÝννησες.
XV.
¼λες
οι
προβλÝψεις
διαψεýστηκαν.
Το
καλοκαßρι
πÝρασε,
χωρßς Ýνα
χαμüγελο.
Οι ελπßδες
κρυþνουν
τις νýχτες
του ΣεπτÝμβρη.
Η μοναξιÜ σε
τυλßγει,
σαν τη κρýα
ομßχλη
που Ýρχεται
απü τη θÜλασσα.
¼λες οι
προβλÝψεις
διαψεýστηκαν.
Πüσο σκληρÜ
εßναι τα
παιδιÜ,
φτιÜχνουν Ýνα
πýργο
στην Üμμο,
κι ýστερα
τον
γκρεμßζουν
γελþντας.
Ο πýργος
απομÝνει στα
μÜτια μας
τα παιδιÜ
παλεýουν
στην Üμμο,
γελοýν,
δεν ξÝρουν τι
σημαßνει για
μας
Ýνας πýργος,
τι σημαßνει να
περνÜ το
Καλοκαßρι,
χωρßς Ýνα
χαμüγελο.
XVI.
Πως
φεýγει η αγÜπη.
Ε λοιπüν δεν
φεýγει Ýτσι
απλÜ,
üπως λες
καληνýχτα στο
σκοτÜδι,
κλεßνοντας
τη πüρτα.
¼χι καθüλου
Ýτσι.
Για να φýγει,
πρÝπει να
κλεßσουν
üλα τα
παρÜθυρα,
να μην υπÜρχει
φως καθüλου.
ΠρÝπει ακüμα,
να κλεßσουν
üλες οι
χαραμÜδες
στις πüρτες,
αν το σπßτι
εßναι παλιü,
γιατß και η
παραμικρÞ
ανασαιμιÜ,
θÜκανε την
αγÜπη
να μεßνει.
Καθüλου
αÝρας.
Α και οι
μνÞμες,
πρÝπει να
μεßνουν απÝξω,
καμßα θýμηση,
στην ανÜγκη,
ας μεßνουν
οι πικρÝς,
εκεßνες που
δßνουν το
πρþτο τσßμπημα
της
απελπισßας.
¼μως καμßα
εικüνα της,
τα μÜτια της,
το χαμüγελο
της,
τßποτε απü
κεßνη
δεν πρÝπει να
κρατÜς
στο μυαλü
σου.
Και τüτε
αρχßζει να
φεýγει η αγÜπη.
Πρþτα θα
νιþσεις
Ýνα μοýδιασμα
στα δÜχτυλα,
Ýτσι που ακüμα
κι αν
χαúδÝψεις
τα μαλλιÜ της,
θα εßναι
αδιÜφορο,
σαν μια
καθημερινÞ
χειρονομßα.
ΜετÜ θα
αρχßσεις να
οδηγεßς
τα βÞματα σου,
που πÜντα σε
Ýφερναν
κοντÜ της.
Τþρα θα
μπορεßς
να αλλÜζεις
δρüμο.
Κι ýστερα θα
αρχßσεις
να βλÝπεις.
Η θÜλασσα θα
γßνει πÜλι
θÜλασσα,
τα δÝντρα θα
γßνουν πÜλι
δÝντρα,
εκεß που
πρþτα
Ýβλεπες μüνο
τη μορφÞ της.
¼λα αυτÜ
βÝβαια,
μπορεß να
κρατÞσουν
πολý ,
μερικÝς φορÝς
περιμÝνεις
και χρüνια,
δεν εßναι
μικρü πρÜγμα η
αγÜπη,
θÝλει
κουρÜγιο
και υπομονÞ.
Και τüτε πια,
θα ανοßξεις
το στüμα σου,
κι αντß να πεις
σ' αγαπþ,
θα πεις
καλημÝρα,
Þ κÜτι τÝτοιο,
αυτü σημαßνει
πως η αγÜπη
Ýφυγε.
Μπορεßς τüτε,
ν' ανοßξεις τα
παρÜθυρα,
να ανασÜνεις
βαθιÜ,
κι αν Ýχεις τη
δýναμη,
να βÜψεις üλο
το σπßτι
με
καινοýργια
ζωηρÜ χρþματα,
τüτε το σπßτι
γßνεται πÜλι
κατοικÞσιμο.
XVII.
Βοýρκωσαν
τα μÜτια σου,
η ζωÞ που
παλεýει
να κρατηθεß,
στο κρÜσπεδο
της
απελπισßας.
Η αγÜπη.
Ο Üνθρωπος.
Εßχα δßκιο
λοιπüν,
σ' αγαπþ.
Ο φßλος που
φεýγει,
ο Üλλος που
κρατιÝται με
τα δüντια
στο φως,
τα μÜτια σου
δεν Þταν ποτÝ
πιο üμορφα.
Η δικαßωση,
κανεßς δε το
πßστευε,
εγþ σ'
αγαποýσα,
περßμενα.
Το χαμüγελο
σου
Þταν αληθινü,
δÜκρυσες.
Φεýγω Þσυχος,
εσý υπÜρχεις.
Φοβüμουν τ'
üνειρο.
Τοýτο το
δÜκρυ
Þταν αληθινü.
Σ' αγαπþ.
Αξßζει λοιπüν
ν' αγαπÜς,
εσý υπÜρχεις.
|
ΟΙ
ΣΕΛΙΔΕΣ
ΑΝΑΝΕΩΝΟΝΤΑΙ
ΚΑΙ
ΕΜΠΛΟΥΤΙΖΟΝΤΑΙ
ΣΥΝΕΧΩΣ!
|