ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΑΣΛΑΝΟΓΛΟΥ |
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
ΘΟΔΩΡΟΥ Δ. ΔΑΛΑΚΟΓΛΟΥ
Το βιβλίο που κρατάτε στα χέρια είναι η ιστορία της ζωής του μπάρμπα
Αναστάση Ασλάνογλου.Δεν μπορείς να το χαρακτηρίσεις σαν αυτοβιογραφία όπως το χαρακτήρισε ο ερευνητής του ΚΕΝΤΡΟΥ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ Ερμόλαος Ανδρεάδης, που κατέγραψε την ιστορία που του διηγήθηκε ο μπάρμπα Τάσος, το 1964. Και αυτό γιατί μέσα στις διηγήσεις του, μπλέκονται τα πραγματικά γεγονότα με φανταστικές ιστορίες που έπλασε ο μπάρμπα Τάσος, γιατί του φάνηκαν λίγα τα όσα πέρασε και έπρεπε πλουτιστεί λίγο η ιστορία για να γίνει πιο ενδιαφέρουσα.
Ο ανατολίτης παραμυθάς, σε όλο του το μεγαλείο. Και ας μη βιαστούν να γελάσουν, όσοι τον ξέρουν , με τις φανταστικές ιστορίες που διηγείται, πως τάχα του συνέβησαν. Γιατί αυτή η ικανότητα των Ελλήνων να δένουν τη πραγματικότητα με το παραμύθι, είναι που κρατάει τη φυλή μας όρθια, από την εποχή του Ομηρου, με εκείνα τα υπέροχα μοναδικά παραμύθια του, ως τις μέρες μας.
Θυμάμαι όταν ξεκίνησα να συγκεντρώνω στοιχεία για την ιστορία της Αναβύσσου και των Αναβυσσιωτών, όταν ήρθε για πρώτη φορά ο μπάρμπα Τάσος να αρχίσουμε να γράφουμε στο μαγνητόφωνο τις αναμνήσεις του. Κρατούσε στα χέρια μερικές παλιές φωτογραφίες και ένα μικρό δακτυλογραφημένο βιβλιαράκι, που απέξω έγραφε χειρόγραφα ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΑΣΛΑΝΟΓΛΟΥ ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ.
-Εδώ μέσα γράφει όλη μου τη ζωή, είπε, αλλά αμέσως θυμήθηκε ότι εγώ είμαι πατριώτης του και ξέρω την ιστορία του, χαμογέλασε και μουρμούρισε.
-Ε, έβαλα και μερικά παραπάνω για να έχει ενδιαφέρον.
Οταν του είπα ότι μπορώ να του το ξανατυπώσω πιο όμορφο και να έχει μέσα και φωτογραφίες, έκανε χαρά σαν παιδί. Ερχόταν κάθε μέρα με καινούργιες φωτογραφίες που ανακάλυπτε, μέχρι και φωτογραφίες με την κορνίζα τους έφερε, και έκανε σχέδια πως θα τις τοποθετήσουμε στις σελίδες. Φαντάζομαι τι θα τράβηξε η εγγονή του η Στέλλα, που είχε αναλάβει να περάσει το κείμενο στο κομπιούτερ και αργούσε να το τελειώσει.
Ο Ερμόλαος Ανδρεάδης που είχε κάνει τη δακτυλογράφηση του κειμένου της ιστορίας που του είχε διηγηθεί ο μπάρμπα Τάσος τον Αύγουστο το 1964, είχε διατηρήσει, τη σύνταξη και τη μορφή του λόγου της διήγησης. Και εμείς τώρα κρατάμε αναλλοίωτη την πρώτη εκείνη γραφή, χωρίς να διορθώσουμε ούτε την ορθογραφία. Ισως παραξενέψει κάπως η σύνταξη τον αναγνώστη που δε γνωρίζει, αλλά εμείς οι συμπατριώτες του, καταλαβαίνουμε ότι μιλά ο μπάρμπα Τάσος.
Ακούστε το λοιπόν.
Μια φορά και ένα καιρό ....
ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ
ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΑΣΛΑΝΟΓΛΟΥ.
Η καταγωγή μου απ τη Μικρασία , το χωριό μου Ενεχιλ , γεννήθηκα στο Ενεχιλ.
Το χωριό μας αποτελείται από 500 οικογένειες, 300 οικογένειες Ελληνες και 200 Τούρκοι.
Εγώ από 7 χρόνων επήγαινα στο ελληνικό σχολείο και διαβάζαμεν Ελληνικά γράμματα και Τούρκικα γράμματα και Γαλλικά γράμματα. Εξω από το σχολείο μιλάγαμεν τούρκικα και όλοι οι Ελληνες ήταν εγγράμματοι και οι Τούρκοι 90% αγράμματοι. Εγώ ως που να γίνη Ανταλλαγή επήγαινα σχολείο, μετά το 1924 έγινε Ανταλλαγή και ήρθαμε εις την Ελλάδα. Ο πατέρας μου και η μάνα μου πέθαναν εις την Ελλάδα, ο παππούς μου πέθανε στην Τουρκία, επίσης και ο παππούς μου, δηλαδή της μάνας μου ο πατέρας. Εγώ όταν τον γνώρισα ήμουνα 8 χρονών. Η γιαγιά μου όμως, της μάνας μου η μάνα ήταν μητριά. Οταν φύγαμε από την Τουρκία η γιαγιά μου έμεινε εκεί με δύο κορίτσια.
Υμείς όταν φύγαμε από το χωριό ήρθαμε στην Νίγδη, κωμόπολις είναι εκεί, καθήσαμεν δύο μήνες, ώσπου να έρθη η Ελληνική Επιτροπή. Ομως τα δύο κορίτσια τα πήραμεν κοντά μας, επειδή η γιαγιά μου που έμεινε στο χωριό ήθελε να γίνει Τουρκάλα και δεν ήθελε να αφήση τα κορίτσια. Γι' αυτό το λόγο πήραμε κοντά μας τα κορίτσια.
Μετά 20 ημέρες τα χάσαμεν και τα δύο τα κορίτσια από τη Νίγδη, δεξιά και αριστερά ερωτάμε δεν βρέθηκαν. Μετά τρεις ημέρες μάθαμε ότι ένας Τούρκος ήρθε από το χωριό τάκλεψε και έφυγε.
Αλλα ο πατέρας μου αποφάσισε να πάγη για να τα φέρη πίσω. Κι ένας Τούρκος φίλος του πατέρα μου λέγει, να μη πάς στο χωριό , διότι οι Τούρκοι θα σε σκοτώσουν. Γι' αυτό το λόγο φοβήθηκε ο πατέρας μου και δεν πήγε. Μετά, 20 του μηνός Ιουλίου, ήρθε μικτή επιτροπή στη Νίγδη και και μας γράψανε. Οσοι βρέθηκαν οι Ελληνες στην Νίγδη μας ταξιδεύσανε ως την Ελλάδα.
Πρώτα από την Νίγδη ήρθαμε στο σιδηροδρομικό σταθμό. Αυτός ο σταθμός λεγότανε Ουλούκισλα την νύκτα εφθάσαμεν εκεί, ήρθε το τραίνο και ακόμα δεν ξέραμε τραίνο τι είναι. Ολοι τρέξαμε για να δούμε , τι πράγμα είναι.
Μόλις φθάσαμε κοντά στο τραίνο από μέσα βγαίνανε Τούρκοι πρόσφυγες. Αρχίσανε και μιλάγανε ελληνικά και μεις νομίζαμε ότι ήρθαμε στην Ελλάδα. Ημεις από ελληνικά καθόλου , ούτε και αυτοί ξέρανε τούρκικα, για να μιλάμε τέλος πάντων.
Μετά μόλις κατεβήκανε απ' το τραίνο άρχισαν να μας δέρνουν. Και μεις τα χάσαμε, που να κρυφτούμε δεν ξέραμε. Ευτυχώς ο αρχηγός μας ήταν γερός, σταλμένος από την Επιτροπή της Νίγδης. Λέγει αυτός: Ακούτε παιδιά, αυτό που κάνατε δεν είναι καλό, διότι και αυτοί που θα πάνε στην Ελλάδα τα ίδια θα κάνουν στον αδελφό σας. Σας αρέσει αυτό το πράγμα που κάνετε; Γι αυτό να σκεφθήτε αμέσως. Ενας π' αυτούς λέγει "Βέβαια δεν είναι σωστό διότι ακόμα πίσω τόσοι Τούρκοι υπάρχουν. Να σκεφτούμε μόνοι μας, λέγει ο μουχτάρης.
Μετά ησυχάσανε τα πράγματα, αλλά ώσπου να ησυχάσουν, πολλά κεφάλια σπάσανε.
Μεσάνυχτα μας βάλανε στο τραίνο και ήρθαμε στην Μερσίνα. Εκεί καθίσαμε 15 ημέρες. Μετά ήρθε καράβι ελληνικό και μας έβγαλε στο Αγιογιώργη του Πειραιώς. Εκεί μας κρατήσανε 14 μέρες καραντίνα . Μας κόψανε τα μαλλιά μας και τους άνδρες και τις γυναίκες. Κι έπειτα δεν γνώριζαν ποιός είναι άνδρας και ποιά είναι γυναίκα, διότι ήταν όλοι χωρίς μαλλιά.
Και μετά ήρθε (διαταγή) για να φύγωμεν απ εκεί. Ηρθε το καράβι για να πάρει τον κόσμο.
Καθώς ανέβαιναν από τη σκάλα του καραβιού από το πολύ το βάρος η σκάλα έσπασε και όσοι ήταν επάνω πέσανε όλοι στη θάλασσα. Αμέσως το καράβι άρχισε να σφυράγει για βοήθεια και δεν αργήσανε τα μικρά βαποράκια να φθάσουν κοντά στο καράβι, για να σώσουν τον κόσμο. Ομως ο περισσότερος κόσμος, άνδρες και γυναίκες πνιγήκανε διότι δεν ξέρανε να κολυμπήσουνε και μείναμε από κάτω. Μετά βγάλανε το πτώματα τους.
Οι άλλοι , ο κόσμος, κλάματα φωνές. Αλλος φώναζε "μάνα μου" και άλλοι φωνάζανε "αδελφάκι μου" και εκείνη την ώρα είχε γίνει μιά αναμπουμπούλας σα να γίνηκε Δευτέρα Παρουσία. Τέλος πάντων μετά το κακό σε όσους μείναμε στο καράβι μας μοιράσανε από ένα ψωμί , για να πάμε στο προορισμό μας
Και τράβηξε την νύκτα κατ' ευθείαν εις την Ηπειρο στο σύνορο της Αλβανίας. Μόλις φτάσαμε εις την Ηγουμενίτσα μας εβγάλανε απ' το πλοίο.
Βγήκαμε έξω. Στο μεταξύ, οι Αλβανότουρκοι όλοι κρυφτήκανε στα σπίτια τους, διότι πριν να βγούμεν εμείς απ' το πλοίο δώσανε μία διάδοση στους Τούρκους, ότι οι πρόσφυγες είναι αγριάνθρωποι, διότι και εις την Τουρκία οι Τούρκοι πολλά βάσανα κάνανε στους Ελληνες. Γι αυτό το λόγο θα κάνουνε μεγάλο κακό στους Τούρκους που είναι εδωπέρα και οι Τούρκοι τρέμανε.
Μόλις βγήκαμε έξω στην Ηγουμενίτσα , βλέπομε ότι στα χωριά δεν είναι κανένας. Τα μποστάνια και καρποφόρα δέντρα, όλα απάνω στο καρπό.
Αφού είδαμε που δεν είναι κανένας, όλοι οι πρόσφυγες σκορπιστήκαμε στα φαγώσιμα πράγματα.
Μερικοί μαζεύανε καρπούζια, πεπόνια, σταφύλια. Μερικοί αχλάδια, σύκα, ρόδια, διάφορα φαγώσιμα. Τα μαζεύαμε διότι η εποχή ήταν 20 Αυγούστου.
Ομως οι Τούρκοι βλέπανε απ' τα σπίτια τους, αλλά που να βγούνε έξω από το φόβο τους.
Μετά πάγει ο Πρόεδρος των Τούρκων στην αστυνομία, για να μας αναφέρει.
Και λέγει ο Πρόεδρος: "Οι πρόσφυγες θα μας καταστρέψουν ελάτε ως αστυνομικοί να τους φοβερίσετε να μη πειράξουνε τα πράγματα."
Η απάντησις της αστυνομίας στον Πρόεδρο. "Ημείς ότι να πούμε δεν θα μας ακούσουν διότι πρώτα πρώτα δεν ξέρουνε ελληνικά. Ούτε μας καταλαβαίνουν , ούτε τους καταλαβαίνομεν. Δεύτερον, δεν ξέρουνε απ' το νόμο, γι αυτό ας αφήσουμε ώσπου να χορτάσουνε. Να φάνε, μετά δύο ημέρες θα έρθομε και θα τακτοποιήσομε τα πράγματα."
Μετά δύο ημέρες έρχεται ο αστυνόμος με 6-7 χωροφύλακες και μας φωνάζουνε: " Τι κάνετε;".
Ημείς που να καταλάβομε τι λένε αυτοί.
Ημείς απαντάμε τούρκικα, διότι δεν ξέραμε ελληνικά και λέμε:"τρώμε φρούτα για να χορτάσουμε."
Αυτοί γελάνε και μεις λέμε "γιατί γελάτε; "
Και μας λέγει ο αστυνόμος :"Είναι δικά σας αυτά τα πράγματα , να μη τους πειράξετε". Απαντήσαμε ότι και μεις, την περιουσία μας τα σπίτια μας, ό,τι είχαμε και δεν είχαμε , τα αφήσαμε στην Τουρκία. Τώρα που ήρθαμε εδώ, τι να κάνομεν, και τι θα φάμε, και που θα καθήσομε; Ούτε σπίτι, ούτε κτήματα έχομε. Που να πάμε;
Μας απαντάει ο αστυνόμος.
" Να μη στεναχωριέστε παιδιά μου, θα σας τακτοποιήσομεν πολύ γρήγορα."
Μετά σηκωθήκανε και φύγανε.
Την άλλη ημέρα ήρθανε οι Τούρκοι και πήρανε θάρρος απ' την αστυνομία και μας λένε "Παιδιά ό,τι κάνατε κάνατε, και από τούτο κι ύστερα μην πειράξετε τα πράγματα."
Εμείς αμέσως αγριέψαμε και λέμε: "Οχι μόνον τα φαγώσιμα και τα σπίτια σας θα πάρομε."
Και άρχισε το πράγμα ν' αγριεύει. Αμέσως τα παληκάρια μας κάνανε επίθεση, δεν βαστήξανε πήγαν κατά τα σπίτια τους.
Αυτοί παίρνουνε τα τσεκούρια, σίδερα , ξύλα.
Η δική μας νεολαία μόνο πέτρες. Τους κυνηγάνε τους Τούρκους. Οι γυναίκες τους κρυφτήκανε στα σπίτια τους και όσο πάγει μεγαλώνει η φασαρία, σα να γίνεται πόλεμος. Δεν έχουν μείνει ούτε κεφάλια, ούτε χέρια άσπαστα. Τα αίματα τρέχουνε απ' τα κεφάλια τους, ακούγονταν φωνές, αλλά ποιός τους ακούει. "Βαράτε παιδιά" φωνάζουνε οι δικοί μας γυναίκες και άνδρες, όλοι μαζί. Πραγματικός πόλεμος γινόταν στο μεταξύ.
Είχε ειδοποιηθεί η αστυνομία.
Η διοίκηση της αστυνομίας είναι μακριά απ' εκεί που ήμαστε , 20 χλμ. απόσταση απ' τη Ηγουμενίτσα μέχρι Φιλιάτες. Οι Φιλιάτες είναι μεγάλη κωμοπόλις.
Και μετά βλέπομε να έρχεται η αστυνομία, 20 χωροφύλακες ζυγώσανε κοντά και μας φωνάζουνε: "Βαστάτε παιδιά, καθήστε. Τι διαφορά έχετε με τους Τούρκους ημείς θα τα καθαρίσομε".
Αλλά εμείς ούτε καταλαβαίναμε τι λένε.
Ημείς το βιολί μας. Βαράτε παιδιά φωνάζομε.
Δεν μπορούσανε να μας χωρήσουνε πιά. Αρχίσανε και ρίχνανε με όπλα στον αέρα.
Επιτέλους, καμμιά φορά πιστοχωρήσαμε , ύστερα ήρθε ο Διοικητής της Φιλιάτες και μας συμβούλευε και μας λέγει ο Διοικητής:
"Ακούτε παιδιά μου, έχετε δίκαιο το παραδέχομαι ότι και εις την πατρίδα σας οι Τούρκοι σας αδικήσανε. Και σας σκοτώνανε και κάνανε πολλά οι βάρβαροι Τούρκοι. Μη νομίζετε ότι δεν τα ξέρομε. Ο, τι έχει γίνει στην Μικράσια τόχομε διαβάσει , την ιστορία σας την ξέρουμε, μεις περισσότερο ερεθιζόμαστε από σας όταν διαβάζουμε τα βιβλία. Αλλά τώρα τι να κάνομε; Να τους σκοτώσομε δεν κάνει, διότι ημείς οι Ελληνες είμαστε περήφανοι, και είμαστε Ευρωπαίοι και δεν είμαστε σαν τους Τούρκους βάρβαροι. Ημαστε εξευγενισμένο κράτος, γι αυτό το λόγο παιδιά μου να υποχωρήσομε απ το κακό. Το αποτέλεσμα δεν είναι καλό. Και τώρα τι θέλετε; ψωμί, φαγί, σε μιά ώρα τα έχετε. Μείνετε ήσυχοι και αύριο πάλι θα έρθω εδώ και θα σας τακτοποιήσω στα χωριά. Και θα σας δώσε σπίτι, και θα σας βγάλω μιστό, και θα δώσω ρουχισμό και ό, τι ανάγκη έχετε, εάν με ακούτε. Και θα περάσετε τε πολύ καλά."
Μετά, δεν πέρασαν δύο ημέρες και στέλνει καμμιά πενηνταριά ζώα που επιτάξανε απ' τους Τούρκους. Μαζί με τα ζώα ήρθανε και Τούρκοι κοντά μας , και 56 χωροφύλακες. Φορτώσανε μαζί τα πράγματα και μας πάντε σε άγνωστο μέρος. Ετσι φθάσαμε στις Φιλιάτες.
Στα περίχωρα στις Φιλιάτες είχε ειδοποιήσει ο Διοικητής και μαζευτήκανε στην Διοίκηση κοντά οι Πρόεδροι των χωριών. Τους λέγει ο Διοικητής.
-"Ακούτε εμένα, αυτοί οι άνθρωποι που βλέπεται είναι πρόσφυγες και ήρθανε απ' την Μικρασία. Αφήσανε τα σπίτια τους, τα πράγματα τους, βασανιστήκανε τυραννιστήκανε απ' τους βάρβαρους Τούρκους και είναι 500 χρόνια υπόδουλοι στο ζυγό τους και τώρα οι άνθρωποι αυτοί σηκωθήκανε , ήρθανε στη μητέρα Ελλάδα. Γι αυτό ημείς είμαστε υποχρεωμένοι να τους προστατεύσουμε. Και σας το λέγω , να πάρετε από 20 οικογένειες ο καθένας να δώσετε από ένα σπίτι να καθήσουνε και ώσπου να βγάλομε το μιστό, να βοηθήσετε από φαγητά και έτσι να ησυχάσουν αυτοί οι άνθρωποι".
Μετά το κράτος μας έδινε 5 δραχμάς ημερησίως και έπειτα αρχίσαμε και κουβαλάγαμε ξύλα με την πλάτη μας στην πόλη Φιλιάτες με αυτά δύο χρόνια περάσαμε.
Δύο χρόνια που καθήσαμεν στην Ηπειρο, ήρθε μία διαταγή του υπουργείου: όσοι Τούρκοι είναι στην Ηπειρο, θα φύγουνε στην Τουρκία. Και ελληνοπρόσφυγες θα αναλάβουνε τα σπίτια τους και τα κτήματα τους.
Και επειδή δεν φύγανε οι Τούρκοι αναγκαστήκαμε να κάνουμε παράπονα στο υπουργείο, εφόσον δεν φεύγουν οι Τούρκοι να μας δείξετε μέρος.
Και μετά ήρθε διαταγή απ' το υπουργείο να λέγει ότι εφόσον οι Ελληνες που μείναμε στην Κωνσταντινούπολη, δεν πρόκειται να πάνε στην Ελλάδα, το ίδιο και αυτοί να μην πάνε στην Τουρκία. Γι' αυτό μεταξύ σας να σχηματίσετε μία επίτροπή, να βρούνε άλλο μέρος.
Και μεις τι να κάνομε, ετοιμαστήκαμε στις 22 Σεπτεμβρίου του 1926 και ήρθαμε εις τον Πειραιά. Εκεί καθήσαμε δύο μήνες και μετά ήρθε ένας υπάλληλος απ' το Υπουργείο και μας λέγει που θέλετε να πάτε , και μεις γραφτήκαμε να μας στείλουν στην Μακεδονία.
Ημείς ήμαστεν μόνον από το χωριό μας 200 κάτοικοι. Δεν πέρασαν δύο ημέρες, ήρθε διαταγή απ' το Υπουργείο για να πάμε στην Μακεδονία.
Την άλλη ημέρα οι μισοί πατριώτες φύγανε στην Μακεδονία και οι μισοί μείναμε στον Πειραιά, για να πάμε την άλλη ημέρα.
Στο μεταξύ ήρθε ένας γέρος και μας ερώτησε: "Παιδιά μου βλέπω ετοιμαζόμαστε, η πορείας σας για που είναι;"
"Θα πάμε στην Μακεδονία"
"Τότες να σας πω κάτι αν θέλετε να ακούτε. Κοντά στην Αθήνα ένας συνοικισμός γίνεται.
Εγώ είμαι πρόεδρος αυτού του συνοικισμού, κι εγώ είμαι πρόσφυγας Κωνσταντινοπολίτης. Εφόσον είμαστε πατριώτες να σας προστατεύσω. Για καλό αν θέλετε , να πάμε μαζί με 23 ονοματέους για να δήτε το χωριό. " Ετσι μείναμε σύμφωνοι.
Αυτόν τον πρόεδρο τον λέγανε Χρήστο Καμπανίδη. Πήγανε οι δικοί μας εις το χωριό Ανάβυσσο και βρήκανε καλό το χωρίο και δεχτήκανε να μείνουμε εκεί. Η επιτροπή που εστείλαμε ήρθανε στον Πειραιά τους ρωτάμε:
"Καλό είναι το χωριό που πήγατε και είδατε;" Λένε:
"Μη συζητάτε καθόλου, απ' αύριο θα πάμε, είναι πολύ καλό χωριό".
Και τώρα οι άλλοι πατριώτες που φύγανε στην Μακεδονία και μας περιμένουνε εκεί;
Την άλλη ημέρα πήγαμε στην Ανάβυσσο. Μετά μιά εβδομάδα εστείλαμε ένα γράμμα , ότι ημείς βρήκαμε ένα χωριό κοντά στην Αθήνα αυτό το χωριό ονομάζεται Ανάβυσσος. Μετανοήσανε που φύγανε από κοντά μας αλλά τι να κάνουνε; Αποκλείονταν για να έρθουνε πίσω, και έτσι αυτοί μείνανε στην Μακεδονία και μεις ήρθαμε στην Ανάβυσσο.
Ηρθαμε , αλλά τώρα τι να κάνομε: Δεν έχουμε τροφή ούτε δουλειά τουλάχιστον να δουλεύουμε για να φάμε ένα κομμάτι ψωμί. (Κάναμε) αμέσως αναφορά στο Υπουργείο:
" Κύριε Υπουργέ, μας πετάξατε στο έρημο μέρος στην Ανάβυσσο και δεν ερωτάτε αυτούς τους ανθρώπους τι τρώνε και τι θα κάνουμε εκεί πέρα. Ελάτε να ιδήτε τα χάλια μας, τι θα γίνουμε;"
Το Υπουργείο παίρνει απόφαση να τακτοποιηθούν αμέσως οι άνθρωποι. Και έπειτα ήρθε ένας υπάλληλος και μας λέγει:
"Παιδιά τι θέλετε;" Και μεις λέμε:
"Τι δεν θέλομε εδώ χωριό ήρθαμε να κάνομε ή είμαστε αιχμάλωτοι;"
“Να μείνετε ήσυχοι παιδιά μου. Εγώ είμαι που θα σας τακτοποιήσω ότι χρειάζεστε θα σας στείλω αμέσως. Ομως κάντε υπομονή μερικές ημέρες".
Μετά μας δώσανε ζώα, αμάξι, αλέτρι. Δηλαδή ότι χρειαζόμασταν από γεωργικά είδη μας δώσανε. Αλλά δεν έχομε ανοιγμένο χωράφι, όλο το μέρος είναι ορμάνι (= λ.τουρκ. δάσος) μέχρι το χωριό και μεσ' στο χωριό έχει σκοίνα. Κι αρχίσαμε να καθαρίζομε γύρω γύρω το χωριό. Αλλά μ' αυτό δεν βγαίνει τίποτα. Για να ανοίξομε τα χωράφια δεν έχομε τα μέσα. Τα περισσότερα είναι αγριελιές, σκοίνα, θυμάρια αδύνατο να καθαριστούν αυτά. Αρχίσαμε και κόβαμε τις μεγάλες ελιές και τις πουλάγαμε για ξύλα στα χωριά Καλύβια, Μαρκόπουλο, Κερατέα, στο Λαύριο και στο Κορωπί. Και γενήκαμε ξυλέμποροι και κάθε μέρα ο καθένας από ένα αμάξι ξύλα πουλάγαμε, με 60 ή 70 δραχμάς τ αμάξι. Τόσο φτηνά, τι να κάνομε, για να περάσομε την πείνα.
Κι έρχεται ο δασικός και λέγει "για όνομα του Θεού, μη καταστρέφετε τις αγρελιές, διότι αυτά τα δέντρα είναι χρήσιμα τα άλλα δέντρα κόφτε, μόνον τις ελιές μην πειράζετε, μεθαύριο θα σας χρειαστούν."
Αλλά ημείς δεν τον ακούαμεν διότι οι αγριελιές πιο εύκολα κόβονταν. Και μεις το βιολί μας όλο αγριελιές κόβαμε.
Και συνέβαινε όμως ημείς στην πατρίδα δεν ξέραμε τι είναι ελιές, ημείς εκεί πέρα τρώγαμε αγνό βούτυρο. Λάδι από τι γίνεται δεν ξέραμε , γι' αυτό το λόγο δεν ακούαμεν τον δασάρχη και έτσι καταστρέφαμε τα χρήσιμα δέντρα. Και τώρα έχομε, άλλα μικρά πράγματα, μετά μετανοήσαμε, αλλά αργά.
Τέλος πάντων, επιτέλους ανοίξαμε μερικά στρέμματα χωράφι και η εποχή είναι χειμώνας, το χωράφι θέλει να καθαριστεί από σαβούρα και διάφορα κλαριά, για να σπείρομε, διότι το κράτος μας έδωσε σπόρο , κριθάρι και σιτάρι.
Μιά ημέρα αποφασίσαμε με την γυναίκα μου να καθαρίσομε το χωράφι , γιατί μόνος μου θα αργούσα , περνάει ο καιρός για το σπάρσιμο.
Πρωϊ πρωϊ σηκωθήκαμε , πήγαμε στο χωράφι με το αμάξι, για να μείνομε και το βράδυ εκεί. Ομως, η γυναίκα μου ήταν έγκυος, ξέραμε ότι είναι 8-9 μηνών, αλλά δεν ξέραμε πότε θα γεννήσει.
Πάντως η γυναίκα μου είχε συμπληρώσει τις ημέρες της. Τέλος πάντων το πρωί κάναμε το σταυρό μας, πήγαμε στο χωράφι και αρχίσαμε να δουλεύομε. Δεν πέρασαν 3-4 ώρες και κατά το βράδυ ο καιρός χάλασε , έτοιμος να βρέξει. Στο μεταξύ θα κοιμόμασταν εκεί. Βράδυασε κι άρχισε να βρέχει. Τι να κάνομε τώρα, για να πάμε στο χωριό δεν μπορούμε διότι έχει νερά, λάσπη, είναι σκοτεινά και δεν βλέπομε τη μύτη μας. Αναγκάστηκα να τη βάλω στο αμάξι επάνω. Οτι σκέπασμα είχαμε τη σκέπασα αλλά η βροχή ραγδαία.
Κατά τις 12 η ώρα τη νύχτα , τη γυναίκα μου την έπιασε ένας πόνος για να γεννήσει. Ως τώρα η στεναχώρια μας ήταν μιά, τώρα έγιναν δύο, τι να κάνω; Να κοιτάξω τη γυναίκα μου ή να κοιτάξω που λίμνιασε ο τόπος όπου ήμαστε και τα νερά είχαν φτάσει 40 πόντους ύψος. Εκείνη την ώρα άρχισα και παρακάλαγα 40 αγίους "Θεέ μου σώσε μας" αλλά ο καιρός συνέχιζε και σε μιά πάντα η γυναίκα μου φώναξε "θα πεθάνω θεέ μου ". Εγώ είχα γίνει χειρότερος από τρελλός , αλλά τι να κάνω. Αμέσως παίρνω θάρρος αγκαλιάζω τη γυναίκα και τη βαστάω να μην έχει νερά από κάτω.
Μετά 2-3 ώρες γέννησε η γυναίκα μου. Τώρα τι να κάνω; Τύλιξα το μωρό με ό,τι ρούχα είχα, και με το σακκάκι μου σκέπασα τη γυναίκα μου για να κρυώσει, διότι είναι λεχώνα.
Αλλά που να καθήσει να ξεκουραστεί, όλο το μέρος νερά και κινδυνεύει η ζωή.
Μέχρι το πρωϊ σαράντα φορές συναντάγαμε το Χάρο. Εν τέλει ξημέρωσε. Το μωρό το βάσταγα στην αγκαλιά μου μέχρι το πρωϊ. Η γυναίκα όρθια και να τρέμει. Εγώ δίνω θάρρος στην γυναίκα μου και λέγω ο Θεός μαζί μας μη φοβάσαι. Αλλά η γυναίκα κινδύνευε. Τέλος πάντων βγήκε ο ήλιος και τα νερά τραβηχτήκανε. Ζεύω το αμάξι και βάζω τη γυναίκα μου μέσα, τη σκέπασα καλά καλά και αναχωρήσαμε για το χωριό.
Εν τέλει φθάσαμε στο χωριό μας Ανάβυσσο και ο κόσμος μας κοίταγε κι έλεγε: "Αυτοί οι άνθρωποι τι πάθανε: "Δεν ξέρανε που είχαμε μείνει στο χωράφι. Ούτε ξέρανε ότι είχε γεννήσει η γυναίκα μου.
Μόλις φτάσαμε στο σπίτι, μαζεύτηκε όλος ο κόσμος για να μάθει τι έχομε πάθει. Μετά τρέξανε να φωνάξουνε το γιατρό. Ηρθε ο γιατρός. Μόλις μπήκε στο σπίτι εγώ αμέσως σηκώθηκα και παρακάλεσα το γιατρό: "Αμάν κύριε γιατρέ να μας σώσεις διότι κινδυνεύει η γυναίκα μου και το παιδί μου"
Μη φοβάσε παιδί μου, πρώτα ο Θεός και δεύτερον εγώ, ό, τι μπορώ θα κάνω , θα βάλω όλη τη δύναμη μου."
Κι εγώ έπεσα στα πόδια του και φίλησα τα χέρια του.
" Εμένα μην παρακαλάς και από μένα πιο μεγάλος είναι ο θαυματουργός."
Επειτα άρχισε να βάλει ένεση και φάρμακα και 3 ημέρες συνέχεια ο γιατρός δεν έφευγε απ' το σπίτι μου. Αλλά όσο πήγαινε η γυναίκα μου, αντί να γίνει καλά χειροτέρευε.
Τώρα ο γιατρός φοβήθηκε και μου δίνει θάρρος. Αλλά και ο ίδιος κατάλαβε που κινδυνεύει η γυναίκα. Τότε αναγκάστηκα την άλλη μέρα να διατάξει να πάει η άρρωστη στο νοσοκομείο μαζί με το μωρό. Και μεις αμέσως παίρνομαι ένα ταξί και πάμε στο νοσοκομείο. Εκεί πέρα όλοι οι γιατροί με την επιστήμη τους μαζευτήκανε στο κεφάλι της. Ενας ένας κάνανε εξέταση για να τη γλυτώσουνε, αλλά ήταν αδύνατον να τη σώσουνε. Την άλλη ημέρα πέθανε η γυναίκα μου.
Εγώ νύκτα μέρα κοντά της καθόμουνα. Την τελευταία ώρα γυρνάει το κεφάλι της προς εμένα και λέγει : "Εγώ φεύγω, όμως ένα λουλούδι σου αφήνω. Να έχεις την εντολή μου, να το ποτίζεις για να μη μαραζώσει". Αυτά είπε και σήκωσε τα μάτια της στον ουρανό, παρατήθηκε.
Εγώ εκείνη την ώρα πήγα να τρελλαθώ. Αμέσως ήρθανε οι νοσοκόμες με πιάσανε με' εβγάλανε έξω. Εγώ να φωνάζω:
"Σας παρακαλώ, αν την ξαναδώ για τελευταία φορά μήπως θα μιλήσει".
Ολες οι νοσομόμες αρχίσανε και κλαίγανε, μετά τηλεφωνήσαμε στο χωριό και ήρθανε οι συγγενείς μου. Πήραμε το λείψανο και πήγαμε στο χωριό. Μόλις φθάσαμε εκεί μαζευτήκανε όλος ο κόσμος, αρχίσανε και κλαίανε. Την κηδέψαμε. Αλλά το παιδί γλύτωσε και έπειτα το δόσαμε στο βρεφοκομείο και σιγά σιγά το παιδί μεγάλωσε και εκεί το βαπτίσαμε και ονομάσαμε το παιδί Νίκο. Αυτά άς τ' αφήσουμε εκεί, τώρα να έρθομε εδώ, διότι έχω άλλο βάσανο. Μιά παροιμία λέει:
"Για να κερδίσομε 10 δραχμές απ' έξω, χάσαμε 50 δραχμές από το σπίτι." Και εγώ το ίδιο έπαθα. Η γυναίκα να έρθει κοντά μου να δουλέψει μία μέρα, για να κερδίσω ένα μεροκάματο και έχασα 100 μεροκάματα. Διότι εγώ έσπειρα 10 στρέμματα χωράφι για να κερδίζω 5000 δραχμές.Καλά, πές ότι θα πάρω 500 δραχμές, τώρα τι γίνεται; Εγώ εξόδεψα 3000 δραχμές. Εκτός απ' αυτό θέλω να φύγω , ώσπου να βγει η παραγωγή. Κι αναγκάστηκα να παίρνω βερεσέ απ' το μπακάλη μέχρι την παραγωγή. Μεζεύτηκαν 2000 δραχμές. Ομως έχω και άλλο λογαριασμό. Διότι για να έρθει η παραγωγή στο σπίτι, έχω και άλλα έξοδα.
Θέλω θεριστικά θέλω κουβαλήματα , θέλω και αλωνιστικά. Και λογαριάζω αυτά, μαζεύονται άλλες 3000 δραχμές. Και όλο το ποσόν μαζεύεται ο λογαριασμό σύνολο 8 χιλιάδες δραχμές.
Τώρα και συ να έρθης στη θέση μου τι θα κάνεις; Ξέρω τι θα μου πεις:
"Να πας να δουλέψεις μεροκάματο".
Και γω το ίδιο έκανα. Σηκώθηκα πήγα στο Λαύριο και δούλεψα 2 χρόνια στα μεταλλεία και μέσα στη γαλαρία και με λάμπες και το ημερομίστιο 30 δραχμές.
Και αυτά όλα γίνονται χρονολογία 1928. Μετά δύο χρόνια έφυγα απ' εκεί και ήρθα στο χωριό, και ο πατέρας μου και η μάνα μου περιμένανε από μένα ψωμί. Αλλά από μένα δεν περίσευαν παραπάνω από 10 δραχμές απ' το μεροκάματο, διότι ίσα ίσα 20 δραχμές για μένα έφθαναν και δεν έφθαναν. Τι να κάνω, τέλος πάντων, λέγω στους γονείς μου: Εχω 200 δραχμές πάρετε αυτά, μετά ο Θεός μεγάλος, ώσπου να φαγωθούν αυτά τα λεπτά. Μετά λέγει η μαμά μου : "Τι να κάνομε , από καθόλου , πάλι καλά είναι".
Μετά δύο τρεις ημέρες, έφυγα από το χωριό και ήρθα εις την Αθήνα να βρώ δουλειά να δουλέψω. Αλλά που να βρω δουλειά, δεν γνωρίζω κανένα. Λέγω, ας πάω στο Μοσχάτο, διότι έχω εκεί πέρα δύο τρεις πατριώτες. Δεν έχασα καιρό πήγα στο Μοσχάτο. Πάγω σ' εσένα καφενείο, κάθομαι πολύ ώρα. Λέγει ο Καφετζής:
-"Δε μου λες πατριώτη, τι περιμένεις τόσην ώρα εδώ πέρα;
-Εδώ δεν είναι Μοσχάτο;
-Ναι, λέγει.
-Καλά έμαθα ότι έχω πατριώτες μου εδώ.
-Από που είσαι παιδί μου;
-Μικρασιάτης είμαι.
-Και εγώ είμαι Μικρασιάτης παιδί μου. Από ποιό χωριό είσαι;
-Από τη Νίγδη είμαι.
-Από μέσα είσαι ή από χωριό;
-Οχι, από χωριό είμαι.
-Καλά πως το λέγανε το χωριό σου;
-Το χωριό μου το λέγανε Ενεχίλ. Μόλις άκουσε Ενεχίλ , ξαναρωτάει:
-Αλήθεια λες;
-Ναι, λέγω
-Ποιανού είσαι;
-Του Ασλάνογλου Ιωάννου είμαι.
-Τι λες βρε παιδί μου κι εγώ απ' εκεί είμαι.
-Το γέρο πατέρα σου και τη μάνα σου γνωρίζω καλά. Μάλλον έχομε και μιά μικρή συγγένεια.
Αλλά εγώ που να γνωρίζω , αυτός είναι 65 χρονών και έφυγε απ' το χωριό μας το 1912. Και η συνάντηση γίνεται το 1929. Με ρωτάει:
-Που μένουν οι γονείς σου, σε ποιό χωριό είναι;
-Το χωριό μας είναι κοντά στο Λαύριο. Απ την Αθήνα μέχρι το χωριό μας η απόσταση 50 χλμ. Είναι συνοικισμός καί λέγεται Ανάβυσσος.
-Καλά , γιατί ήρθες συ εδώ;
-Εγώ ήρθα εδώ να δουλέψω.
-Καλά δουλειά υπάρχει εδώ αρκεί να έχει όρεξη.
-Εάν δεν είχα όρεξη δεν θαρχόμουν εδώ.
-Ολα, καλά, τόσες ώρες που συζητάμε με γνώρισες;
-Οχι. Ποιός είσαι συ;
-Εγώ είμαι του Ασλάνογλου ο Ηλίας.
Και ήρθε κοντά μου και με φίλησε στα μάτια κι εγώ του φίλησα τα χέρια.
Μετά λέγω:
-Ο πατέρας μου έλεγε ότι ο θείος σου Ηλίας είναι στην Ελλάδα, αλλά εγώ ήμουνα μικρός, μόνο άκουσα το όνομα του. Και ο θείος μου Ηλίας ήταν στρατιώτης στη Μικρασία το 1911 και πως κατόρθωσε έμεινε στην Ελλάδα.
Το βράδυ πήγαμε στο σπίτι του. Είχε οικογένεια και με καλοπιάσανε , μιά εβδομάδα έμεινα στο σπίτι του.
Μια μέρα που καθόμασταν στο καφενείο έρχεται ένας κύριος και ρωτάει τον θείο μου αν υπάρχουν εργάτες εδώ, για να δουλέψουνε. Λέγει ο θεός μου, μπορούμε να βρούμε 56 εργάτες. Λέγει αυτός, όχι μόνον 56, θέλω πολλούς εργάτες.
Οχι κύριε, πολλούς εργάτες δεν έχουμε (διότι τότες πολύ λιγοστοί ήταν οι εργάτες).
Και με ρωτάει ο θείος
-Πας να δουλέψεις;
-Γιατί να μην πάω, για δουλιά δεν ήρθα;
Βρήκαμε άλλους 5 εργάτες , είμαστε εν τάξει. Ρωτάμε τον Κύριο:
-Τι μεροκάματο θα μας πληρώσεις, και που θα πάμε να δουλέψομε;
-Ακούστε παιδιά, θα σας πληρώσω 80 δραχμές ημερομίσθιο και θα σας πάω στην Πάρνηθα. Εκεί φτιάχνομε δρόμο. Θα κοιμηθήτε εκεί έχομε παράγγες. Και για το φαγί έχω καντίνα, ό,τι φαγί θέλετε έχει. Κάθε 15 μέρες πληρωμή. Και ό,τι φάτε μέχρι την πληρωμή θα κρατήσομε απ' αυτά τα λεφτά σας. Θα σας δώσω μάρκες, κάθε μάρκα γράφει 5-10-20 δραχμές. Θα πάρει 100 δραχμών διάφορες μάρκες.
Οσα εξοδέψεις μέχρι την πληρωμή. Ο κανονισμός της εργασίας μας αυτός είναι. Εάν σας συμφέρει , αύριο το πρωί να έρθητε."
Δεχτήκαμε και την άλλη ημέρα πήγαμε 5 εργάτες εις την Πάρνηθα και αναλάβαμε την εργασία μας, και δουλέψαμε 2 μήνες, και πολύ καλά περάσαμε. Ομως απ' τη παρέα μου οι τρεις πήρανε απόφαση να φύγουνε.
-Γιατί βρε παιδιά θα φύγετε αφού περνά με καλά. Μεροκάματο πληρωνόμαστε καλό, από 80 έγινε 90 τι άλλο θέλετε;
Και κάθε μήνα 10 δραχμές έχει αύξηση, μέχρι 120 δραχμές, θα φθάσει το ημερομίσθιο. Και όσο θέλεις να δουλέψεις παραπάνω από 120 δρχ. περισσότερο δεν έχει, ακόμα τι θέλετε".
Αυτοί απάντησαν όχι θα φύγομε, διότι από τώρα και ύστερα θα κάνει κρύο, και η εποχή ήταν Νοέμβριος - μήνας έτος 1929. Τι να κάνομε, και μεις αναγκαστήκαμε να φύγομε, εφόσον φεύγει η παρέα μας. Κάνανε το λογαριασμό μας με την εταιρία. σηκωθήκαμε και φύγαμε.
Ηρθαμε στην Αθήνα μετά δύο ημέρες έπιασα δουλειά στην Ομόνοια. Τότες ακόμα ο ηλεκτρικός δεν πήγαινε ως την Ομόνοια. Το 1929 είχε αρχίσει η εργασία της Ομόνοιας. Δουλέψαμε ένα χρόνο και καταλήξαμε τη γραμμή του Ηλεκτρικού μέχρι έξω στην Αθήνα. Και απ εκεί πέρα δεν προχώρησε κατά τη Νέα Ιωνία και σταμάτησε εκεί.
Τα έργα αυτά έγιναν επί Κυβερνήσεως Ελευθερίου Βενιζέλου, τα ημερομίσθια μας ήτανε 80 δραχμές. Τρεις βάρδιες εργάτες δουλεύανε ανά 8ώρο κι εκεί περνάγαμε καλά.
Μιά μέρα που είχα νυχτερινή βάρδια , χωρίς να ξέρω τίποτα , πήγα κατά τις 10 η ώρα το βράδυ στη δουλειά μου. Το δικό μου συνεργείο δούλευε στη οδό Γ' Σεπτεμβρίου αυτός ο δρόμος ήταν όλος ανοιχτός, 5 μέτρα βάθος, από την Ομόνοια μέχρι έξω από την Αθήνα. Το εργατικό Σωματείο είχε πάρει απόφαση, να γίνει απεργία , να ζητήσουν αύξηση από την κυβέρνηση. Εγώ που να ξέρω ότι κάνανε απεργία ούτε και ξέρω τι είναι απεργία. Τέλος πάντων, κατεβαίνω κάτω, πιάνω δουλειά. Μαζι μου ήταν άλλοι 34 εργάτες κάτι γέροι. Αρχίσαμε και δουλεύαμε. Βλέπω οι άλλοι εργάτες δεν είχαν έρθει. Λέγω σ' αυτούς που δουλεύανε μαζί μου .
Δε μου λέτε παιδιά που είναι οι άλλοι εργάτες, μήπως δεν είναι ακόμα η ώρα και πιάσαμε δουλειά;
Λέγει ο ένας:
-Κανονική ώρα πιάσαμε δουλειά.
-Γιατί δεν ήρθανε κι άλλοι εργάτες;
-Σήμερα έχομε απεργία για αυτό δεν ήρθανε.
Εγώ δεν κατάλαβα τίποτα, ούτε απεργία τις είναι δεν ήξερα, και συνέχεια δούλευα και μετά δύο ώρες βλέπω έναν όγκο κόσμο. Ερχονται προς εμάς καμμιά δεκαριά παλληκάρια. Κατεβήκανε κοντά μας και αρχίσανε να μας βαράνε. Εγώ φωνάζω
-Βρε αδελφέ τι έκαναν εγώ και με βαράτε;
-Δεν ξέρεις που έχομε απεργία;
-Τι είναι απεργία;-
-Αυτός ο άνθρωπος δεν ξέρει τίποτα, να το πούμε να καταλάβει.
-Ακου παιδί μου να καταλάβεις τι είναι απεργία. Οσοι εργάτες είμαστε εδώ που δουλεύομε έχομε Σωματείο. Χτες είπε ο Προέδρος του Σωματείου "αύριο έχομε απεργία να μαζευτήτε όλοι στο Εργατικό Γραφείο, εκεί θα βγάλω λόγο και θα ζητήσομε αύ ξηση απ' τον Πρωθυπουργό κ. Βενιζέλο. Κατάλαβες τώρα;
-Μάλιστα.
-Πάμε τώρα.
Και πήγαμε στην πλατεία Κεντρικού Ταχυδρομείου, είναι εκεί το Γραφείο μας. Ολοι μπήκαμε μέσα. Ο Πρόεδρος του Σωματείου έβγαζε λόγο με μεγάφωνο. Τι λέγει, εδώ δεν καταλάβαινα τίποτα. Και ούτε τι έγινε έμαθα. Μετά διαλύσανε και φύγαμε. Πηγαίνοντας στο δρόμο ρωτάω ένανε. Αύριο θα έρθομε στη δουλειά;
-Αύριο έλα εσύ εδώ άμα βλέπεις ότι όλοι πιάνουνε δουλειά να πιάσεις και συ. Αν δεν είναι κανένας, να φύγεις ώσπου να λήξει η απεργία.
Κι εγώ 3 ημέρες πήγαινα, δεν ήτανε κανένας και έφευγα. Μετά 4 μέρες έληξε η απεργία και δουλεύαμε. Δουλεύοντας ρωτάω ένανε.
-Τι έγινε η απεργία που κάναμε;
-10 δραχμές αύξηση και από μία μπότα για να μην κρυώνουν τα πόδια μας.
Διότι το μέρος που δουλεύαμε είχε λάσπη και νερό. Δεκέμβρη μήνα κάνει κρύο και άλλο τίποτα δεν έχομε, λέγει. "Εχομε και τσάϊ θα βάλουνε ένα μεγάλο καζάνι και θα απασχοληθεί ένας εργάτης . Οτι ώρα θέλεις θα πάς εκεί στο καζάνι κοντά. Εχει κύπελλο, γεμίζεις το κύπελλο και πίνεις.
Τέλος πάντων, δουλέψαμε κι εκεί ένα χρόνο μέχρι 1930. Μετά σταμάτησαν τα έργα αυτά.
Και τα υπόλοιπα έργα άρχισαν μετά τον πόλεμο δηλαδή το 1950 άρχισαν τα έργα αυτά για να πάγει η γραμμή ως τη Νέα Ιωνία και Μαρούσι, Κηφισιά. Μετά απ αυτά όλα, πήγα στον πόλεμο 1940.
Η κλάση μου ήταν το 1932. Πρώτα μας καλέσανε για νέα όπλα στις 10 Σεπτεμβρίου και μας στείλανε στην Καστοριά. Εκεί 20 ημέρες γυμνάσια. Μετά περιμέναμε για να απολυθούμε. Σήμερα αύριο θα πάμε στα σπίτια μας, λέγαμε. Επειτα στις 3 η ώρα νύχτα ακουγότανε ο κρότος του πυροβόλου. Και ημείς ήμασταν σ ένα χωρίον που ονομάζετο Μεσοποταμία, απ' την Καστοριά 7 χιλιόμετρα μακριά. Και ακριβώς ημέρα ήταν Κυριακή 27 Οκτωβρίου, που άκουα μεν το πυροβόλο. Ρωτάμεν τον λοχία:" Κύριε λοχία τι είναι αυτό που ακούεται:"
"Ιταλοί είναι κάνουνε βολή "
Δεν ήξερε και αυτός.
Ο λοχαγός μας εκείνη την ημέρα ήταν στην Καστοριά. Βλέπομε τα πρωϊ να έρχεται ο λοχαγός καβάλα στο άλογο. Μόλις ήρθε, φωνάζει τον επιλοχία. Δίνει διαταγή να κάνει γενικό προσκλητήριο, να συγκεντρωθούν όλοι, και ασθενείς και μάγειροι , και όσοι είναι υπηρεσία.
Μαζευτήκαμεν και λέγει ο λοχαγός. "Ακούτε παιδιά μου έχω δυσάρεστα νέα, όμως να μη στεναχωρηθήτε καθόλου, διότι όπως είμαστε ημείς, και αυτοί σαν κ' εμάς άνθρωποι είναι. Μόνο ψυχραιμία χρειάζεται και θάρρος. Οταν ακούνε πως έρχεται Ελληνικός στρατός , όλοι οι Ιταλοί φοβούνται.
Οχι μόνον οι Ιταλοί, όλος ο κόσμος, γιατί είναι ξακουστός ο ελληνικός στρατός. Για την πατρίδα οι πατεράδες μας και οι παππούδες χύσανε το αίμα τους. Και μεις με τη δύναμη του Θεού θα τους νικήσουμε. Εμπρός, να ετοιμασθήτε. Πάρτε τα όπλα σας. Να θυσιάσουμε τη ζωή μας, για την πατρίδα και την οικογένεια μας, και η Παναγιά μαζί μας. Εμπρός παιδιά μου."
Τότε ημείς πήραμε θάρρος και φωνάξαμε "Ζήτω ο ελληνικός στρατός. Εμπρός παιδιά, να πολεμήσουμε με όλη μας την καρδιά."
Και κείνη την ώρα ξεκινήσαμε απ' τη Μιεσοποτομία προς το μέτωπο. Η ώρα ήταν απόγευμα. Ολη την νύκτα πορεία. Αρχισε βροχή , κακό μέχρι το πρωϊ. Φτάσαμε σ' ένα χωριό Οινόη εκεί κάναμε κατασκήνωση και ξεκουραστήκαμε μία ώρα.
Επειτα δόθηκε διαταγή του λοχαγού να αναλάβουμε υπηρεσία. Εμείς ήμαστε τηλεφωνητές. Υπαγόμασταν στην πυροβολαρχία του πυροβολικού. Η πυροβολαρχία μας αποτελείται από 3 τηλεφωνητές, κανονισμό βολής και παρατηρητές. Η κάθε διμοιρία έχει ειδικότητα και μεις αναλάβαμε τα καλώδια για να τα απλώσομε στη γη. Το κέντρο μας η Οινόη. Απ'το κέντρον πιάνομεν τα καλώδια για να πάμε 10 χιλιόμετρα μακριά. Το κέντρο αποτελείται από 10 τηλεφωνικούς σταθμούς. Και ο κάθε σταθμός χώρια ο ένας από τον άλλον. Εμείς αποτελούσαμε τον έβδομο σταθμό.
Θα πάμε στα Χιονάτα, είναι ελληνικό χωριό, στα σύνορα της Αλβανίας ακριβώς, τριακοστόν φυλάκιον. Εκεί είναι και οι άλλοι σταθμοί, σε διάφορα βουνά. Και με χιόνι και με βροχή, μέσα στο αντίσκηνο. Εμείς όμως ήμασταν τυχεροί και πέσαμε στα σπίτια του Χιονάτα.
Αλλά δεν υπάρχει κόσμος, διότι η διαταγή του στρατηγού του Τρίτου Σώματος Θεσσαλονίκης έλεγε ότι όσοι Ελληνες ήταν στα σύνορα να οπισθοχωρήσουνε από την Καστοριά, για να μη γίνει ζημιά στον άμαχο πληθυσμό. Γι αυτό δεν ήταν κανένας μέσα στο χωριό.
Μόλις μπήκαμε μέσα στο χωριό τι να ιδείς;
Τα αγελάδια, τα μοσχάρια τα γουρούνια τα πρόβατα οι κότες να γυρίζουν μεσ' στο χωριό. Να φάμε απ' αυτά δεν μπορούσαμε χωρίς την εντολή του λοχαγού.
Ο λοχίας μας τηλεφώνησε στο κέντρο: "Κύριε λοχαγέ σ' αυτό το χωριό μέσα υπάρχουν τόσα ζωντανά, μπορούμε να φάμε κανένα;"
Απαντάει ο λοχαγός:"Βρε κουτέ, μεθαύριο άμα θα έρθουν οι Ιταλοί δεν θα αφήσουν τίποτα. Γι' αυτό να τα φάτε εσείς".
Τότε αρχίσαμε και μεις να τρώμε ότι βρίσκαμε κοτόπουλα, μοσχάρια, χοιρινά. Κάθε ημέρα τρώγαμε διάφορα ζωντανά και τις 15 ημέρες που περάσαμε σ' αυτό το χωρίο, ούτε ο βασιλέας δεν τις πέρασε. Στις 12 Νοεμβρίου του 1940, οι Ιταλοί αρχίσανε επίθεση από βραδύς μέχρι το πρωί. Βαράγανε βαριά πυροβόλα και όλμοι τη νύχτα. Γινότανε τόση σκληρή μάχη. Τα βλήματα πέρναγαν από πάνω μας. Και μεις κρυφτήκαμε μεσ' στα χαρακώματα μέχρι το πρωϊ. Παρακαλέσαμε τους άγιους για να μας σώσουν και λέγαμε ο ένας στον άλλονε ότι αν πάγει έτσι ο πόλεμος δεν θα γυρίσει κανένας στην πατρίδα. Την άλλη ημέρα ήρθε ο λοχαγός από το κέντρον και λέγει: "Πως περάσατε παιδιά μου απόψε;"
"Κύριε λοχαγέ απώλειες δεν έχομε, σεις έχετε τίποτε ζημιές;"
"Και μεις δεν έχομε απώλειες".
"Λέγαμε μέχρι το πρωί δεν θα μείνει κανένας" "Αλλοίμονο , αν όσα βλήματα πέφτανε σκοτώνανε το στρατό. Τότες σε 24 ώρες θα χαθή όλη η Ελλάδα. Τότες μόνον αν πέσει απάνω σας σκοτώνει το βλήμα".
Είχαμε λίγες απώλειες σ' αυτό το μέτωπο. Εμείς ήμασταν 34ον φυλάκιον στην πρώτη γραμμή. Κομηνά το ονομάζεται αυτό το χωριό απέναντι φαινοτανε όλα τα χωριά της Αλβανίας.
Υστερα έγινε επίθεση στας 22 Νοεμβρίου εναντίον των Ιταλών. Σε τρεις ημέρες καταλάβαμε το Μοράβα όπισθεν της Κορυτσάς. Εκει ήταν μεγάλο οχυρό ιταλικό. Πήραμε πολλά λάφυρα από τους Ιταλούς : Πυρομαχικά αυτοκίνητα και διάφορα άλλα πράγματα.
Και μετά κάναμε άλλη μια επίθεση. Που να κρατηθούν οι Ιταλοί, παρατάνε ότι έχουν και δεν έχουν. Σε μιά νύχτα εφθάσανε στο Ελπασάν και εκεί μέχρι τέλος βαστήξανε. Και μεις φθάσαμε μέχρι Πόγραδετς και μέχρι στην οπισθοχώρηση μείναμε εκεί.
Εξ μήνες πολεμήσαμε σκληρά. Οτι να κάναμε πάρα πάνω , δεν μπορούσαμε, διότι κατά το μήνα Απρίλιο οι Γερμανοί κάνανε επίθεση εναντίον της Ελλάδος. Τότες αναγκαστήκαμε να οπισθοχωρήσομε. Απ' το Πόγραδες ήρθαμε πεζή στα Γιάννενα. Οι Γερμανοί μας προλάβανε ακριβώς στα Γιάννενα. Και μεις το Μεγάλο Πάσχα το κάναμε μέσ' στά Γιάννενα. Αλλά εκείνες τις ημέρες γινότανε βομβαρδισμός μέσα στα Γιάννενα. Εγινε μεγάλη καταστροφή και σκοτώθηκαν πολύς άμαχος πληθυσμός . Και εάν συνεχίζονταν ακόμα τρεις ημέρες θα γινότανε τα Γιάννενα στάχτη.
Την άλλη ημέρα του Πάσχα ακούαμε απ' το ράδιο ότι ο βασιλεύς Γεώργιος και οι μεγάλοι της κυβερνήσεως φεύγουνε στο εξωτερικο. Και μετά ακούστηκε ότι έγινε ανακωχή. Ολοι οι στρατιώτες έχουν χαρά και φωναζουνε "Ζήτω".
Εκείνη την ώρα ο λογαχός τους φωνάζει: Παιδιά μη φωνάζετε, διότι ακόμα δεν ξέρομε τίποτα μπορεί να είναι προπαγάνδα των Γερμανών.
Γι' αυτό εγώ να πάγω στα Γιάννενα να μάθω αν είναι θετικό".
Εμείς ήμασταν έξω απ' τα Γιάννενα σ' 'ενα χωριό Πετινή, αντίκρυ στο Μπιζάνι.
Υστερα από τρεις ώρες ήρθε ο λαχαγός και λέγει: Είναι αλήθεια τώρα όμως τι θα κάνομε; Εάν θέλετε να με ακούσετε να σας πω τη γνωμη μου . Τώρα οι Ιταλοί προχωράνε προς τα εδώ, και θα πιαστούμε όλοι αιχμάλωτοι. Για να μη πιαστούμε στα χέρια των Ιταλών, να με ακολουθήσετε. Και όσοι είναι από την περιφερεια των Γιαννίνων να φύγουνε στα σπίτια τους. Οι άλλοι νάρθουν μαζί μου μέχρι την Αθήνα."
Και μεις δεν χάνομε καιρό, "είμαστε μαζί σου κύριε λοχαγέ," του λέμε. Φύγαμε απ' εκεί, εφθάσαμε στην Φιλιππιάδα. Εκει οι Γερμανοί μας σταμάτησαν 8 ημέρες και μας αφόπλισαν. Και έπειτα αφήσανε τους στρατιώτες να φύγουνε. Στο μεταξύ χιλιάδες στρατιώτες μαζεύτηκαν εκεί πέρα στο δρόμο. Ολοι πεζή ήρθαμε στο Αγρίνιο. Εκει μείναμε 3 ημέρες. Αλλά δεν είχαμε να φάμε. Ολες τις ημέρες είμαστε νηστικοί.
Επειτα ήρθε ένας φρούραρχος και έβγαλε λόγο: "Παιδιά μου, τι να κάνομε, η μοίρα μας ήταν έτσι γραμμένη. Να πάτε με το καλό στα σπίτια σας, διότι σας περιμένουν τα παιδιά σας, η οικογενειά σας και οι γονείς σας"
Και μένα το ίδιο, αλλά εγώ δεν θα φύγω ώσπου να τελειώσει ο στρατός μας. Γι' αυτό θα μείνω εδώ." Εμεις φωνάζαμε: "Κύριε φρούραρχε, 5 ημέρες είμαστε νηστικοί πεινάμε, θέλομε κουραμάνα"
Θα σας δώσω κουραμάνα παιδιά μου. Είναι δύο αποθηκες γεμάτες κουραμάνα, θα σας τις μοιράσω"
Διάταξε να ανοίξουν τις αποθήκες, να μοιραστεί από μία κουραμάνα. Ημαστε όλοι στην γραμμή, αλλά μαζεύτηκε παρά πολύ στρατός. Που να φθάση κουραμάνα για όλους . Η διανομή άρχισε, παίρνομε από μία μία.
Σε δύο ώρες η μιά αποθήκη τελείωσε.
Δεν πρόλαβαν ν' ανοίξουν την άλλη αποθήκη και να κάνουν διανομή (γιατί) έφτασαν οι Γερμανοί. Επιτάξανε αμέσως την αποθήκη. Οσοι ήτανε τυχεροί πήρανε. Οι περισσότεροι μείνανε νηστικοί.
Τι να κάνει ο φρούραρχος που να μιλήσει;
Εκείνη την ώρα άρχισε να κλαίει ο φρούραρχος σαν μωρό παιδί. Μεγάλη συγκίνηση μας έπιασε τι να κάνομε και μεις δεν χάνομε καιρό φεύγομε απ' εκεί.
Την άλλη ημέρα φθάσαμε στη Ναύπακτο . Και εκεί καθήσαμε δύο ώρες και λέμε να φύγομε , αλλά από που; Μερικοί λένε να πάμε μέσον Αμφισσας. Αλλοι λένε να πάμε στην Πάτρα. Αλλά για να πάμε στην Αθήνα, πιο κοντά είναι μέσον Αμφισσας. Ομως για να πάμε για Πάτρα έχει θάλασσα. Και ρώταμε αν εκεί έχει μέσον για να πάμε στην Πάτρα. Και λέγει ένας "έχω ένα καϊκι με μηχανή να σας πάγω εγώ , όμως θα μου πληρώσετε από 50 δραχμές." Και μεις δεχτήκαμε.
Προτού πάμε, μας εξηγήθηκε ότι από 60 άτομα παραπάνω δεν παίρνει το καϊκι. Εγώ λέει δύο ώρες κάνω να πάγω και νάρθω. Ολη την ημέρα θα σας κουβαλήσω". Μείναμε σύμφωνοι.
Λοιπόν έφερε το καϊκι και λέγει, ένας ένας να μπήτε μέσα. Δεν πρόλαβε ο άνθρωπος να μετρήσει μπήκανε 100 άτομα. Αυτός φωνάζει "Βρε παιδιά θα μας βουλιάξει το καϊκι και όλοι θα πνιγούμε, να κατεβήτε, θα γυρίσω γρήγορα και θα σας πάρω". Δεν άκουγε κανένας είχαμε δύο ώρες καθυστερηση. Λέει ο ιδιοκτήτης: " Τώρα τι καταλάβατε; Μέχρι τώρα θα είχα έρθει εάν δεν κατεβήτε δεν πρόκειται να πάω".
Ο στρατός φώναζε "δεν θα κατεβούμε". Τι να κάνει ο άνθρωπος ξέρει ότι δεν σηκώνει τόσο βάρος το καϊκι. Αναγκάστηκε να φύγει απ το καϊκι πήγε στο κουμαντατόρ των Γερμανών. Ηταν Γερμανοί και εκεί.
"Επειτα ήρθε ένας Γερμανός. Τραβάγει το πολυβόλο και λέγει "Κατεβήτε όλοι " Τι να κάνουν; θέλουν δεν θέλουν κατεβήκαν. Λέγει ο Γερμανός "Ολοι στη γραμμή. Και ένας ένας να κατεβήτε. Και λέγει τον ιδιοκτήτη: "Μέτρα εσύ όσους θέλεις". Και αυτός μετράει. Μόλις έφθασε 60 άτομα, σηκώνει το χέρι του επάνω να σταματήσει, τους σταμάτησε ο Γερμανός.
Εβαλε μπρος το καϊκι έφυγε. Λέγει ο Γερμανός "Μέχρι το πρωϊ εδώ είμαι. Δεν θέλετε το καλό σας; Γλυτώσατε απ' τον πόλεμο και ήρθατε εδώ να πνιγήτε. Δεν έχετε τα λογικά σας ζώα είσαστε; Ολοι μαζί μπορείτε να πάτε; ξέρετε ότι είναι αδύνατο να πάτε όλοι μαζί γ' αυτό μόνοι σας να σκεφθήτε. Τώρα εγώ φεύγω, κάθε δύο ώρες θα βάλω σκοπό, για να μη γίνει ξανά αυτό που έγινε." Και έτσι όλοι φύγαμε με την ησυχία μας. Ειδ' αλλιώς , ούτε ένας δεν θα πέρναγε. Τέλος πάντων, όλοι περάσαμε να πάρομε το τραίνο για να πάμε στην Αθήνα. Αλλα ούτε τραίνο υπάρχει , ούτε αμάξι υπάρχει. Επιταγμένα όλα. Τι να κάνομε πάλι πεζή θα πάμε;
Ημαστε κουρασμένοι, τα πόδια μας φουσκωμένα. Την ημέρα 10 χιλιόμετρα παραπάνω δεν μπορούμε να βαδίζομε. Ευτυχώς αυτά τα μέρη ήταν καρποφόρα. Οπου περνάγαμε τρώγαμε διάφορους καρπούς.
Εν τέλει φθάσαμε στην Κόρινθο. Αλλά έχει γίνει η πόλις αγνώριστη απ' το βομβαρδισμό.
Ούτε σταθμός έμεινε, ούτε μαγαζιά. Εχει γίνει μεγάλη καταστροφή.
Και απ' εκεί πήγαμε στο σταθμό για να περάσομε να φύγομε. Αλλά είναι περικλυκλομένος από Γερμανούς. Είναι αδύνατο να περάσει κανείς. Κάθε 50 μέτρα σκοπός με πολυβόλο. Ούτε πουλί δεν αφήνουν.
Μας κρατήσανε 8 ημέρες εκεί. Αλλά χιλιάδες στρατός μαζεύτηκε, όλοι νηστικοί, που να βρούνε ψωμί να φάνε τόσος στρατός;
Ηταν ένα χωράφι κοντά μας ίσαμε 10 στρέμματα σπαρμένα με κρομμύδια. Επεσε μέσα όλος ο στρατός για να φάει τα κρομμύδια. Δεν βάστηξε ούτε μία μέρα, την άλλη ημέρα ήταν σκέτο χωράφι, ούτε ένα φύλλο δεν έμεινε μέσα.
Την άλλη ημέρα έρχεται ο νοικοκύρης για να δει το χωράφι του. Τι να δει, το χωράφι είχε γίνει αγνώριστο. Αλλά ο άνθρωπος δεν στεναχωρέθηκε καθόλου. Δεν βαριέσαι λέγει. Παιδιά χαλάλι να σας γίνει , να έχετε την υγείαν σας και να πάτε με το καλό στα σπίτια σας, τα πράγματα ξαναγίνονται.
Και τώρα ο κόσμος δεν ξέρει ακόμα πόσο καιρό θα μείνουν εκεί. Ενας αξιωματικός πήγε στους Γερμανούς. Τους παρακάλεσε και είπε :
"Γιατί μας κρατάτε εδώ, αφήστε τον κόσμο να πάει στα σπίτια του. Ολοι είναι κουρασμένοι πεινασμένοι, ταλαιπωρημένοι, δεν λυπάστε τόσον κόσμο που υποφέρει. Γι αυτό σας παρακαλάμε να μας αφήστε να πάμε στα σπίτια μας"
Απαντάει ο κομαντατόρ:" Σας κρατάμε εδώ, υπάρχει λόγος. Διότι οι Γερμανοί στρατιώτες , τώρα κατεβήκανε στην Αθήνα, κάνουνε παρέλαση.
Εάν σας αφήσουμε μπορεί να γίνει μεγάλο κακό, γι αυτό δεν σας αφήνομε. Για το καλό σας το πολύ ακόμα μιά μέρα σας κρατάμε και έπειτα εγώ θα σας τακτοποιήσω για να πάτε στα σπίτια σας".
Μετά 8 ημέρες ήρθε διαταγή να φύγουν οι στρατιώτες , αλλά ούτε γέφυρα έχει στον Ισθμό ούτε καϊκι. Πως να περάσομε, είναι θαλάσσα. Αμέσως διάταξε ο Γερμάνος αξιωματικός να φέρουν 67 μαουνες.
Δεν πέρασαν δύο ώρες τις ετοιμάσανε. Αλλά πως να περάσομε; Χιλιάδες στρατός μαζεύτηκε, ο ένας τον άλλον σπρώχνει για να περάσει, και όλοι κοντεύουν να πέσουν στην θάλασσα.
Οι Ελληνες αξιωματικοί φωνάζουν: "Παιδιά, μέχρι εδώ ήρθαμε και να πνιγούμε στη θάλασσα; Ποιός τον ακούει , από αγανάκτηση πιο πολλοί έρχονται για να περάσουν. Αλλά η μαούνα γέρνει απ' τη μιά πάντα. Καμμιά εικοσαριά στρατιώτες πέσανε στη θάλασσα. Βλέποντας αυτό οι στρατιώτες που ήταν πίσω τραβήχτηκαν πέρα. Τους βλέπει ο Γερμανός, δεν χάνει καιρό τραβάει με το πολυβόλο μιά δεσμίδα στον αέρα. Αμέσως φύγανε οι στρατιώτες. Υστερα βάλανε σκοπό στην άκρη της θάλασσας. Δύο δύο, τρεις τρεις, αφίνανε να περάσουν. Ετσι μιά χαρά περάσαμε. Λέει ο Γερμανός: Τι καταλάβανε οι πνιγμένοι; Αν καθόντανε 23 ώρες, δεν θα γινότανε αυτό το κακό ."
Τέλος πάντων, περάσαμε απ' την άλλη μεριά.
Ηταν βιαστικός ο κόσμος απέναντι. Περιμένει τραίνο για να προλάβει. Και ώσπου να φθάσομε εμείς το τραίνο έχει γεμίσει. Οχι μόνο μέσα, αλλά και από πάνω και απ' τα πλάγια, το τραίνο δεν φαινόταν από το στρατό. Και νομίζεις ότι έχουν γίνει ένα σώμα. Μερικοί με ένα χέρι ήταν πιασμένοι απ' την πόρτα του τραίνου. Που να ζυγώσεις εκεί κοντα.
Η ώρα 10 το βράδυ σκοτεινά, ημείς συνενοηθήκαμε με την παρέα μας να πάμε καλύτερα πεζή παρά με το τραίνο. Ημαστε και κουρασμένοι. Αλλά τι να κάνεις , θέλεις και δε θέλεις θα πας.
Σιγά Σιγά βαδίζαμε περνάγαμε από χωριό σε χωριό κάναμε 4 ημέρες, ώσπου να έρθομε στην Αθήνα απ' το Λουτράκι, διότι ήμαστε κουρασμένοι. Και μετά περάσαμε απ' την Ελευσίνα, για να φθάσομε το βράδυ στο Χαϊδάρι.
Περνώντας απ' την Ελευσίνα ήρθε ένας γέρος μπροστά μας "Γεια σας παιδιά μου λέει, καλή νίκη" Και μεις είπαμε:" Ευχαριστώ πολύ παππού". Ακούτε παιδιά μου θα σας πω κάτι. Αν θέλετε να με ακούτε, καλώς. Για το δικό σας το καλό. Αν δεν με ακούτε στο καλό σας."
Ημείς είπαμε:
-Λέγε σας ακούμε.
-Απεδώ να μην περάσετε , διότι όσοι στρατιώτες περάσανε απ' εδώ, τους κρατήσαν οι Γερμάνοι. Ολους τους βάζουνε στην αγγαρία και στο τέλος τι θα κάνουν δεν το ξέρομε."
Και μεις τότες , που να πάμε απ' εκεί.
-Μπάρμπα, από που να πάμε, να μας οδηγήσεις.
-Ελάτε παιδιά κοντά μου, να πάμε στο χωριό μου. Πρώτα να κοιμηθήτε στο σπίτι μου, το πρωϊ με το καλό να πάτε στα σπίτια σας. Θα σας δείξω ένα μονοπάτι, δεν θα σας πειράξει κανένας.
Εμείς ήμαστε μιά παρέα 15 άτομα, τι να κάνομε. Πήγαμε στο χωριό του, το λένε Καλύβια Χασιάς. Μόλις ήρθαμε το σπίτι του:
-Καλώς τα παιδιά μου τι γίνεστε και πως τα περάσατε;
Και μεις απαντάμε:
-Δεν τα περάσαμε καλά, αλλά ας λέμε καλά.
Εεε παιδιά μου είχαμε πόλεμο. Εχει και τα καλά του έχει και τα κακά του. Παιδιά μου, όσοι περάσανε απ' το χωριό μας αλλάξανε τα στρατιωτικά ρούχα και φορέσανε πολιτικά ρούχα.
Διότι άμα βλέπουνε οι Γερμανοί με χακί, τους πιάνουνε. Οτι κάνανε οι άλλοι να κάνετε και σεις. Να σας δώσω από ένα σακάκι και ένα πανταλόνι και να φύγετε."
Εμείς τι ξέραμε παρά πέρα τι γίνονταν, δεχτήκαμε. Μας έδωσε πολιτικά ρούχα. Ολοι φορέσαμε κάτι ρούχα σκισμένα μπαλωμένα. Είπαμε, "δε βαριέσαι". Το βράδυ κοιμηθήκαμε , το πρωϊ σηκωθήκαμε και παίρνομε δρόμο. Μας έδειξε ένα μονοπάτι. Βλέπετε το βουναλάκι εκείνο; Ανάμεσα απ' εκεί θα πάτε και θα κατεβήτε στο Χαϊδάρι. Μας χαιρέτησε φύγαμε.
Καθώς πηγαίναμε, ένας άλλος γέρος ήρθε μπροστά μας.
-Γειά σας παιδιά μου.
-Γειά σου μπάρμπα.
-Τι γίνεστε;
-Καλά.
-Καλά, που είναι τα στριατωτικά σας ρούχα;
-Απ' αυτό το χωριό μας βρήκε ένας γέρος και μας είπε "αυτά κι αυτά συμβαίνουν" και μεις τον πιστέψαμε. Αφήσαμε σ αυτόν τα ρούχα μας στο σπίτι του και μας έδωσε παλιά ρούχα.
Ο γέρος γέλασε.
Γιατί γελάς μπάρμπα;
Αχ παιδιά μου και σεις πέσατε στα χέρια του παλιανθρώπου. Αυτός πολλούς στρατιώτες τους γέλασε σαν κ' εσάς και αφήκαν τα ρούχα τους. Ενώ ούτε Γερμανοί πειράζουν ούτε Ιταλοί, όσους περνάνε απ' εδώ.
Και μεις είπαμε να πάμε πίσω να τον δείρομε αυτόν τον παλιόγερο που μας έκανε τέτοια παλιανθρωπία. Μερικοί είπαν:"Αστα να φύγομε και να μη χασομεράμε."
Κι έτσι προχωρήσαμε και ήρθαμε στα σπίτια μας. Ετσι πέρασε η ζωή μας.
Αναστάσιος Ι. Ασλάνογλου
|
ΟΙ
ΣΕΛΙΔΕΣ ΑΝΑΝΕΩΝΟΝΤΑΙ ΚΑΙ ΕΜΠΛΟΥΤΙΖΟΝΤΑΙ
ΣΥΝΕΧΩΣ! |