ΕΡΕΥΝΑ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΣΠΗΛΑΙΟΥ ΣΤΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ ΣΑΛΑΜΙΝΟΣ

ΑΝΑΣΚΑΦΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ 1996
 Μεθοδολογία - αποτελέσματα της έρευνας

Τα εξαιρετικά αποτελέσματα από τη συνέχιση της συστηματικής ανασκαφής στους χώρους του ιστορικού σπηλαίου και από τη διεξαγωγή της επιφανειακής έρευνας, ιδιαίτερα στην περιοχή Γκίνανι βορείως του σπηλαίου, όπου προέκυψαν σημαντικά στοιχεία για την κατοίκηση στην περιοχή κατά τους ύστερους Μυκηναϊκούς και Υπομυκηναϊκούς χρόνους, δίδουν νέα τροπή στην αρχαιολογική έρευνα στο νότιο τμήμα της νήσου, έρευνα που διευρύνεται μάλιστα κατά τα τελευταία δύο έτη με τη δραστηριότητα της κας Ιφιγένειας Δεκουλάκου στη θέση Κολώνες.

Τα ευρήματα που προήλθαν από την ανασκαφή του 1996, σε συνδυασμό με το πλήθος των μαρτυριών που προέκυψαν από τις ανασκαφές των δύο προηγουμένων ετών (1994-1995), επιβεβαιώνουν με εντυπωσιακό τρόπο τις ποικίλες χρήσεις του σπηλαίου στα Περιστέρια κατά τη διάρκεια διαφορετικών φάσεων της Ελληνικής Προϊστορίας, Πρωτοϊστορίας και Ιστορίας από τις αρχές της Νεώτερης Νεολιθικής εποχής (τέλη της 6ης χιλιετίας π.Χ.) έως τους ώριμους χρόνους της Φραγκοκρατίας (τέλη 13ου - αρχές 14ου αιώνα μ. Χ.): Χρησιμοποιήθηκε, διαδοχικά, ως χώρος εποχικής ανθρώπινης εγκατάστασης και πολλαπλής δραστηριότητας (κατά την Νεώτερη Νεολιθική εποχή), ως σπήλαιο ενταφιασμών (κατά την Ύστερη Μυκηναϊκή εποχή), ως ησυχαστήριο ενός μεγάλου επωνύμου (κατά τον 5ο αιώνα π.Χ.), αργότερα ως ιερός χώρος άσκησης της Σαλαμινιακής λατρείας (κατά τη Ρωμαϊκή εποχή) και, τέλος, ως καταφύγιο και φυσικό “θησαυροφυλάκιο”, σε περίοδο κινδύνου στα χρόνια της Φραγκοκρατίας.

Κατά τη φετινή ανασκαφική περίοδο στο σπήλαιο, πραγματοποιήθηκαν οι εξής εργασίες:
 
 

Ολοκληρώθηκε η ανασκαφή του εσώτατου τμήματος του μικρού παράπλευρου σπηλαίου (Χώρου ΙΙ).

Ολοκληρώθηκε επίσης, η ανασκαφή του Ανδήρου (Χώρου Ι), με την αφαίρεση μικρών τμημάτων (στενών λωρίδων) επίχωσης που είχαν αφεθεί ως μάρτυρες στο τέλος της περσινής ανασκαφικής περιόδου.

Ανεσκάφησαν πλήρως οι Χώροι ΙV Α, Β, Γ, Δ, στο εσωτερικό του μείζονος σπηλαίου. Η ανασκαφή στους χώρους αυτούς προχώρησε σε βάθος μέχρι το φυσικό σταλαγμιτικό δάπεδο και είχε εντυπωσιακά αποτελέσματα. Οι ισχυρά διαταραγμένες επιχρώσεις των συγκεκριμένων χώρων περιείχαν ανάμικτα ευρήματα, κυρίως της Νεολιθικής, της Κλασικής και της Ρωμαϊκής εποχής. Κεραμικά ευρήματα (100 περίπου όστρακα γραπτών αγγείων) των ύστερων Μυκηναϊκών χρόνων σημειώθηκαν κυρίως στο ανώτερο στρώμα της επίχωσης στον Χώρο (Διάδρομο) IV Α-Β.

Ο Διάδρομος IV Α-Β αποτελεί διακλάδωση (με κατεύθυνση προς Βορράν) από το μέσον περίπου του μακρού στομίου (Χώρου ΙΙΙ) του κυρίου σπηλαίου και οδηγεί στο σημαντικότατο, όπως έδειξαν τα ευρήματα, Χώρο (Θάλαμο) IV Γ. Ίσως ενέχει ιδιαίτερη σημασία το γεγονός ότι από τους θαλάμους του μείζονος σπηλαίου, ο Θάλαμος IV Γ, από τον οποίον προήλθε, πέραν των άλλων, και η κρίσιμη επιγραφική μαρτυρία που συνδέει τον χώρο με τη δραστηριότητα του Ευριπίδη, είναι ο πλησιέστερος προς την είσοδο του σπηλαίου, εντελώς αυτόνομος, με εύκολη σχετικά πρόσβαση και ο μόνος που παρουσιάζει απόλυτα επίπεδο δάπεδο.

Πρέπει να σημειωθεί ότι σε όλους τους χώρους του σπηλαίου που ερευνήθηκαν κατά το 1996 οι επιχώσεις βρέθηκαν διαταραγμένες. Σε καμία δεν αναγνωρίσθηκε αδιατάρακτη διαδοχή αρχαιολογικών στρωμάτων. Το πλήθος και η ποικιλία, πάντως, των κεραμικών και άλλων ευρημάτων από τη φετινή ανασκαφή τεκμηριώνουν επαρκέστατα μερικές από τις βασικές λειτουργίες του σπηλαίου στη διάρκεια των αιώνων.

Στο μεγάλο σύνολο των κεραμικών και λίθινων ευρημάτων της Νεώτερης Νεολιθικής εποχής από την πρόσφατη ανασκαφή στους Χώρους ΙΙ και ΙV, περιλαμβάνονται μερικές εκατοντάδες θραυσμάτων ανοικτών και κλειστών αγγείων (χονδροειδών, μονόχρωμων, στιλβωτών, γραπτών και εγχάρακτων), πολλά λίθινα εργαλεία διαφόρων τύπων - ανάμεσά τους και ένας μικρός στιλβωμένος πέλεκυς -, καθώς και πέντε (5) λίθινες αιχμές βελών (4 από Μηλιακό οψιδιανό και 1 από καστανοκόκκινο πυριτόλιθο), από το Νεολιθικό “οπλοστάσιο” του σπηλαίου, οι οποίες, ας σημειωθεί, ανεβάζουν τον αριθμό των μέχρι τώρα ανευρεθέντων επιθετικών όπλων του είδους αυτού στα “Άντρα του Κυχρέα” σε δέκα (10).

Άξιο ιδιαίτερης μνείας είναι ένα γυναικείο ειδώλιο (σωζόμενο κατά το ανώτερο ήμισυ), εξαίρετης τέχνης, που βρέθηκε στο κατώτατο στρώμα της επίχωσης του Χώρου (Διαδρόμου) IV Β (Εικ. 1). Είναι κατασκευασμένο από λευκό (Πεντελικό;) μάρμαρο και διατηρεί υπολείμματα διακόσμησης σε κόκκινο χρώμα. Αποτελεί ένα από τα ελάχιστα δείγματα της εξελιγμένης Νεολιθικής ειδωλοπλαστικής από το χώρο του Αργοσαρωνικού.

Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει η ομάδα των μικρών αγγείων της Κλασικής εποχής (του ύστερου 5ου και του 4ου αιώνα π.Χ.) από τις αναμοχλευμένες επιχώσεις του Χώρου IV Γ-Δ. Από τα θραύσματά τους, που βρέθηκαν διάσπαρτα σε διάφορα βάθη, σε όλη την έκταση του Θαλάμου (IV Γ) και του στενού αδιέξοδου διαδρόμου (IV Δ), ελπίζεται ότι τελικώς θα σταθεί δυνατόν να ανασυγκροτηθούν πλήρως ή μερικώς τουλάχιστον εννέα (9) αγγεία, μελαμβαφή και άλλα. Εξαίρετο δείγμα της Αττικής ερυθρόμορφης κεραμικής του προχωρημένου 5ου αιώνα π.Χ. είναι μία μικρή λήκυθος με μορφή ιπτάμενης πτερωτής Νίκης (Εικ. 4). Τέλος, τρία τμηματικώς σωζόμενα αγγεία φέρουν χαράγματα και αποσπασματικές επιγραφές (graffiti), ξυσμένες κατά τόπους, όλες δυσερμήνευτες, μέχρι στιγμής, πλην μίας (βλ. παρακάτω).

Ο ιερός χαρακτήρας του σπηλαίου κατά τη Ρωμαϊκή εποχή (2ο - 3ο αι. μ.Χ.) τεκμηριώθηκε περαιτέρω με ποικίλα ευρήματα από την ανασκαφή του 1996, προερχόμενα κυρίως από τις ανάμικτες επιχώσεις του Χώρου IV Γ-Δ, στα οποία περιλαμβάνονται ποσότητες κεραμικής, θραύσματα πήλινων ειδωλίων και ανάγλυφων αναθηματικών πλακιδίων, γυάλινες χάνδρες, ακέραια χάλκινα και σιδερένια δακτυλίδια και νομίσματα. Κατά την εποχή αυτή το σπήλαιο, ως πολυσύχναστο αξιοθέατο περιβεβλημένο με ιερότητα, είναι πιθανό να ήταν προορισμένο, εκτός των άλλων, για τη λατρεία των δύο κορυφαίων τοπικών ηρώων, κεντρικών μορφών της Σαλαμινιακής λατρείας μέχρι το τέλος των Αρχαίων Χρόνων (του μυθικού Κυχρέως, πρώτου βασιλιά της νήσου, και του πρωτοϊστορικού Αίαντος, ένδοξου Μυκηναίου ηγεμόνα της Σαλαμίνος κατά την εποχή του Τρωϊκού Πολέμου).

Εξαιρετικό και μάλλον ανέλπιστο εύρημα κατά τη διάρκεια της πρόσφατης ανασκαφής, από σημείο σε στενότατο αδιέξοδο διάδρομο - σύριγγα του Χώρου IV Γ, αποτέλεσε ένας άθικτος νομισματικός θησαυρός (Εικ. 2), αποτελούμενος από τριάντα εννέα (39) αργυρά ή επάργυρα νομίσματα (Αντωνιανούς) του 3ου αι. μ.Χ., από τα οποία μέχρι στιγμής συντηρηθέντα στο Εργαστήριο του Μουσείου Πειραιώς είναι όλα του Αυτοκράτορος Γαλλιηνού (260-268 μ.Χ.). Ας σημειωθεί ότι τα νομίσματα βρέθηκαν στο σημείο της αρχικής τοποθέτησής τους, επάνω σε μικρό λίθο, διευθετημένα σε τρεις στήλες, τυλιγμένα σε ύφασμα, όπως μαρτυρούν τα διατηρηθέντα υπολείμματά του.

Το ενδιαφέρον αυτό νομισματικό σύνολο δεν αποκλείεται να ήταν το “ταμείο” του ιερού σπηλαίου των χρόνων του Γαλλιηνού και είναι πιθανό να είχε αποκρυφτεί στο συγκεκριμένο σημείο τις παραμονές της μεγάλης επιδρομής των Γότθων κατά των Αθηνών και των νότιων Ελληνικών παραλίων, του 267 μ.Χ.

Αξίζει να τονισθεί ιδιαιτέρως ότι πρόκειται για την τρίτη απόκρυψη νομισμάτων διαφορετικών κατηγοριών που διαπιστώνεται στο σπήλαιο από την έναρξη της ανασκαφής (βλ. σχετικώς Προκαταρκτική Έκθεση Αποτελεσμάτων Ανασκαφικής Περιόδου 1995), οπωσδήποτε την πρώτη άθικτη από την εποχή της χρησιμοποίησης του χώρου ως λατρευτικού άντρου.

 

Προηγούμενη | Αρχική | Επόμενη