Η ΕΡΕΣΟΣ ΚΙ ΕΚΕΙΝΗ

Η Ερεσός, εκείνη κι ένα γλυκό μεθυστικό καλοκαίρι...
Την γνώρισα σε κάποια γυναικεία παρέα, σ' ένα καφέ στη Σκάλα Ερεσού.  Νέα, ωραία κι αεράτη!  Η γαλάζια θάλασσα στη ματιά της κι ο ξανθός ήλιος στα μαλλιά της.  Από την πρώτη στιγμή, με τράβηξε το γλυκό και καλοσυνάτο χαμόγελο της κι η ευδιαθεσία της.  Νιάτα που δεν κρύβονται, νιάτα όμορφα, χαρωπά!
Της πιάνω την κουβέντα, μιλάμε πολύ.  Αισθαντική η λαλιά της!  Με τις φίλες της στο νησί, για ολιγοήμερες διακοπές.  Μια τέτοια κοπέλα μόνη, χωρίς ερωτική συντροφιά;  Μόνη, ελεύθερη κι ερωτεύσιμη!  Κι εγώ;  Με την σύντροφο μου, που αναμένω στο νησί. 
Η ώρα περνά και σκεφτόμαστε για μπανάκι.  Όλες μαζί στην παραλία κι εγώ ν' αδυνατώ να πάρω τα μάτια μου από πάνω της.  Γδυνόμαστε και βουτάμε.  Το γαλανό της βλέμμα να δένει με το πέλαγος, τα ολόχρυσα μακριά μαλλιά της... στεφάνι γύρω της.
Κολυμπώ σιμά της και το βλέμμα μου γεμίζει από τη θωριά της.  Με μαγεύουν τα ολόξανθα σγουρά μαλλιά της, τα γαλάζια μάτια, το γλυκό χαμόγελο, το όμορφο σφιχτό κορμί της.  Μόνο εκείνη υπάρχει πια στην Ερεσό, η Ερεσός είναι εκείνη!
Ένας άνεμος πλανιέται και μας περιτρέχει...

«Έρος δ' ετίναξε μοι
φρένας, ως άνεμος κατ' όρος δρύσιν εμπέτων.»

όπως έγραφε κι η Μεγάλη μας Σαπφώ.  Η ψυχή μου ανταριασμένη, όπως κι η δική της, κάποτε.  Ανταριασμένη από έναν έρωτα απρόσμενο, έναν έρωτα που απειλεί σχέσεις κι ισορροπίες.
Μέχρι αργά το απόγευμα στην παραλία... άλλοτε βουτώντας στα γαλάζια νερά, άλλοτε απολαμβάνοντας τη θέρμη του ήλιου κι άλλοτε βρίσκοντας καταφύγιο από την ζέστη σε κάποιο αλμυρίκι.  Ο ήλιος αρχίζει να γέρνει κι η παρέα σκορπίζει.
Γυρνώ στο ξενοδοχείο, κάνω ένα ζεστό μπάνιο, μα αδύνατον να ησυχάσω.  Η αιθέρια μορφή της νεαρής μου φίλης γυρνάει διαρκώς στο μυαλό μου, η σκέψη ότι πιθανόν θα την ξαναδώ μου προκαλεί ανυπέρβλητη ταραχή.  Ντύνομαι και βγαίνω.  Χρειάζομαι αέρα, χρειάζομαι γαλήνη και καταφυγή.
Τραβώ για το εκκλησάκι της Παναγιούδας.  Μπαίνω μέσα και μοιράζομαι την ταραχή μου με την Παναγία.  Προσεύχομαι, εκλιπαρώ, ικετεύω για φώτιση.  Να μην κάνω καμιά αποκοτιά, να μην απιστήσω, να μην πληγώσω καμία γυναίκα και κυρίως, την επί σειρά ετών σύντροφό κι αγαπημένη μου.  Προσεύχομαι ώρα πολύ.
Βγαίνω στο σύθαμπο.  Ο ήλιος έχει δύσει κι η σελήνη καλωσορίζει τη νυχτιά.  Αποφεύγω να περάσω από τα παραλιακά μαγαζιά.  Επιθυμώ τη μοναξιά, αναζητώ τη γαλήνη.  Κατευθύνομαι στην παραλία ενώ η νυχτιά με κυκλώνει.  Ξαπλώνω στην αμμουδιά, ώρα πολύ, και σκέφτομαι τις δυο γυναίκες.  Εκείνη κι εκείνη.  Τη σύντροφο και τη νεαρή, τον έρωτα και την αγαπημένη.
Το φεγγάρι ασημώνει το πέλαγος.  Γδύνομαι και γυρεύω ανακούφιση στα κρύα νερά μα η φουρτουνιασμένη ψυχή μου γεννά οπτασίες στο φως της σελήνης...  η νεαρή μου φίλη με πλησιάζει γελαστή πάνω από τον ελαφρύ κυματισμό.  Τόσο ωραία και τόσο ποθητή!  Φιλώ τα χείλη της, αγγίζω το κορμί της, την κρατώ στην αγκαλιά μου.  Σε ξέφρενο ρυθμό η καρδιά μου κι η πνοή μου κόβεται.  Δεν είμαι εδώ, είμαι αλλού.  Δεν είμαι εγώ μα κάποια άλλη κι ο έρωτας μια τρέλα, ένα θεριό που με κατασπαράζει.
Η σελήνη δύει κι η ονειροφαντασιά μου σβήνει.  Κολυμπώ προς την παραλία.  Βγαίνω από τη θάλασσα και ξαπλώνω στην αμμουδιά αποκαμωμένη.  Κλείνω τα μάτια και καρτερώ τη γαλήνη.  Οι ρυθμοί της καρδιάς μου πέφτουν και το μυαλό μου ημερεύει.  Το γλυκοχάραμα σκορπίζει τις πλάνες του σκότους, ηρεμεί την ψυχή μου.  Επιστρέφω στο ξενοδοχείο.
Η σύντροφός μου έχει γυρίσει.  Κάνω ένα ζεστό μπάνιο, πλαγιάζω στο πλάι της και την κοιτώ κοιμισμένη.  Γυναίκα γλυκιά, αγαπημένη.  Γυρίζει κι απαλά ανοίγει τα μάτια της, ξυπνάει.  Την παίρνω στην αγκαλιά μου.  Τα χείλη μου στα χείλη της, χαϊδεύω τρυφερά τα μαλλιά της, το γλυκό πρόσωπό της. Κοιταζόμαστε με λατρεία στα μάτια και μου ανταποδίδει χάδια και φιλιά.  «Μου έλειψες!»... «κι εμένα μου έλειψες... πολύ!».  Χαμογελάμε και φιλιόμαστε ατέλειωτα. 
Η Ερεσός, εκείνη κι η ΑΓΑΠΗ!!!

Ευχαριστώ για την προσοχή σας,
Ρούλα Σκούταρη

 

αρχική σελίδα

Τα πεζά μου

Μοναχά για μια βραδιά