ΑΡΧΙΚΗ

ΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ

ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ

ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΑ

ΠΕΛΑΤΕΣ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΣΥΝΔΕΣΕΙΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

 

 

 

Visitors since 3/10/2001 

Visitors:

 

 

 

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ

ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΠΑΝΑΝΟΥ

Γ. Ολυμπίου 3, 42100, Τρίκαλα


113/2007 ΔΠΡ ΛΑΡ (ΑΝΑΣΤ) (Φορολογία Εισοδήματος)

745/2002 ΔΕΦ ΛΑΡ (Προσωρινή Πράξη Προσδιορισμού ΦΠΑ - Εικονικά Τιμολόγια)


 

113/2007 ΔΠΡ ΛΑΡ (ΑΝΑΣΤ)

(ΔΕΕ 2008/378)
Φορολογία εισοδήματος. Αναστολή εκτέλεσης του φύλλου ελέγχου κατά τα άρθρα 
200 και 202 του ΚΔΔ. Λόγοι της αναστολής. Χορηγείται η αναστολή εκτέλεσης του 
ποσοστού του φόρου που είναι άμεσα εκτελεστό, διότι συντρέχει ανεπανόρθωτη ή 
δυσχερώς επανορθώσιμη βλάβη της αιτούσας, που έχει πτωχεύσει, από την άμεση 
εκτέλεση της πράξης, αφού θα αποδυναμωθεί η θέση της έναντι των πτωχευτικών 
πιστωτών. Δεν συντρέχει λόγος δημοσίου συμφέροντος που επιβάλλει την εκτέλεση 
της πράξης. Δεκτή η αίτηση.
ΤρΔΠρΛαρ 113/2007        

Πρόεδρος Δ. Παλαιομήχρου, Πρόεδρος Πρωτοδικών Δ.Δ.
Εισηγητής Κ. Γιαννάκος, Πρωτοδίκης Δ.Δ.
Δικηγόροι Ν. Πανανός, Ι. Μαυρογιώργου

[...] Επειδή, στο άρθρο 69 παρ. 1 και 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Ν 
2717/1999, ΦΕΚ Α` 97/17.5.1999), ορίζεται ότι: "1. Η προθεσμία για την άσκηση 
της προσφυγής και η άσκηση της δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της 
προσβαλλόμενης πράξης. 2. Αν με την πράξη καταλογίζονται χρηματικά ποσά που 
αναφέρονται σε φορολογικές εν γένει απαιτήσεις του Δημοσίου ή άλλου νομικού 
προσώπου δημοσίου δικαίου ή αυτοτελείς χρηματικές κυρώσεις για παράβαση της 
φορολογικής νομοθεσίας, η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής καθώς και η 
άσκηση της αναστέλλουν την εκτέλεση της πράξης. Ειδικές διατάξεις οι οποίες 
αποκλείουν την αναστολή ή θεσπίζουν την κατά ορισμένο ποσοστό αναστολής των 
πράξεων τούτων διατηρούνται σε ισχύ". Περαιτέρω, στο άρθρο 74 παρ. 6 του 
Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (Ν 2238/1994 ΦΕΚ Α` 151) όπως τροποποιήθηκε με 
την παρ. 1 του άρθρου 28 του Ν 2648/1998 ορίζεται ότι: "Αν δεν έχει 
επιτευχθεί διοικητική επίλυση της διαφοράς και ασκήθηκε από το φορολογούμενο 
εμπρόθεσμη προσφυγή, βεβαιώνεται αμέσως από τον προϊστάμενο της δημόσιας 
οικονομικής υπηρεσίας ποσοστό εικοσιπέντε τοις εκατό (25%) του 
αμφισβητούμενου κύριου φόρου, πρόσθετου φόρου και λοιπών συμβεβαιουμένων με 
αυτόν φόρων και τελών ... Το ποσοστό Βεβαίωσης φόρου σε περίπτωση άσκησης 
προσφυγής του πρώτου εδαφίου της παρ. 6 του άρθρου 74 του ΚΦΕ μειώθηκε από 
είκοσι πέντε τοις εκατό (25%), σε δέκα τοις εκατό (10%) με την παρ. 9 άρθρο 5 
Ν 3296/ 2004, ΦΕΚ Α` 253/14.12.2004". Εξάλλου, στο άρθρο 200 του ίδιου Κώδικα 
ορίζεται ότι: "Σε κάθε περίπτωση που η προθεσμία ή η άσκηση της προσφυγής δεν 
συνεπάγεται κατά νόμο την αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλόμενης εκτελεστής 
ατομικής διοικητικής πράξης και εφόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν έχει 
χορηγηθεί αναστολή από την αρμόδια διοικητική αρχή, μπορεί, ύστερα από αίτηση 
εκείνου που άσκησε την προσφυγή, να ανασταλεί με αιτιολογημένη απόφαση του 
δικαστηρίου, εν όλω ή εν μέρει η εκτέλεση της πράξης αυτής" και στο άρθρο 202 
ότι: "1. Λόγο αναστολής μπορεί να θεμελιώσει η από την άμεση εκτέλεση της 
προσβαλλόμενης πράξης απειλούμενη, οποιασδήποτε φύσης, υλική ή ηθική βλάβη 
του αιτούντος, εφόσον η επανόρθωση της θα είναι αδύνατη ή ιδιαίτερα δυσχερής 
σε περίπτωση ευδοκίμησης της αντίστοιχης προσφυγής. 2. Η χορήγηση αναστολής 
αποκλείεται: α) αν η άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης επιβάλλεται για 
λόγους δημοσίου συμφέροντος, ή β) κατά το μέρος που η προσβαλλόμενη πράξη 
έχει ήδη εκτελεστεί, ή γ) αν η αντίστοιχη προσφυγή είναι προδήλως απαράδεκτη 
ή προδήλως αβάσιμη".

Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, από τα στοιχεία του φακέλου της 
δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής: Η αιτούσα εταιρία, με την επωνυμία "Α. ΕΠΕ", 
εδρεύει στα Τρίκαλα, έχει ως αντικείμενο εργασιών τη βιοτεχνία παραγωγής 
ασβέστη και τηρεί για την παρακολούθηση των εργασιών της βιβλία και στοιχεία 
Γ` κατηγορίας του Κώδικα βιβλίων και Στοιχείων. Σε βάρος δε αυτής, και ύστερα 
από την από 22.5.2006 έκθεση τακτικού ελέγχου φορολογίας εισοδήματος (άρθρου 
66 Ν 2238/1994) του ελεγκτή ΠΕΚ Λάρισας Κ.Σ., εκδόθηκε από τον Προϊστάμενο 
του ως άνω ΠΕΚ το με αριθμό ..722.5.2006 φύλλο ελέγχου φόρου εισοδήματος, 
οικονομικού έτους 2003, με το οποίο επιβλήθηκε κύριος φόρος 86.871,37 ευρώ, 
πρόσθετος φόρος 102.711,75 ευρώ και στο σύνολο ποσό 189.583,12 ευρώ. Κατά της 
ως άνω πράξης η αιτούσα άσκησε την από 20.10.2006 προσφυγή, ενώ ήδη, με την 
κρινόμενη αίτηση, ζητά να ανασταλεί, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί 
της προσφυγής της, η είσπραξη ποσού 18.958,31 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί σε 
ποσοστό 10% του συνολικού φόρου που επιβλήθηκε σε βάρος της και το οποίο δεν 
αναστέλλεται εκ του νόμου λόγω άσκησης της προσφυγής, προβάλλοντας ότι η 
άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης θα προκαλέσει σε αυτήν ανεπανόρθωτη 
βλάβη σε περίπτωση ευδοκίμησης της αντίστοιχης προσφυγής.

Ειδικότερα η αιτούσα προβάλλει ότι με την 82/2004 απόφαση του Πολυμελούς 
Πρωτοδικείου Τρικάλων κηρύχθηκε σε πτώχευση, με ημερομηνία παύσης πληρωμών 
την 31.3.2004, σφραγίσθηκαν δε τα γραφεία της καθώς και τα περιουσιακά της 
στοιχεία και ως εκ τούτου πρωτίστως αδυνατεί να καταβάλει το βεβαιωθέν ποσό 
των 18.958,31 ευρώ που αντιστοιχεί στο ποσοστό 10% του συνολικού φόρου που 
επιβλήθηκε σε βάρος της και το οποίο δεν αναστέλλεται εκ του νόμου λόγω 
άσκησης της προσφυγής, προβάλλοντας ότι η άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης 
πράξης θα προκαλέσει σε αυτήν ανεπανόρθωτη Βλάβη σε περίπτωση ευδοκίμησης της 
αντίστοιχης προσφυγής. Ειδικότερα η αιτούσα προβάλλει ότι με την 82/2004 
απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων κηρύχθηκε σε πτώχευση, με 
ημερομηνία παύσης πληρωμών την 31.3.2004, σφραγίσθηκαν δε τα γραφεία της 
καθώς και τα περιουσιακά της στοιχεία και ως εκ τούτου πρωτίστως αδυνατεί να 
καταβάλει το βεβαιωθέν ποσό των 18.958,31 ευρώ, που αντιστοιχεί στο ποσοστό 
10% του φόρου που της επιβλήθηκε με την προσβαλλόμενη πράξη. Περαιτέρω, η 
αιτούσα ισχυρίζεται ότι το καθ` ου Ελληνικό Δημόσιο ως πτωχευτικός πιστωτής, 
στον οποίο με τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 62 του ΝΔ 356/1974 "περί 
Κωδικός Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων" παρέχεται η εξαιρετική δυνατότητα να 
προβαίνει σε αναγκαστική εκτέλεση της πτωχευτικής και μεταπτωχευτικής 
περιουσίας του πτωχεύσαντος, είναι πιθανόν, εάν δεν ανασταλεί η εκτέλεση της 
προσβαλλόμενης πράξης, να προβεί σε αναγκαστική εκτέλεση της περιουσίας της, 
με συνέπεια η τελευταία να μειωθεί επί ζημία των λοιπών πτωχευτικών πιστωτών 
της, κατ` αυτόν δε τον τρόπο, εφ` όσον δε θα μπορούν αυτοί να ικανοποιηθούν, 
θα ματαιωθεί κάθε δυνατότητα πτωχευτικής αποκαταστάσεως της, η δε ζημία της 
αυτή θα είναι προφανώς αδύνατο να επανορθωθεί σε περίπτωση ευδοκίμησης της 
προσφυγής της.

Εξάλλου, προβάλλει ακόμα η αιτούσα, το Ελληνικό Δημόσιο προς διασφάλιση των 
συμφερόντων του έχει λάβει εναντίον της τα προβλεπόμενα στο άρθρο 14 του Ν 
2523/1997 μέτρα, συνιστάμενα στην απαγόρευση μεταβίβασης κάθε περιουσιακού 
στοιχείου της αιτούσας, και στη δέσμευση του 50% των καταθέσεων και των 
τραπεζικών λογαριασμών της, για το λόγο ότι, σύμφωνα με την προαναφερόμενη 
διάταξη, αυτή δεν έχει αποδώσει στο Ελληνικό Δημόσιο ποσό 330.361,25 ευρώ από 
ΦΠΑ, συνεπεία δε του μέτρου αυτού κανένα συμφέρον του Ελληνικού Δημοσίου δεν 
απειλείται από τη χορήγηση της αιτούμενης αναστολής. Προς απόδειξη των 
ισχυρισμών της η αιτούσα προσκομίζει την 82/2004 απόφαση του Πολυμελούς 
Πρωτοδικείου Τρικάλων με την οποία αυτή κηρύχθηκε σε πτώχευση και το 
1301/2.6.2006 έγγραφο του Προϊσταμένου του ΠΕΚ Λάρισας προς τη ΔΟΥ Τρικάλων, 
με το οποίο γνωστοποιείται στην προαναφερόμενη υπηρεσία η λήψη των μέτρων του 
άρθρου 14 του Ν 2523/1997 σε Βάρος της αιτούσας εταιρίας.

Επειδή, με τα παραπάνω δεδομένα, το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη ότι σε 
περίπτωση άμεσης εκτέλεσης της προσβαλλόμενης πράξης, αποδυναμώνεται η θέση 
της αιτούσας έναντι των πτωχευτικών πιστωτών της, των οποίων τις απαιτήσεις 
δε θα είναι σε θέση πλέον να εξοφλήσει, καθ` όσον η πτωχευτική περιουσία της 
θα μειωθεί ανεπανόρθωτα, αφού λόγω της πτωχεύσεως της αυτή δεν μπορεί πλέον 
να αναπληρώσει τις απώλειες της, με συνέπεια την επιδείνωση της θέσης της, 
συνιστάμενη στην ουσιώδη μείωση των πιθανοτήτων επίτευξης πτωχευτικού 
συμβιβασμού, ο οποίος θα της επέτρεπε την αποκατάστασή της και την 
επαναλειτουργία της, και συνεκτιμώντας to γνωστό στο Δικαστήριο γεγονός ότι 
σε βάρος της αιτούσας έχουν εκδοθεί συνολικά, εκτός από την προσβαλλόμενη 
πράξη, οι ..722.5.2006, ..722.5.2006 και ..722.5.2006 πράξεις επιβολής ΦΠΑ, 
τα 88/22.5.2006 και 60/22.5.2006 φύλλα ελέγχου φορολογίας εισοδήματος 
οικονομικών ετών αντίστοιχα 2004 και 2005, οι ..722.5.2006, ..722.5.2006, 
18/22.5.2006 και 19/22.5.2006 πράξεις επιβολής προστίμων του Κώδικα Βιβλίων 
και Στοιχείων, οι ..722.5.2006 και ..722.5.2006 πράξεις επιβολής προστίμου 
φόρου μεγάλης ακίνητης περιουσίας και η με αριθμό ..722.5.2006 πράξη επιβολής 
φόρου συγκέντρωσης κεφαλαίου, κατά των οποίων εκκρεμούν αντίστοιχες 
προσφυγές, και ότι το ποσό των άμεσα εισπρακτέων οφειλών της αιτούσας προς το 
Ελληνικό Δημόσιο από τις πράξεις αυτές ανέρχεται τουλάχιστον σε 100.000 ευρώ, 
κρίνει (το Δικαστήριο) ότι η αιτούσα θα υποστεί βλάβη ανεπανόρθωτη ή 
οπωσδήποτε δυσχερώς επανορθώσιμη από την άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης 
πράξης σε περίπτωση ευδοκίμησης της αντίστοιχης προσφυγής της, δεδομένου δε 
ότι από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει η συνδρομή λόγου δημοσίου 
συμφέροντος, που να αποκλείει τη χορήγηση της αιτούμενης αναστολής, πρέπει να 
χορηγηθεί στην αιτούσα η αιτούμενη αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλόμενης 
πράξης. [...]

(Δέχεται την αίτηση αναστολής.)

 

745/2002 ΔΕΦ ΛΑΡ


(ΔΕΕ 2003/698)
ΦΠΑ. Εκδοση προσωρινής πράξεως προσδιορισμού ΦΠΑ. Προϋποθέσεις υπό τις οποίες 
επιτρέπεται. Ελεγχος γνησιότητας και του αληθούς εν γένει της συναλλαγής, για 
την οποία φέρονται ότι εκδόθηκαν τα τιμολόγια ή άλλα στοιχεία βάσει των 
οποίων η ελεγχόμενη επιχείρηση προέβη σε έκπτωση φόρου εισροών. Προϋποθέσεις 
υπό τις οποίες μπορεί να διενεργηθεί ο εν λόγω έλεγχος. Κυρώσεις κατά του 
επιτηδευματία ο οποίος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία, με σκοπό να 
εκπέσει από τον ΦΠΑ που του αναλογεί στις πράξεις παραδόσεως αγαθών και 
παροχής υπηρεσιών, τον ΦΠΑ με τον οποίο επιβαρύνθηκαν παραδόσεις αγαθών και 
παροχές υπηρεσιών, τις οποίες εμφανίζει ότι έγιναν σ` αυτόν. Σε ποιες 
περιπτώσεις δεν θεωρείται η προσωρινή δήλωση ΦΠΑ την οποία υπέβαλε ο 
επιτηδευματίας αγοραστής και συνεπώς δεν μπορεί να υποστεί τις ανωτέρω 
κυρώσεις. Περιστατικά.

ΔΕφΛαρ 745/2002

Πρόεδρος: Κ. Αναγνώστου, Πρόεδρος Εφετών Δ.Δ.
Εισηγητής: Ι. Βενετσανάκης, Εφέτης Δ.Δ.
Δικηγόρος: Ν. Πανανός

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ:...................................................................

 [...] Επειδή, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρoυ 1 του Ν 1642/1986 (ΦΕΚ Α` 
125) "Επιβάλλεται φόρος κύκλου εργασιών με την ονομασία "φόρος προστιθέμενης 
αξίας", σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Ο φόρος αυτός 
επιρρίπτεται από τον κατά νόμο υπόχρεο σε βάρος του αντισυμβαλλομένου". Κατά 
την περ. ά του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, αντικείμενο του φόρου είναι "Η 
παράδοση αγαθών και η παροχή υπηρεσιών, εφόσον πραγματοποιούνται από επαχθή 
αιτία στο εσωτερικό της χώρας από υποκείμενο στο φόρο που ενεργεί με αυτήν 
την ιδιότητα". Σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 του ίδιου νόμου, "Στο φόρο 
υπόκειται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ημεδαπό ή αλλοδαπό ή ένωση προσώπων, 
εφόσον ασκεί κατά τρόπο ανεξάρτητο οικονομική δραστηριότητα, ανεξάρτητα από 
τον τόπο εγκατάστασης, τον επιδιωκόμενο σκοπό ή το αποτέλεσμα της 
δραστηριότητας αυτής". Περαιτέρω, στην παρ. 1 του άρθρου 28 του ίδιου νόμου 
ορίζεται ότι "Για την παράδοση αγαθών και παροχή υπηρεσιών, υπόχρεοι στο φόρο 
είναι: α) ο εγκαταστημένος στο εσωτερικό της χώρας υποκείμενος στο φόρο, για 
τις ενεργούμενες απ` αυτόν πράξεις, β) ...γ) ...δ) οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, 
το οποίο αναγράφει το φόρο στα τιμολόγια που εκδίδει ή σε άλλα εξομοιούμενα 
μ` αυτά στοιχεία, ε) ...", το δε άρθρο 29 του ίδιου νόμου, που θεσπίζει τις 
υποχρεώσεις των υποκειμένων στο φόρο, ορίζει στην παρ. 1, μεταξύ άλλων, ότι 
"Ο υποκείμενος στο φόρο που ενεργεί φορολογητέες πράξεις υποχρεούται: α) 
...β) να εκδίδει και παραδίδει σε υποκείμενο ή μη στο φόρο, κατά το χρόνο 
γένεσης της φορολογικής υποχρέωσης, τιμολόγιο, απόδειξη λιανικής πώλησης ή 
άλλο στοιχείο που προβλέπουν οι διατάξεις του Κώδικα Φορολογικών Στοιχείων, 
γ) ...". Εξάλλου, στο άρθρο 23 παρ. 1 ορίζεται ότι "Ο υποκείμενος δικαιούται 
να εκπέσει από το φόρο που αναλογεί στις ενεργούμενες από αυτόν πράξεις 
παράδοσης αγαθών και παροχής υπηρεσιών το φόρο με τον οποίο έχουν επιβαρυνθεί 
η παράδοση αγαθών και η παροχή υπηρεσιών που έγιναν σ` αυτόν και η εισαγωγή 
αγαθών πραγματοποιήθηκε από αυτόν ...", στο δε άρθρο 25 παρ. 1 του εν λόγω 
νόμου ορίζεται ότι "Το δικαίωμα έκπτωσης του φόρου μπορεί να ασκηθεί εφόσον ο 
υποκείμενος στο φόρο κατέχει: α) τιμολόγιο ή άλλο αποδεικτικό στοιχείο που 
επέχει τη θέση τιμολογίου, για τις παραδόσεις αγαθών ή παροχές υπηρεσιών που 
γίνονται σ` αυτόν, β) ...". Περαιτέρω, στο άρθρο 31 του ίδιου νόμου
ορίζεται ότι "1. Οι υπόχρεοι στο φόρο οφείλουν να επιδίδουν τις πιο κάτω 
δηλώσεις: α) Προσωρινή δήλωση στο δημόσιο ταμείο που είναι αρμόδιο για την 
είσπραξη τοι φόρου εισοδήματός τους, β)... 2. Η διαφορά φόρου ποι προκύπτει 
βάσει των πιο πάνω δηλώσεων, αν είναι θετική καταβάλλεται στο δημόσιο σύμφωνα 
με τις διατάξεις τις παραγράφου 1 του άρθρου 44, αν είναι αρνητική 
μεταφέρεται για έκπτωση ή, κατά περίπτωση, επιστρέφεται σύμφωνα με τις 
διατάξεις του άρθρου 27. 3. ...".

 Εξάλλου, στην παρ. 1 του άρθρου 38 του παραπάνω Ν 1642/1986 ορίζονται τα 
εξής: "Η επιβολή του φόρου γίνεται από τον οικονομικό έφορο που είναι 
αρμόδιος για τη φορολογία εισοδήματος του υποχρέου στο φόρο ..." Σύμφωνα με 
την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "Ο οικονομικός έφορος ελέγχει την ακρίβεια των 
υποβαλλομένων δηλώσεων και προβαίνει στην εξακρίβωση των υποχρέων που δεν 
έχουν υποβάλει δήλωση", κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου "Εφόσον 
διαπιστώνεται ανεπάρκεια ή ανακρίβεια των βιβλίων και στοιχείων, τα οποία 
τηρεί ο υπόχρεος στο φόρο, αναφορικά με τη φορολογητέα αξία, τα ποσοστά ή τις 
εκπτώσεις του φόρου, ο οικονομικός έφορος προβαίνει στην προσδιορισμό τους με 
βάση τα υπόψη του στοιχεία και ιδίως: α) τα ακαθάριστα έσοδα που 
προσδιορίζονται, ύστερα από έλεγχο, στη φορολογία εισοδήματος, τις αγορές και 
τις σχετικές στο φόρο του παρόντος νόμου δαπάνες, β) τα συναφή στοιχεία που 
προκύπτουν απο τον έλεγχο στη φορολογία εισοδήματος, τις αγορές και τις 
σχετικές με το φόρο του παρόντος νόμου δαπάνες, γ) το συναφή στοιχεία που 
προκύπτουν από τον έλεγχο άλλων φορολογιών από πληροφορίες που διαθέτει ή 
περιέρχονται σ` αυτόν. Η ανεπάρκεια ή η ανακρίβεια των βιβλίων και στοιχείων 
κρίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Φορολογικών Στοιχείων και της 
φορολογίας εισοδήματος". Τέλος, στο άρθρο 40 του ανωτέρω νόμου ορίζονται τα 
εξής: "1. Αν από τα βιβλία και στοιχεία του υποχρέου στο φόρο προκύπτει ότι 
παρέλειψε να δηλώσει ή δήλωσε ανακριβώς τη φορολογητέα αξία που προκύπτει απ` 
αυτά ή υπολόγισε εσφαλμένα τα ποσοστά ή τις εκπτώσεις, ο οικονομικός έφορος 
μπορεί να εκδώσει προσωρινή πράξη προσδιορισμού του φόρου για μία ή 
περισσότερες φορολογικές περιόδους ή και για ολόκληρη διαχειριστική περίοδο. 
2. Η προσωρινή πράξη περιέχει τη φορολογητέα αξία που προκύπτει από τα βιβλία 
και στοιχεία του υποχρέου, το φόρο που αναλογεί, τις εκπτώσεις του φόρου, 
καθώς και τον πρόσθετο φόρο. 3. Κατά της προσωρινής πράξης επιτρέπεται η 
άσκηση προσφυγής, η οποία δεν αναστέλλει τη βεβαίωση και είσπραξη του φόρου. 
Οι δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται στις περιπτώσεις αυτές αποτελούν 
προσωρινό δεδικασμένο και δεν επηρεάζουν τα αποτελέσματα του τακτικού ελέγχου 
και την ενδεχόμενη κύρια δίκη. 4. Από το φόρο που βεβαιώνεται οριστικά 
αφαιρείται ο φόρος της προσωρινής πράξης".

 Επειδή, η έκδοση προσωρινής πράξεως προσδιορισμού του φόρου προστιθέμενης 
αξίας επιτρέπεται, με βάση τις παρατιθέμενες στην προηγούμενη σκέψη διατάξεις 
της παρ. 1 του άρθρου 40 του Ν 1642/1986, εφόσον η παράλειψη της δηλώσεως 
φορολογητέας αξίας ή η ανακρίβεια της αξίας που δηλώθηκε ή ο εσφαλμένος 
υπολογισμός των ποσοστών ή εκπτώσεων προκύπτει από τα βιβλία ή τα στοιχεία 
του υποχρέου στο φόρο, αποκλείεται δε η επέκταση του φορολογικού ελέγχου σε 
στοιχεία εκτός των βιβλίων και στοιχείων του υποχρέου και η, ως εκ τούτου, 
προσθήκη φορολογητέας αξίας που δεν προκύπτει από τα βιβλία και στοιχεία 
αυτού. Στα πλαίσια του ανωτέρω ελέγχου των δεδομένων των βιβλίων και 
στοιχείων δεν αποκλείεται ο έλεγχος της γνησιότητας και του αληθούς εν γένει 
της συναλλαγής (εν όλω ή εν μέρει), για την οποία φέρονται ότι εκδόθηκαν τα 
τιμολόγια ή άλλα στοιχεία, με βάση τα οποία η ελεγχόμενη επιχείρηση προέβη σε 
έκπτωση φόρου εισροών, όταν μάλιστα με βάση αυτά έτυχε επιστροφής φόρου, αν 
είτε λόγω του εμφανούς της μη γνησιότητας ή του μη αληθούς της συναλλαγής 
είτε για οποιοδήποτε άλλο λόγο, όπως οι πληροφορίες του ελέγχου ή τα 
πορίσματα ελέγχου σε τρίτη επιχείρηση, ο έλεγχος αχθεί αιτιολογημένα στο 
συμπέρασμα ότι τα στοιχεία αυτά δεν ανταποκρίνονται σε συναλλαγές (εν όλω ή 
εν μέρει), γιατί και στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται για φορολογικό έλεγχο 
προς εξακρίβωση φορολογητέας αξίας πέραν αυτής που προκύπτει από τα βιβλία 
του υποχρέου στο φόρο, αλλά για έλεγχο προς εξακρίβωση της γνησιότητας και εν 
γένει της ακρίβειας της δηλώσεως που έχει υποβληθεί στη φορολογική αρχή ως 
προς τις εισροές και τα στοιχεία που τις δικαιολογούν, δηλαδή τα τιμολόγια ή 
άλλα στοιχεία που ο υπόχρεος έχει λάβει από τρίτες επιχειρήσεις, όπως αυτά 
που έχουν καταχωρισθεί στα βιβλία της επιχειρήσεώς του (ΣτΕ 1538/2001). 

 Επειδή, εξάλλου, το ΠΔ 99/1977 "Κώδικα Φορολογικών Στοιχείων" που ίσχυε κατά 
τον κρίσιμο, εν προκειμένω, χρόνο, δηλαδή κατά τη φορολογική περίοδο από 
1.2.1992 μέχρι 28.2.1992, όριζε στην παρ. 1 του άρθρου 20 ότι "Επί πωλήσεως 
υπό του επιτηδευματίου αγαθών ή δικαιώματος εισαγωγής: α) προς έτερον 
επιτηδευματίαν δια την άσκησιν του επαγγέλματός του, β) ...γ) ...εκδίδεται 
υπό του πωλητού διπλότυπον θεωρημένον τιμολόγιον πωλήσεως ... Αντί τιμολογίου 
πώλησης ο πωλητής των αγαθών μπορεί να εκδίδει συνενωμένο διπλότυπο θεωρημένο 
στοιχείο με τον τίτλο "Τιμολόγιο Πώλησης Δελτίο Αποστολής"...", στην παρ. 6 
του άρθρου 29 ότι "Το εν αντίτυπον των εκδιδομένων στοιχείων, ή πλείονα 
τοιαύτα, εφόσον τούτο ορίζεται υπό ετέρων διατάξεων του παρόντος Κώδικος, 
παραδίδονται υποχρεωτικώς εις τον εις ον ταύτα αφορούν όστις και υποχρεούται 
να ζητή και να λαμβάνη ταύτα" και στην παρ. 2 του άρθρου 44 ότι "Τα βιβλία 
που ορίζονται από τον παρόντα Κώδικα διατηρούνται δεκαπέντε χρόνια και τα 
στοιχεία και λοιπά δικαιολογητικά των εγγράφων στα βιβλία διατηρούνται ένδεκα 
χρόνια από τη λήξη της διαχειριστικής περιόδου την οποία αφορούν τα βιβλία 
και τα στοιχεία αυτά... ". Περαιτέρω, στο άρθρο 31 του Ν 1591/1986 ορίζεται 
ότι: "1. Αδίκημα φοροδιαφυγής διαπράττει: ...ζ) Οποιος εκδίδει πλαστό ή 
εικονικό ή νοθεύει τιμολόγιο πώλησης αγαθών ή παροχής υπηρεσιών... Θεωρείται 
εικονικό και το φορολογικό στοιχείο που εκδόθηκε για συναλλαγή, διακίνηση ή 
οποιαδήποτε άλλη αιτία ανύπαρκτη στο σύνολο ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή 
που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο 
φορολογικό στοιχείο η) Οποιος ...αποδέχεται τα πλαστά ή τα εικονικά 
...φορολογικά στοιχεία με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης". Τέλος, στο 
άρθρο 8 παρ. 12 του Ν 1882/1990 ορίζεται ότι: "Οποιος αποδέχεται πλαστά ή 
εικονικά ή νοθευμένα φορολογικά στοιχεία, για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολο 
ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα 
διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο φορολογικό στοιχείο, με σκοπό την 
απόκρυψη φορολογητέας ύλης και την έκπτωση του φόρου προστιθέμενης αξίας που 
αναγράφεται στα στοιχεία αυτά από το φόρο που αναλογεί στις ενεργούμενες από 
αυτόν πράξεις παράδοσης αγαθών ή παροχής υπηρεσιών, εκτός των άλλων κυρώσεων 
υποχρεούται και στην απόδοση στο Δημόσιο του φόρου προστιθέμενης αξίας 
αυτού, εφόσον δεν αποδόθηκε για οποιονδήποτε λόγο από τον εκδότη των 
στοιχείων".

 Επειδή, από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με τις προπαρατιθέμενες 
διατάξεις του Ν 1642/1986, συνάγεται ότι αυτός που  αποδέχεται εικονικά 
φορολογικά στοιχεία με σκοπό να εκπέσει από το ΦΠΑ που του αναλογεί στις 
πράξεις παράδοσης αγαθών και παροχής υπηρεσιών, το ΦΠΑ με  τον οποίο 
επιβαρύνθηκαν παραδόσεις αγαθών και παροχές υπηρεσιών που εμφανίζει 
ότι έγιναν σ` αυτόν, εκτός των άλλων κυρώσεων, υποχρεούται σε απόδοση του 
ΦΠΑ, εφόσον δεν αποδόθηκε από τον εκδότη των στοιχείων, εκτός αν αποδείξει 
ότι, κατά το χρόνο συναλλαγής, τελούσε καλή πίστη (πρβλ. ΣτΕ 958/1992, 
1295/1999, 1023/1999 κ.ά.). Από τις ίδιες διατάξεις παρέπεται ότι δεν είναι 
ανακριβής η προσωρινή δήλωση ΦΠΑ που υπέβαλε ο επιτηδευματίας αγοραστής και 
συνεπώς δεν υφίσταται η παραπάνω υποχρέωση αποδόσεως του αναλογούντος ΦΠΑ ή 
επιστροφή στο Δημόσιο του ΦΠΑ που επιστράφηκε σ` αυτόν, ύστερα από την 
έκπτωση του φόρου εισροών από το φόρο εκροών, κατ` εφαρμογή του άρθρου 31 
παρ. 2 του Ν 1642/1986, αν τα τιμολόγια-δελτία αποστολής που αποδέχθηκε δεν 
είναι εικονικά, εφόσον εκδόθηκαν για πραγματικές συναλλαγές και σ` αυτά 
αναγράφονται το ονόματα των προσώπων που πραγματοποίησαν τη συναλλαγή και 
τα οποία είναι φορολογικώς γνωστά, με την έννοια ότι είχαν δηλώσει την 
έναρξη του επιτηδεύματός, τους και είχαν θεωρήσει στοιχεία στις αρμόδιες ΔΟΥ, 
και καταβλήθηκε από τον εκδότη ο αναλογών φόρος, είναι δε χωρίς σημασία για 
τον επιτηδευματία αγοραστή η εικονικότητα της επιχειρήσεως του πωλητή, της 
οποίας πραγματικοί φορείς είναι έτερα πρόσωπα μη αναγραφόμενο στα 
τιμολόγια-δελτία αποστολής, αφού δεν είναι δυνατό, να έχει γνώση των 
εσωτερικών σχέσεων των μελών της επιχειρήσεως, ούτε ήταν υποχρεωμένος να τις 
ερευνήσει. 

 Επειδή, στην προκειμένη υπόθεση από την επανεκτίμηση των στοιχείων του 
φακέλου, που είχαν προσκομισθεί και πρωτοδίκως, μεταξύ των οποίων 
είναι και η από 3.3.1997 έκθεση προσωρινού ελέγχοι ΦΠΑ των εφοριακών 
υπαλλήλων Σ.Κ. και Δ.Δ., προκύπτουν τc εξής: Ο εφεσίβλητος ασκεί ατομική 
επιχείρηση με έδρα τη Μητρόπολη Καρδίτσας και αντικείμενο εργασιών την 
παραγωγή ηλεκτρολογικού υλικού, τηρεί δε για την παρακολούθηση των εργασιών 
αυτής βιβλία και στοιχεία τρίτης κατηγορίας του Kώδικα Βιβλίων και Στοιχείων. 
Κατά την ένδικη φορολογική περίοδο από 1.2.1992 μέχρι 28.2.1992 αποδέχτηκε 
και καταχώρισε στα βιβλία της επιχειρήσεώς του αυτής πέντε (5) τιμολόγια 
πωλήσεως-δελτία αποστολής (Νο 3-Β/20.2.1992, 4-Β/24.2.1992, 6-Β/26.2.1992, 
170 28.2.1992 και 8-Β/28.2.1992), από τη φερόμενη, ως προμηθεύτριά της, 
ατομική επιχείρηση του Ε.Τ., σύμφωνα με τα οποία πωλήθηκα, στον εφεσίβλητο 
αγαθά συνολικού ύψους 58.600.000 δραχμών, επ των οποίων αναλογεί ΦΠΑ ύφους 
10.548.000 δραχμών. Ο εφεσίβλητος περιέλαβε το ανωτέρω ποσό φόρου εισροών 
στη δήλωση ΦΠΑ του οικείου μήνα με συνέπεια μέρος του ποσού αυτού να 
εκπεσθεί, το δε υπόλοιπο να του επιστραφεί ως αχρεωστήτως καταβληθέν δυνάμει 
της 7882/5.5.1992 αιτήσεως επιστροφής του εν λόγω φόρου.

 Στη συνέχεια, διενεργήθηκε προσωρινός έλεγχος κατ` άρθρο 40 του Ν 1642/1986, 
στα βιβλία και στοιχεία του εφεσιβλήτου από τους εφοριακούς υπαλλήλους της 
ΔΟΥ Καρδίτσας Σ.Κ. και Δ.Δ., κατόπιν της σχετικής 57/1997 εντολής του 
Προϊσταμένου της ΔΟΥ αυτής. Από τον έλεγχο αυτό, αφού προηγουμένως λήφθηκε 
υπόψη η από 19.11.1996 έκθεση ελέγχου της υπηρεσίας ελέγχου και διακίνησης 
αγαθών (ΥΠΕΔΑ) Αθηνών των υπαλλήλων Γ.Χ. και Β.Χ., διαπιστώθηκε ότι ο 
εφεσίβλητος κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1992 μέχρι 31.3.1992 πράγματι 
έκανε αγορές από την εικονικώς συσταθείσα επιχείρηση του Ε.Τ. που αφορούσαν 
σε επενδυτικά αγαθά και καταχώρισε στα βιβλία της επιχειρήσεώς του τα σχετικά 
τιμολόγια πώλησης-δελτία αποστολής, μεταξύ των οποίων και τα προαναφερόμενα. 
Επίσης διαπιστώθηκε ότι ο προμηθευτής Ε.Τ. είχε καταχωρίσει τα παραπάνω 
τιμολόγια πώλησης-δελτία αποστολής και είχε καταβάλει τον αναλογούντα ΦΠΑ των 
επενδυτικών αγαθών στην αρμόδια ΔΟΥ Πειραιά, η οποία γνωστοποίησε στον έλεγχο 
τα γεγονότα αυτά, με το από 21.5.1992 FΑΧ σε απάντηση σχετικού ερωτήματος 
αυτού. 

 Κατόπιν αυτών εγκρίθηκε η επιστροφή του ΦΠΑ των επενδυτικών αγαθών στον 
εφεσίβλητο. Σύμφωνα με την προαναφερόμενη έκθεση ελέγχου της ΥΠΕΔΑ, από τον 
έλεγχο που διενήργησε το συνεργείο των ελεγκτών της ΥΠΕΔΑ Αθηνών την 
επιχείρηση του προμηθευτού Ε.Τ. που έχει αντικείμενο εργασιών την εμπορία 
ηλεκτρολογικού-υδραυλικού υλικού με έδρα τον Πειραιά (οδός Δ. ***), προέκυψε 
ότι η επιχείρηση αυτή συστάθηκε εικονικά στο όνομα του Ε.Τ., ενώ οι 
πραγματικοί φορείς των συναλλαγών είναι οι Δ.Λ. και Ο.Φ. Ειδικότερα, όπως 
προέκυψε από τον έλεγχο αυτό, ο Ε.Τ. υπέβαλε την 192/26.4.1991 δήλωση περί 
ενάρξεως επιτηδεύματος στην Δ` ΔΟΥ Πειραιά και φέρεται ότι έκανε έναρξη 
εργασιών για πρώτη φορά την 26.4.1991. Ομως η υποβολή των σημειωμάτων 
θεωρήσεως των βιβλίων και στοιχείων και η προσκόμιση αυτών στην αρμόδια ΔΟΥ 
δεν έγινε από τον Ε.Τ. αλλά από τους Ο.Φ. και Δ.Λ., όπως ομολόγησε ο ίδιος με 
σχετική υπεύθυνη δήλωση. Περαιτέρω, με την 5510/4.7.1995 ένορκη βεβαίωση της 
συμβολαιογράφου Πειραιώς Ν. Παρασκευοπούλου ομολόγησε αυτός ότι φαινομενικά 
ήταν φορέας της ατομικής επιχειρήσεως, ενώ στην πραγματικότητα φορείς αυτής 
είναι τα προαναφερόμενα πρόσωπα, τα οποία του υποσχέθηκαν μηνιαίο μισθό 
200.000 δραχμών, ότι ο ίδιος δεν πραγματοποίησε καμία αγορά και καμία πώληση, 
το ενοίκιο του καταστήματος καταβαλλόταν από αυτούς, το δε μπλοκ επιταγών, 
που εκδόθηκε στο όνομα αυτού από την Τράπεζα Κρήτης, εκδόθηκε κατόπιν 
υποδείξεως και χρημάτων του Ο.Φ., ο οποίος το κράτησε και το χρησιμοποιούσε, 
κρατούσε δε και τα κλειδιά του καταστήματος. Κατόπιν αυτών, ο έλεγχος έκρινε 
ότι τα ανωτέρω τιμολόγια που εξέδωσε η εικονικώς συσταθείσα επιχείρηση του Ε. 
Τ. είναι εικονικά και δεν ανταποκρίνονται σε πραγματικές συναλλαγές. Την 
κρίση αυτή του ελέγχου της ΥΠΕΔΑ υιοθέτησαν οι ελεγκτές που διενήργησαν τον 
προσωρινό έλεγχο στην επιχείρηση του εφεσιβλήτου, οι οποίοι συνέταξαν την 
προαναφερόμενη έκθεση ελέγχου, όπου βεβαιώνονται τα προαναφερόμενα και με 
την οποία προτείνεται ο καταλογισμός σε βάρος του εφεσιβλήτου των ποσών του 
φόρου που εξέπεσε ή που του επιστράφηκαν για την ανωτέρω αιτία και η επιβολή 
σ` αυτόν των αναλογουσών προσαυξήσεων. 

 Ο Προϊστάμενος της ΔΟΥ Καρδίτσας αποδέχτηκε το πόρισμα της έκθεσης αυτής και 
με την .../3.3.1997 προσωρινή  πράξη προσδιορισμού φόρου προστιθέμενης αξίας 
(ΦΠΑ) που εξέδωσε περιόρισε το με βάση τη δήλωση του εφεσιβλήτου πιστωτικό 
υπόλοιπο κύριου φόρου κατά το ποσό του φόρου εισροών που αναλογεί στα 
προαναφερόμενα τιμολόγια, διαμορφώνοντας έτω το ύψος αυτού σε 16.007 δρχ. 
αντί του δηλωθέντος ύψους (με συνυπολογισμό του υπολοίπου του προηγούμενου 
μηνός) 10.757.686 δρχ. Με την εκκαλούμενη απόφαση, κατ` αποδοχή σχετικού 
λόγου της προσφυγής που άσκησε ο εφεσίβλητος, ακυρώθηκε η παραπάνω διοικητική 
πράξη με την αιτιολογία ότι είναι νομικώς πλημμελής, επειδή η φορολογική 
επιβάρυνση που του επιβλήθηκε με αυτή δεν προκύπτει αποκλειστικά και μόνο από 
τα βιβλία και στοιχεία της επιχειρήσεώς του, αλλά από εκτός αυτών στοιχεία 
και συνεπώς δεν συντρέχουν οι κατ` άρθρο 40 του Ν 1642/1986 προϋποθέσεις 
εκδόσεως αυτής.

 Επειδή, σύμφωνα με όσα ερμηνευτικώς εκτέθηκαν σε προηγούμενη σκέψη, και στην 
περίπτωση του προσωρινού προσδιορισμού του φόρου κατά τη συνοπτική διαδικασία 
του άρθρου 40 Ν 1642/1986, μπορεί ο έλεγχος να επεκταθεί και εκτός των 
βιβλίων και στοιχείων του υποχρέου, αν προκύψει θέμα εικονικότητας ή 
πλαστότητας των σχετικών στοιχείων και εγγράφων. Συνεπώς, η προαναφερόμενης 
προσωρινή πράξη επιβολής ΦΠΑ, η οποία εκδόθηκε κατόπιν προσωρινού ελέγχου που 
δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά στα στοιχεία που εξέδωσε ο εφεσίβλητος αλλά σε 
στοιχεία που εξέδωσε τρίτη επιχείρηση και σε πόρισμα ελέγχου που διενεργήθηκε 
σ` αυτή σχετικό με την εικονικότητα των στοιχείων αυτών, δεν είναι νομικώς 
πλημμελής, όπως βάσιμα υποστηρίζει το εκκαλούν Δημόσιο με την κρινόμενη 
έφεση. Περαιτέρω το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη ότι, όπως αποδέχεται και ο 
προσωρινός έλεγχος, ο εφεσίβλητος, ο οποίος ασκεί επιχείρηση με συναφές 
αντικείμενο με αυτή του προμηθευτή, πραγματοποίησε τις αγορές από την 
επιχείρηση του Ε.Τ., για τις οποίες εκδόθηκαν τα παραπάνω πέντε (5) τιμολόγια 
πώλησης δελτία αποστολής, ότι ο τελευταίος ήταν γνωστό φορολογικώς πρόσωπο, 
αφού είχε προβεί σε δήλωση ενάρξεως επιτηδεύματος και είχε θεωρήσει βιβλία 
και στοιχεία στην αρμόδια ΔΟΥ και του οποίου το όνομα αναγράφεται σ` αυτά ως 
πωλητή, ότι τα παραπάνω στοιχεία είναι καταχωρημένα και στα βιβλία του 
προμηθευτή και έχει αποδοθεί κανονικά ο αναλογών ΦΠΑ και ότι δεν έχει σημασία 
για τον αγοραστή η εικονικότητα της επιχείρησης του αγοραστή, της οποίας 
πραγματικοί φορείς είναι έτερα πρόσωπα, γιατί πρόκειται για θέμα που ανάγεται 
στις εσωτερικές σχέσεις των μελών της επιχειρήσεως, όπως εκτέθηκε σε 
προηγούμενη σκέψη, κρίνει ότι τα παραπάνω τιμολόγια πώλησης δελτία αποστολής 
δεν είναι εικονικά και συνεπώς, νόμιμα ο εφεσίβλητος περιέλαβε στην οικεία 
δήλωση ΦΠΑ το ποσό φόρου εισροών ύψους 10.548.00 δραχμών, που αναλογεί στην 
αξία των αγαθών που πουλήθηκαν σ` αυτόν με τα πιο πάνω πέντε (5) τιμολόγια 
πώλησης δελτία αποστολής. Επομένως, ορθά τελικώς, αν και με άλλη αιτιολογία 
(ως νομικώς πλημμελής και όχι ουσιαστικώς αβάσιμη, όπως έπρεπε, κατά τα 
προεκτεθέντα), ακυρώθηκε, με την εκκαλούμενη απόφαση, κατά παραδοχή της 
προσφυγής του εφεσιβλήτου, η ένδικη καταλογιστική πράξη.

 Επειδή, κατ` ακολουθία των παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση, 
να απαλλαγεί όμως, ενόψει των προαναφερομένων περιστάσεων, το εκκαλούν 
Ελληνικό Δημόσιο, που ηττήθηκε, από τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 275 παρ. 1 
ΚΔΔ). 

(Απορρίπτει την έφεση.)

.............................................................................