![]() |
|
ΧΑΜΟΓΕΛΟ ΟΧΤΩ ΚΑΙ ΜΙΣΗ
Ξάπλα. Ώρα:μία και τέταρτο μετά τα μεσάνυχτα. Ξαφνικά θόρυβος, ένας θόρυβος που πλησιάζει, πλησιάζει, και τελικά στέκεται στη γωνία. Τι είναι; Μα τι άλλο; Το σκουπιδιάρικο... Μάλλον περιμένουν να βραδιάσει για τα καλά, για να κάνουν τη δουλειά τους καλύτερα. Εκτός κι αν είναι τόσο διακριτικοί που δε θέλουν να δουν τι είδους σκουπίδια δημιουργεί η κάθε γειτονιά... Έτσι λοιπόν, κάνουν του κόσμου το θόρυβο μες στη νύχτα, για να γλιτώνει η πόλη από τη ρύπανση. Ρύπανση; Μήπως το λεξικό τους δεν περιέχει τη λέξη ηχορύπανση; Ακούγεται άλλο ένα γκουπ, πάει κι αυτός ο κάδος, ο θόρυβος πηγαίνει στην παρακάτω γωνία, ξανά γκουπ και ντουπ, τσακώνονται και μεταξύ τους, και τελικά ο θόρυβος απομακρύνεται τόσο ώστε δε λογίζεται πια ως θόρυβος. Ωραία, θα με πάρει επιτέλους ο ύπνος, εκτός κι αν τον πάρω πρώτα εγώ. Ωχ, ένα βζζζζζ δίπλα στο αυτί μου. Υποψιάζομαι ότι θέλει να βυθίσει το καλαμάκι του σε κάποια αορτή μου, εκτός κι αν είναι τόσο διψασμένο που συμβιβάζεται και με φλέβα. Γυρνάω απότομα το κεφάλι μου, και το βζζζζζ φεύγει. Όχι για πολύ, να το πάλι από πάνω μου, αυτή τη φορά στο άλλο αυτί. Το διώχνω με το χέρι. Περιμένω να ξανάρθει. Δεν έρχεται. Ή θα απογοητεύτηκε, ή θα καταστρώνει σχέδιο επίθεσης κάπου αλλού. Νιώθω πως αρχίζω να κοιμάμαι, να κοιμάμαι, να... Δροσιά. Μάλλον ψύχρα. Ώρα: οχτώ και μισή το πρωί. Χουζουρεύω ένα τέταρτο και μετά σηκώνομαι. Πλύσιμο, ντύσιμο, γάλα, τυπικές κινήσεις κάθε μέρα. Πηγαίνω το άδειο φλυτζάνι στο νεροχύτη. Χτυπάει το κουδούι της πόρτας. Ξαφνιάζομαι. Τέτοια ώρα; Ποιος; Ποια; Ξεκλειδώνω κι ανοίγω. Ένα επαγγελματικό χαμόγελο βρίσκεται απέναντί μου. Τόσο επαγγελματικό, που είναι μάλλον χαζόγελο. Καλημέρα, μου λέει. Παύση. Βρίσκω πάλι τον εαυτό μου. Καλημέρα, απαντώ αμήχανα. Ακούσαμε αυτό που σκεφτόσουν το βράδι, μου λέει. Ααααα; απαντώ με μια γιαννιώτικη έκφραση. Νιώθω την ανάγκη να συγκεκριμενοποιήσω την απάντησή μου: πώς είναι δυνατόν να ακούσετε τη σκέψη μου; ρωτάω ο αφελής. Όλα γίνονται όταν πλησιάζουν εκλογές, μου λέει το χαμόγελο που γίνεται πλατύτερο, όλα γίνονται... Αισθάνομαι κάπως περίεργα, επειδή το πρωί είχα την εντύπωση ότι είχα δει ένα όνειρο το βράδι, αλλά δε θυμόμουνα τίποτα· δηλαδή είναι πιθανό να είδανε κι άλλοι άνθρωποι το όνειρό μου; Αμάν!... Λοιπόν; ρωτώ. Ακούγοντας τις σκέψεις σου για το θόρυβο του απορριματοφόρου, αποφασίσαμε να δράσουμε. Σταμάτησε για να δει τις αντιδράσεις μου. Μετά έβαλε το χέρι στην τσέπη και έβγαλε ένα μικρό, μικρούτσικο κουτάκι, ένα σκουπιδοντενεκάκι μάλλον. Χύταξε τι όμορφο που είναι! μου είπε με ενθουσιασμό. Συγγνώμη, ρώτησα, δεν είστε από την Ελλάδα; Μ' ένα ξάφνιασμα με ρώτησε Γιατί; Να, συνέχισα τη σκέψη μου, αντί για "κοίταξε", είπατε "χύταξε". Το χαμόγελο με κοίταξε ανακουφισμένο. Μα όχι, μου είπε, είπα "χύταξε", επειδή αυτό το πραγματάκι που έχω στο χέρι μου, έχει ςχέσει με τους χώρους υγειονομικής ταφής ανομημάτων. Πάλι με μπερδεύετε, είπα, θέλετε να πείτε "απορριμάτων"; Μα όχι, μου ξαναπάντησε, έχουμε πειστεί ότι οι σακούλες που περιέχουν απορρίματα μπορούν κάλλιστα να περιέχουν και ανομήματα. Είτε ιδεολογικοπνευματικά είτε υλικά, κατάλαβες; Έγνεψα ναι, ελπίζοντας ότι δε μπορούσε να δει πως σκεφτόμουν όχι. Αφού κατάλαβες, ας συνεχίσουμε, είπε. Αυτό το κουτάκι που βλέπεις, είναι ένας ηχοσυμπιεστικός ατομικός κάδος, που για ευκολία τον λέμε Ηχατόκ. Αν κάποιος ήχος σε ενοχλεί, θα πιέζεις αυτό εδώ το κουμπάκι, θα σκέφτεσαι τον ήχο που θέλεις να εξαφανίσεις, και ο Ηχατόκ θα σε απαλλάσει απ' αυτόν. Μάλιστα, είπα, αλλά αν ο γείτονας έχει βάλει δυνατά μια αντιπαθητική μουσική κι εγώ θέλω να την εξαφανίσω, τι θα γίνει μ' αυτόν; Α, μην ανησυχείς, μου απάντησε το χαμόγελο, ο Ηχατόκ συλλαμβάνει τον ήχο, τον συμπιέζει και τον κατακρατά, μόνο όταν αυτός κατευθύνεται προς το μέρος σου. Με άλλα λόγια, ο γείτονάς σου θα ακούει τη μουσική που θέλει, αλλά δε θα φτάνει ποτέ στα αυτιά σου. Γι' αυτό άλλωστε ο κάδος λέγεται ατομικός. Τώρα μπήκα στο νόημα, είπα, αλλά τι εννοείτε λέγοντας ότι ο Ηχατόκ κατακρατά τον ήχο; Να, μου απάντησε το ακούραστο χαμόγελο, βλέπεις αυτό το ηχοποσόμετρο; και γύρισε ανάποδα τον Ηχατόκ. Το ηχοποσόμετρο έμοιαζε με θερμόμετρο, και το υλικό που είχε μέσα είχε φτάσει σχεδόν στην κορυφή. Λοιπόν, όταν ο Ηχατόκ συλλαμβάνει κάποιον ήχο, το ηχητικά ευαίσθητο υλικό που περιέχει ανεβαίνει προς την κορυφή. Όταν αγγίξει την κορυφή, πρέπει να προσκομίσεις τον Ηχατόκ στο ΧΗΤΑ της περιοχής σου, για να τον αδειάσουν. Για να μη μπερδευτείς, ΧΗΤΑ σημαίνει χώρος ηχητικής ταπείνωσης, συμπλήρωσε το πάντα προνοητικό χαμόγελο.Όπως βλέπεις, ο Ηχατόκ που σου προσφέρουμε είναι σχεδόν γεμάτος, οπότε αύριο θα πρέπει να πας στο ΧΗΤΑ που υπάγεσαι· να πας αύριο το πρωί στο δημαρχείο να ρωτήσεις. Ευχαριστώ, είπα σαστισμένος, και πήρα τον Ηχατόκ από το χέρι που μου έτεινε. Μα γιατί όλα αυτά; Μα δε σου είπα; απάντησε το χαμόγελο, έρχονται εκλογές! Τώρα φεύγω, έχω κι άλλους Ηχατόκ να μοιράσω, είπε το χαμόγελο κι απομακρύνθηκε χαμογελώντας. Έβαλα τον Ηχατόκ στην τσέπη, σουλουπώθηκα και βγήκα μια βόλτα στην πόλη. Περπατούσα κάτω από τον ήλιο (ήλιος; παράξενο!) κι έβγαλα τον Ηχατόκ να τον περιεργαστώ. Τον κοίταζα από δω, τον κοίταζα από κει... Μόνο τον δρόμο δεν κοίταζα και σκόνταψα. Ο Ηχατόκ έφυγε απ' τα χέρια μου, διέγραψε μια όμορφη καμπύλη και προσγειώθηκε δίπλα στο κεφάλι μου· ναι, κι εγώ έπεσα... Στη στιγμή, τρία ελικόπτερα πέταξαν από πάνω μου, ένα τρένο με πάτησε κι έφυγε, ένα κομπρεσέρ άνοιγε το δεξί μου πόδι, κι ένα πλήθος είχε μαζευτεί γύρω μου και μίλαγε ακατάπαυστα. Σήκωσα έντρομος το κεφάλι, αλλά δεν είδα τίποτα, παρ'όλο που όλα αυτά τα άκουγα. Τότε μόνο πρόσεξα τον Ηχατόκ δίπλα μου· ήταν ραγισμένος. Σηκώθηκα και μάζεψα τις σκέψεις μου. Οι ήχοι που ήταν στον Ηχατόκ είχαν ελευθερωθεί. Τι έκανες βρε ηλίθιε; μια φωνή πίσω μου. Γύρισα και είδα το χαμόγελο. Τώρα θ' αναγκαστείς ν' ακούσεις όλους αυτούς τους ήχους μαζί, για όσο ήταν προορισμένοι ν' ακουστούν! Μα καλά, δε μπορείτε να κάνετε κάτι γι' αυτό; ρώτησα το χαμόγελο. Ίσως μπορούμε, απάντησε σκεφτικό το χαμόγελο, αλλά τι μας νοιάζει εμάς; Έτσι κι αλλιώς μόνο εσύ ακούς αυτούς τους ήχους, πρόσθεσε, κι έφυγε χαμογελώντας... Έμεινα μόνος με τους θορύβους μου. Τα δυο ελικόπτερα είχαν αρχίσει να απομακρύνονται. Προστέθηκε όμως ένα έντονο τιτιτι-τιτιτι-τιτιτι... Είδα δίπλα μου το ξυπνητήρι να χτυπά. Ώρα οχτώ και μισή το πρωί. Κενό σκέψης. Δηλαδή όλο αυτό ήταν μόνο ένα όνειρο;!... Συνήλθα και σηκώθηκα. Πλύσιμο, ντύσιμο, γάλα, τυπικές κινήσεις κάθε μέρα. Χτυπάει το κουδούνι της πόρτας. Ξεκλειδώνω κι ανοίγω. Ένα επαγγελματικό χαμόγελο βρίσκεται απέναντί μου. Τόσο επαγγελματικό, που είναι μάλλον χαζόγελο. Καλημέρα, μου λέει. Παύση. Βοήθεια!! φωνάζω και κλείνω την πόρτα. Βοήθεια! βοήθεια! φωνάζω, και ξαφνικά αντιλαμβάνομαι ότι η φωνή μου δεν ακούγεται πια. Ένα ρίγος με διαπερνά, κι ακούω το χαμόγελο να απομακρύνεται γελώντας, γελώντας, γελώντας...
12 Σεπτεμβρίου 1996
Για τον αθλητισμό και τα νιάτα ή Το χοίρον ως βέλτιστον - Χαμόγελο οχτώ και μισή - Το επίδομα πολυτέκνων και όλα όσα θα θέλατε να μάθετε γι' αυτό - Το μπαλάκι - Ε.Ο. Η Κόκκινη Παπαρούνα - Το φακελάκι, ο γιατρός, και τώρα πια τραβάμε μπρος... - Το παραμύθι του Μάκη κι ένα περαστικό μουστάκι - Επί τη επετείω - Ο Quint στα Χανιά |