Βρισκόμαστε σε ένα τεράστιο δωμάτιο με πολύ
"βαριά" διακόσμηση. Ζωγραφικοί πίνακες σε χρυσά κάδρα. Κρύσταλα
Βαυαρίας σε διάφορα σχέδια μεγάλου μεγέθους. Ένα ξύλινο γραφείο με
ξυλόγλυπτες παραστάσεις. Μια βιβλιοθήκη. Κι άλλη μία. Σε ένα
περιποιημένο ράφι βρίσκεται ένα κύπελλο και μια χρυσή πλακέτα που
γράφει "άξιος", και ακριβώς από κάτω "Όμιλος Γκολφ Γλυφάδας". Δίπλα
υπάρχει η φωτογραφία ενός ώριμου άντρα με το κύπελλο στα χέρια.
Ο ηλικιωμένος κύριος χτυπάει το μπαλάκι με
το μπαστούνι του. Δεν ήταν το καλύτερο χτύπημα που μπορούσε να κάνει
- για την ακρίβεια, το χτύπημα ήταν αποκαρδιωτικό. Μια προσεκτικότερη
ματιά μάς αποκαλύπτει ότι είναι ο κύριος της φωτογραφίας. Ένας νεαρός
που όλη αυτή την ώρα ήταν ακίνητος, αρχίζει να τρέχει δίπλα στο
μπαλάκι. Με πολλή διακριτικότητα, πρέπει να παραδεχτούμε, σπρώχνει το
μπαλάκι με το πόδι του προς τη σωστή κατεύθυνση. Ύστερα από καμιά
εικοσαριά μικρά διακριτικά σπρωξιματάκια, το μπαλάκι καταλήγει σε μια
πλαστική υποδοχή που βρίσκεται στην άλλη άκρη του δωματίου. Ονεαρός
σκουπίζει τον ιδρώτα του με το χέρι του, γυρνάει προς τον ηλικιωμένο
και με ενθουσιώδη τόνο τού φωνάζει: "Πάλι τα καταφέρατε,
πρόεδρε!".
Ο ηλικιωμένος κύριος αρχίζει να περπατάει
αργά και όχι πολύ σταθερά προς το μέρος του νεαρού.
- Τόσες φορές σου έχω πει να μη με λες "πρόεδρο". Σου είναι τόσο
δύσκολο λοιπόν να με λες "θείο";
Η ομιλία του είναι χαρακτηριστικά αργόσυρτη, με μια "παχιά" εκφορά
του "σ" και με τη γλώσσα να πλαταγίζει λες και μόλις έχει καταπιεί
μια μεγάλη κουταλιά βύσσινο. Μετά την παύση που ακολουθεί το
πλατάγισμα, συνεχίζει:
- Και πρόσεχε να μην ξανασκουπίσεις τον ιδρώτα με το χέρι σου, γιατί
δε θα τα πάμε καλά. Η κοινωνική σου τάξη σου υπαγορεύει να
χρησιμοποιείς το μαντήλι.
- Συγγνώμη... θείε, απαντά ο νεαρός κοιτάζοντας το πάτωμα.
- Εντάξει, μην το παίρνεις κατάκαρδα, λέει ο θείος. Λοιπόν, για ποιο
ζήτημα ήρθες να με δεις;
- Μα θέλει και ρώτημα, αγαπητέ μου θείε; λέει ο ανηψιός που εν τω
μεταξύ έχει συνέλθει από την προηγούμενη μικρή κατσάδα. Η γη είχε
αρχίσει να χάνεται κάτω από τα πόδια μου, οι περισσότεροι με συνέδεαν
με τη Ντόλυ το πρόβατο παρά με το κόμμα, ο χοντρός θέλει να με φάει,
ο ψηλός συνέχεια μου χαμογελάει, οι άλλοι αρχηγοί δε μου δίνουν
σημασία, και η γυναίκα του σαμαρτζή είναι πιο όμορφη από εμένα! Και
όλοι οι άλλοι με κοροϊδεύουν επειδή έχω το σπινθηροβόλο βλέμμα της
αγελάδας... Εκείνη τη στιγμή λοιπόν που είχα αποφασίσει να χαθώ από
το πρόσωπο της γης και να πάω να κάνω παρέα στον Ιωνά, έρχεστε εσείς
και κάνετε τον κόσμο άνω-κάτω με τους διάσημους τόμους σας! Είναι
δυνατόν να μην είμαι ευχαριστημένος, αγαπητέ και έξυπνε θείε μου;
Επιτέλους, όλοι σταμάτησαν να ασχολούνται μαζί μου...
Ο θείος είχε φτάσει πια στο μέρος του
ανηψιού. Στο πρόσωπό του διακρινόταν ένα μειδίαμα υπερηφάνιας και
ικανοποίησης. Έσκυψε στο αυτί του ανηψιού:
- Μεταξύ μας, ανηψιέ, η ιδέα δεν ήταν εξ ολοκλήρου δική μου. Με
βόηθησε και ο Θόδωρος λιγάκι, αλλά αυτό μπορούμε να το ξεχάσουμε...
Το καλό είναι ότι με την κίνηση αυτή πέτυχα μ' ένα σμπάρο δυο
τρυγόνια - όχι μόνο ξέχασαν εσένα, αλλά και θυμήθηκαν εμένα, που με
είχαν ξεχάσει οι @@#!*&***!
Ήταν η πρώτη φορά που ο ανηψιός άκουγε το
θείο του να βρίζει με τόση οργή κι ευχαρίστηση ταυτόχρονα. Επειδή
είχε καλή ανατροφή, προσπάθησε να κοκκινίσει το πρόσωπό του, αλλά δεν
κατάφερε τίποτα.
- Μην προσπαθείς άδικα ανηψιέ, δε θα μπορέσεις ποτέ να το καταφέρεις,
ούτε εγώ το έχω καταφέρει που είμαι και τόσο μεγάλος. Εξάλλου, το
ξέρω ότι σου άρεσε αυτό το βρισίδι στη διάλεκτο των Σερρών... Αυτοί
οι αντίπαλοί μου, που λες, είτε ζουν είτε είναι μακαρίτες, με είχαν
εκνευρίσει αρκετές φορές. Κάθε φορά ο Θόδωρος μου έλεγε: "Μα, κύριε
πρόεδρε, πάλι εμφανίζεστε χαμένος; Πώς μπορείτε και το αντέχετε
αυτό;". Τότε εγώ απαντούσα: "Πιστέ μου Θόδωρε, όλους αυτούς που δε μ'
αφήνουν ν' αγιάσω, εγώ τους έχω γραμμένους στ' αρχεία μου!". Στην
αρχή ο Θόδωρος δεν καταλάβαινε τι έλεγα κι απαντούσε: "Ντροπή, κύριε
πρόεδρε, να λέτε τέτοιες κουβέντες!", οπότε αναγκαζόμουν να το πω
ξανά: "Στα αρχεία μου είπα,
Θόδωρε, στα αρχεία μου...", και
τότε ο Θόδωρος συνερχόταν και ντροπιασμένος πήγαινε σε άλλο
δωμάτιο.
Ο ανηψιός πάντα χαιρόταν όταν άκουγε
ιστορίες από το θείο του, κι αυτή τη φορά η χαρά του ήταν περισσότερη
από οποτεδήποτε άλλοτε. Δεν είχε όρεξη όμως να καθήσει άλλο, ήθελε να
πάει μια βόλτα να ξεσκάσει.
- Θείε μου, ο μόνος λόγος που ήρθα εδώ σήμερα ήταν να σας εκφράσω την
αγάπη μου και την ευγνωμοσύνη μου. Αν δεν έχετε αντίρρηση, θα
επιθυμούσα τώρα να αποχωρήσω.
- Μπορείς να φύγεις, ανηψιέ, και σ' ευχαριστώ για το μπαλάκι, είπε ο
θείος γνέφοντας καταφατικά στον ανηψιό.
Ο ανηψιός κατευθύνθηκε προς τη μεγάλη πόρτα
του δωματίου. Πριν φτάσει όμως, η πόρτα άνοιξε και μπήκε στο δωμάτιο
ένας ολοφάνερα κουτοπόνηρος τύπος, κλείνοντας την πόρτα πίσω του.
- Γεια σου Θόδωρε, είπε ο ανηψιός.
- Γεια σου Θόδωρε, είπε και ο θείος. Τι συμβαίνει;
Ο Θόδωρος μίλησε διστακτικά:
- Έχει έρθει ο... ο...
Δεν τολμούσε να συνεχίσει τη φράση του. Τελικά, άρχισε να κινεί
επιδεικτικά τους ώμους του, πάνω-κάτω, πάνω-κάτω...
Ο ανηψιός είχε ήδη μπει στο νόημα. Τα γόνατά
του έτρεμαν, και τα δόντια του άρχισαν να παίζουν τη μουσική της
ταινίας "Η σιωπή των αμνών". Με όσο θάρρος και αξιοπρέπεια του είχαν
απομείνει, έτρεξε στο θείο του.
- Θείε μου, αγαπημένε μου θείε, μην τον αφήσεις να μπει όσο είμαι εγώ
εδώ, φοβάμαι ότι θα πάθω κανένα ατύχημα, και ήθελα να πάω βόλτα θείε
μου, εγώ κατά λάθος ανακατεύτηκα θείε μου...
Προφανώς ο ανηψιός τα 'χε παίξει. Ο θείος αποφάσισε να τον σώσει:
- Λοιπόν ανηψιέ, πρώτη και τελευταία φορά που κάνω αυτό που θα κάνω.
Πήγαινε στη δεξιά βιβλιοθήκη και πάρε ένα οποιοδήποτε βιβλίο. Η
βιβλιοθήκη θα μετακινηθεί αποκαλύπτοντας ένα πέρασμα, εσύ βάλε πάλι
το βιβλίο στη θέση του, και φύγε από το πέρασμα όσο πιο γρήγορα
μπορείς. Θα βρεθείς στο αποχετευτικό δίκτυο της Πολιτείας, αλλά μην
ανησυχείς, c' est la vie... Γεια σου ανηψιέ...
Ο ανηψιός ακολούθησε τις οδηγίες του θείου
κι έφυγε τρεχάτος. Η βιβλιοθήκη επανήλθε στη θέση της. Ο θείος γύρισε
στο Θόδωρο:
- Τι να κάνω Θόδωρε; Αυτός ο ανηψιός μου έτυχε και δεν μπορώ να τον
αλλάξω... Λοιπόν, νομίζω ότι είμαστε έτοιμοι να δεχτούμε τον...
ξέρεις ποιον...
Ο θείος πήγε και κάθησε στο γραφείο του και
έκανε ένα νεύμα στο Θόδωρο. Ο Θόδωρος άνοιξε την πόρτα του δωματίου
κι έγνεψε σ' εκείνον που τόση αναστάτωση είχε φέρει με την παρουσία
του. Ένα χαμόγελο εμφανίστηκε στην πόρτα, κι άρχισε να πηγαίνει προς
το θείο. Προφανώς το χαμόγελο ανήκε σ' ένα σώμα, αλλά όποιος έβλεπε
τον άνθρωπο αυτόν, πρόσεχε πρώτα το χαμόγελο και μετά το υπόλοιπο
σώμα. Οι φήμες έλεγαν ότι ο δημιουργός του Batman είχε εμπνευστεί το
χαμόγελο του Joker βλέποντας αυτό το συγκεκριμένο χαμόγελο... Το
χαμόγελο λοιπόν ανήκε σ' έναν ψηλό κύριο, ο οποίος κουνούσε τους
ώμους του πάνω-κάτω, πάνω-κάτω, πάνω-κάτω καθώς πήγαινε προς το θείο,
κι ευτυχώς που ο θείος τον ήξερε από παλιά, γιατί αν έκανε το λάθος
να παρακολουθήσει τους ώμους του, θα είχε πάθει ναυτία, όπως είχε
πάθει την πρώτη φορά ο Θόδωρος.
Το χαμόγελο είχε φτάσει στο θείο, και
επιτέλους μίλησε:
- Καλημέρα, κύριε πρόεδρε!
Ο θείος, ο οποίος από εδώ και πέρα είναι ο "πρόεδρος", ανακάθησε στην
καρέκλα του και χτύπησε διακριτικότατα το χέρι του στο γραφείο. "Καλά
έκανα και πήρα ξύλινο γραφείο", σκέφτηκε ο πρόεδρος, δηλαδή ο θείος,
ικανοποιημένος με την αγορά που είχε κάνει, "αυτός είναι ικανός να με
καλημερίσει και μετά να τρέχω σε εντατικές...".
- Καλημέρα Κώστα, είπε ο πρόεδρος. Πώς και με θυμήθηκες;
Ο ψηλός συνέχισε να χαμογελάει:
- Νομίζω ότι εσείς μας θυμηθήκατε, κύριε πρόεδρε, και όχι εγώ...
Φαντάζομαι ότι έχετε καταλάβει σε τι αναφέρομαι... Τέλος πάντων, δεν
ήταν σωστό αυτό που κάνατε με τα αρχεία σας, κύριε πρόεδρε. Θα σας
έφερνα και μερικά ντολμαδάκια σήμερα κύριε πρόεδρε, αλλά η Ρίκα είχε
εκνευριστεί τόσο που δε μπορούσε να διπλώσει τα φύλλα... Γι' αυτό σας
λέω κύριε πρόεδρε, καλύτερα τα αρχεία σας να είναι hidden, και
readable-writable μόνο από εσάς, γιατί αλλιώς δε βλέπω να προχωράμε
καλά ως έθνος. Η Ελλάς, κύριε πρόεδρε, δεν έχει ανάγκη τα αρχεία σας
για να γίνει άνω-κάτω. Θα έχετε προσέξει ότι κι εγώ κάνω το κατά
δύναμιν...
Ο πρόεδρος πήρε ένα μελιστάλαχτο ύφος:
- Κώστα, παιδί μου, εγώ δε θέλω να βλάψω κανέναν σας, πολύ δε
περισσότερο τη συζυγική σου γαλήνη. Παρουσιάζω όμως αυτούς τους
τόμους τώρα που είμαι ακόμα ζωντανός, ώστε να μπορώ να βλέπω τις
αντιδράσεις, και να μπορώ να οδηγώ το έθνος, έστω και έτσι, προς το
σωστό δρόμο. "Πού τα βρίσκω ο μπαγάσας...", σκέφτηκε ο πρόεδρος, και
συνέχισε:
- Δεν πιστεύω να θέλεις να γίνω σαν τον Άσιμο ή τον Σιδηρόπουλο, που
όλοι τους οι δίσκοι πουλιώνται σαν τρελοί τώρα που έχουν πεθάνει, και
πριν δεν τους αναγνώριζε ούτε ο θυρωρός της πολυκατοικίας τους!
Άλλωστε, ο Σιδηρόπουλος είχε διασκευάσει ένα τραγούδι κι αντί να λέει
"knock, knock, knocking on heaven's door" έλεγε "knock, knock,
knocking on Andrew's door", που βεβαίως τώρα και οι δύο φράσεις είναι
σχεδόν ταυτόσημες... Με καταλαβαίνεις Κώστα, έτσι δεν είναι;
Ο ψηλός είχε ψιλοζαλιστεί, ίσως έφταιγαν τα
λόγια του προέδρου, ίσως έφταιγε το ύψος, πάντως το χαμόγελο το είχε
ακόμα. Κάτι θυμόταν που του είχε πει ο Σαμουράι με τη μοτοσικλέτα για
τον Άσιμο και το Σιδηρόπουλο, αλλά όχι πολλά πράγματα...
- Σας καταλαβαίνω κύριε πρόεδρε, απάντησε μουδιασμένα. Σκεφθείτε όμως
πόσο οδυνηρό είναι να μη μπορώ να φάω ντολμαδάκια επειδή η Ρίκα έχει
ταραχθεί! Τώρα μόνο αυγά τρώω, επειδή όπως είχε πει η Ρίκα είμαστε
σαν αυγοτάραχο, οπότε όταν αυτή έχει ταραχή, εγώ έχω αυγά...
Ο πρόεδρος κοίταζε τον ψηλό. "Πόσο μ' αρέσει
να τον βλέπω σ' αυτή την κατάσταση", σκεφτόταν. "Σε λίγο θα τον
στείλω στον αγύριστο και θα πάω να γκολφάρω...".
Ξαφνικά κι άξαφνα η πόρτα άνοιξε, κι ο Θόδωρος μπήκε μέσα
υποβαστάζοντας έναν μάλλον κοντούλη, ο οποίος μύριζε οινόπνευμα από
δέκα χιλιόμετρα μακριά.
- Είναι τελείως εκσυγχρονισμένος, κύριε πρόεδρε. Τα χνώτα του
βρωμάνε!, είπε ο Θόδωρος.
- Άφησέ τον, είπε ο πρόεδρος, θα τα καταφέρει να έρθει ως εδώ.
Ο Θόδωρος άφησε τον εκσυγχρονισμένο, ο
οποίος έκανε ένα οχτάρι, αλλά τελευταία στιγμή συγκρατήθηκε και δεν
έπεσε στο πάτωμα. Με λυγισμένα τα γόνατα, κοίταξε προς το μέρος του
προέδρου και πάγωσε. Δεν το περίμενε ότι θά έβρισκε εδώ πέρα τον
ψηλό, και μάλιστα μ' αυτό το χαμόγελο που θα μπορούσε να παγώσει
ακόμα και τη Μέδουσα... Ένιωθε να συνέρχεται λίγο, μπροστά σε τέτοιο
σοκ τα ηλεκτροσόκ δεν πιάνουν μία. Συνέχισε να κοιτάει τον ψηλό. Ο
Θόδωρος κινήθηκε να φύγει, μουρμουρίζοντας "...και τώρα πού να είναι
το σκαμνάκι;...".
Ο πρόεδρος τον άκουσε και φώναξε:
- Μη φέρεις το σκαμνάκι αυτή τη φορά, Θόδωρε. Δε νομίζω ο Κώστας να
είναι σε θέση και σε διάθεση να φιλήσει τον Κώστα...
Ο Θόδωρος ξεφύσηξε ανακουφισμένος. Αυτές οι απροειδοποίητες
επισκέψεις, πάντα τον ενοχλούσαν...
Ο εκσυγχρονισμένος στυλώθηκε όσο περισσότερο
μπορούσε και κατευθύνθηκε ολόισια -τρόπος του λέγειν- προς το γραφείο
του προέδρου. Η τροχιά του θύμιζε το μπαλάκι που ο πρόεδρος είχε
καταφέρει να βάλει στην υποδοχή - βοηθούντος του ανηψιού,
βεβαίως-βεβαίως... Κάποτε κατάφερε να φτάσει στο γραφείο.
- Χικ!, κύριε πρόε -χικ!- δρε, είπε ο εκσυγχρονισμένος.
- Καλή σου μέρα κι εσένα Κώστα, αντιχαιρέτησε ο πρόεδρος,
προσπαθώντας να αποφύγει την κεντροαριστερή ανάσα του συνομιλητή
του.
Ο εκσυγχρονισμένος κατάλαβε την κίνηση του
προέδρου και προσπάθησε να δικαιολογηθεί:
- Είχα πάει -χικ!- με το εκτελεστικό για μια εκτέλε -χιιιικ!- για μια
σύσκεψη, και ζαλιστήκαμε από τα βαρέ -χικ!!- από τα θέματα... Πιο
πολύ όμως μας ζάλισε ο -χικ- τόμος σου κύριε πρόεδρε... Αυτό δεν
είναι αρχείο, αυτό είναι -χικ- -χικ- αυτό είναι σεισμός κύριε
πρόεδρε... Η ευγένεια -χικ- έβλαψε ποτέ κανέναν, έτσι δεν είναι; Αυτά
τα αρχί -χιιιιιιιικ!- αυτά τα αρχεία όμως είναι ενοχλητικά πρόεδρε...
Σας παρακαλώ να τα -χικ- αποσύρεις.
Ο πρόεδρος είχε μείνει άφωνος, εξάλλου πάντα
ήταν διάσημος για τη λακωνικότητά του -και σε επίπεδο πολιτικής
τοποθέτησης- και για τη συγγένειά του με την Πυθία... "Πού καταλήγει
ο άνθρωπος..." σκέφτηκε.
- Νομίζω ότι εσύ πρέπει να αποσυρθείς, Κώστα, και τώρα αμέσως, είπε ο
πρόεδρος με έναν μάλλον προστακτικό τόνο στη φωνή.
Ο εκσυγχρονισμένος δεν είχε άλλα περιθώρια
αντίδρασης. Έκανε σχεδόν μεταβολή, και κίνησε να φύγει. Ο ψηλός τον
έβλεπε και σπάραζε η καρδιά του. "Καταραμένε πρόεδρε", σκεφτόταν,
"εγώ έπρεπε να το φέρω σε τέτοια χάλια και όχι εσύ...". Τελικά
αποφάσισε να φύγει μαζί του. Έγνεψε "αντίο" στον πρόεδρο, πλησίασε
τον εκσυγχρονισμένο, "Κώστα μου..." του ψιθύρισε, "Κώ -χικ-" του
ψιθύρισε και ο εκσυγχρονισμένος, κι έφυγαν αγκαλιασμένοι, σχεδόν,
Κώστας και Κώστας, όπως λέμε "Εκείνος κι Εκείνος"...
Ο πρόεδρος έμεινε στη σιωπή του. "Φαίνεται
πως σήμερα είναι η μέρα του ονόματος", σκέφτηκε. "Επομένως ούτε ο
χοντρός θα έρθει να μου φιλήσει το χέρι και να με γεμίσει σάλια, ούτε
η... συντρόφισσα θα έρθει να με ζαλίσει, ούτε ο άλλος ο πρόσθετος θα
θέλει να τον κοιτάζω στα μάτια όση ώρα μιλάμε. Κι όσο για το
συνονόματό μου ποδηλάτη, αυτός έχει αφοσιωθεί στις διάφορες Μις.
Ησύχασα.", σκέφτηκε ο πρόεδρος και μια ζεστή ανατριχίλα τον
διαπέρασε.
- Θόδωρε!!
Ο Θόδωρος βρέθηκε με μιας στο πλάι του προέδρου. Ο πρόεδρος τον
κοίταξε με αγάπη, όπως ο Οιδίποδας κοίταζε τη μητέρα του, και του
μουρμούρισε γλυκά:
- Βράχηκα, Θόδωρε, πάλι βράχηκα...
Ο Θόδωρος έκλεισε την πόρτα, κι ενώ βοηθούσε
τον πρόεδρο σκεφτόταν: "Ε, ρε, τι θα γράψω εγώ στα αρχεία μου...".