Η πτώση

Η ήττα του 1920


Ο Βενιζέλος ξεχώριζε πάντοτε από το πλήθος, βρισκόταν στην κορυφή.  Αλλά όταν τον Αύγουστο του 1920 επιστρέφει στην Αθήνα έχει προχωρήσει πολύ, τόσο πολύ που χάνει την επαφή με την λαϊκή μάζα, υπερτιμά την ψυχική αλλά και την σωματική αντοχή του μέσου ανθρώπου  Υποτιμά την δραστικότητα του δηλητηρίου που λέγεται προπαγάνδα.  Η αντιπολίτευση ζητά επίμονα εκλογές, o Βενιζέλος δέχεται.  Μάταια οι συνεργάτες του προσπαθούν να τον αποτρέψουν.  Αντιλαμβάνονται ότι ο λαός έχει κουρασθεί.  Στο μεταξύ ο θάνατος του Αλεξάνδρου έχει αναζωογονήσει το δυναστικό πρόβλημα.  Ο Βενιζέλος δέχεται, δεν τον τρομάζει η ήττα.  Και την 1η Νοεμβρίου ο λαός καλείται στις κάλπες.

Το αποτέλεσμα των εκλογών εκείνων ήταν συντριπτικό.  Το κόμμα των Φιλελευθέρων σαρώνεται.  Ο Βενιζέλος δεν εκλέγεται ούτε βουλευτής.  Ήταν έτοιμος να δεχθεί μία εκλογική αποτυχία.  Δεν αντέχει την συντριβή και ακούγοντας τα αποτελέσματα αναφωνεί: «Θεέ μου... ώστε τόσο μεγάλο κακό έκανα στον ελληνικό λαό και δεν το είχα αντιληφθεί...;».  Τρεις μέρες αργότερα παραιτείται από την πολιτική και εγκαταλείπει την Ελλάδα.  Ο Κωνσταντίνος, ο μεγάλος αντίπαλός του, επιστρέφει.  Η απόφαση του Βενιζέλου να κάνει τις εκλογές του Νοεμβρίου αναστάτωσε τους συνεργάτες του, το αποτέλεσμα τους εξαγρίωσε.  Τυφλωμένοι από την πίκρα της αποτυχίας αναζητούν κάποιον υπεύθυνο.  Και στρέφονται εναντίον τον.  Αλλά ο Βενιζέλος δεν μετανοεί.  Είναι χαρακτηριστική η απάντηση που δίνει με μία επιστολή προς τον φίλο του και ιστορικό Γ. Βεντήρη:

«Όπως απέδειξαν τα πράγματα – γράφει – ορθώς έπραξα (μη περιβληθείς δικτατορικήν εξουσίαν και διατηρήσας την δυναστείαν), διότι η μη ανάληψις δικτατορικής εξουσίας και η διατήρησις της δυναστείας ουδαμώς παρημπόδισαν την εφαρμογήν της πολιτικής μου.  Τα εμπόδια εδημιουργήθησαν εκ του αποτελέσματος των εκλογών της 1ης Νοεμβρίου.  Και μου απευθύνεται η σοβαρωτέρα κατηγορία, διατί προέβην εις τας εκλογάς εκείνας και δεν ανέβαλα αυτάς μέχρις ότου εφαρμοσθή πλήρως η συνθήκη των Σεβρών.  Η απάντησίς μου είναι η επομένη: ότι εις την αίτησιν της αντιπολιτεύσεως διατυπωθείσαν επιμόνως ήδη από του Μαΐου του 1919, όπως, προβώ εις νέας εκλογάς, αφού είχε λήξει η περίοδος της Βουλής τον Μάιον, αντέταξα ότι και εις άλλα κράτη ανεβλήθη η διεξαγωγή νέων εκλογών ένεκα του πολέμου και ότι ορθόν ήτο ν’ αναμείνωμεν την υπογραφήν των συνθηκών της ειρήνης δια να είναι εις θέσιν ο λαός να γνωρίζη επακριβώς ποία θα είναι τα αποτελέσματα της εφαρμογής της πολιτικής μου.  Όταν υπεγράφη και η συνθήκη των Σεβρών έκρινα ότι δεν είχα πλέον καμμίαν δικαιολογίαν ν’ αναβάλω περαιτέρω τας εκλογάς  Τα αποτελέσματα της πολιτικής μου ανεγράφοντο εις τας υπογραφείσας συνθήκας, δι’ ων ετερματίζετο ο πόλεμος, ο λαός επομένως είχε τα μέσα να ίδη ποίοι υπήρξαν οι καρποί της πολιτικής μου και χωρίς να αρνούμαι ότι διετήρουν ανησυχίας τινάς ως προς το ενδεχόμενον αποτέλεσμα των εκλογών, ήλπιζα εντούτοις σοβαρώς μετά του Ρέπουλη και της πλειοψηφίας των συνυπουργών μου ότι ο λαός θα ενέκρινε τα γενόμενα.  Είχα δε ανάγκην να είμαι βέβαιος ότι ο λαός εγκρίνει την πολιτικήν μου πριν ή προβώ εις την περαιτέρω δράσιν, την οποίαν επέβαλεν η ανάγκη της επιβολής της συνθήκης των Σεβρών.  Ούτε πρέπει να υποτεθεί ότι αι δικαιολογίαι αυταί προβάλλονται εκ των υστέρων, απλώς και μόνον όπως υποστηρίξω ότι δεν υπέπεσα εις λάθος.  Αλλά το λάθος μου είναι εντελώς άλλο, παρ’ εκείνο δια το οποίον κατηγορούμαι.  Δεν ήτο λάθος ότι δεν κατέλυσα την δυναστείαν.  Λάθος μου ήτο ότι όταν επήλθεν ο θάνατος του Αλεξάνδρου δεν ανέβαλα τας εκλογάς δια να διαπραγματευθώ μετά του Κωνσταντίνου και των Δυνάμεων την εις τον θρόνον ανάρρησιν του συνταγματικού διαδόχου Γεωργίου.  Δεν αποκλείεται τοιαύτη λύσις να εγένετο δεκτή υπό του Κωνσταντίνου.  Ούτε θα συνήντων ανυπέρβλητον αντίστασιν εκ μέρους των Δυνάμεων, αι οποίαι όταν επέβαλον την παραίτησιν του Κωνσταντίνου απέκλεισαν της διαδοχής τον Γεώργιον.  Αλλ’ η γνώμη αύτη λεχθείσα εις εκείνους των συναδέλφων μου εις των οποίων την γνώμην είχαν μεγαλυτέραν εμπιστοσύνην, έγινε δεκτή ψυχρώς.  Επληροφορήθην δε συγχρόνως ότι η λύσις αύτη θα εγέννα ισχυράν δυσφορίαν εις τον στρατόν και όλα ταύτα με έκαμαν, ενώ είχα ήδη γράψει επιστολήν προς τον Τάκε Ιωνέσκο ζητών την παρέμβασιν αυτού και της βασιλικής οικογενείας της Ρουμανίας όπως πεισθή ο Kωνσταντίνος να δεχθεί την λύσιν ταύτην, να σχίσω την επιστολήν.  Αυτό είναι το μεγάλο και ασυγχώρητον, αν θέλετε, λάθος μου.  Διότι η λύσις αυτή αν επετυγχάνετο θ’ αποκαθίστα την εθνικήν ενότητα και το αποτέλεσμα των εκλογών θα ήτο πιθανώτατα εντελώς διάφορον.  Αλλά και αν ήτο όμοιον προς τον της 1ης Νοεμβρίου δεν θα εγεννάτο πλέον η οξεία αντίθεσις προς την Αντάντ εκ της εις τον Θρόνον επανόδου του βασιλέως Κωνσταντίνου.  Ο λαός θα μου έδιδε πιθανώτατα εισιτήριον εις την Βουλήν.  Αι σχέσεις μου προς τον αντίπαλον πολιτικόν κόσμον δεν θα ωξύνοντο εις σημείον είχον οξυνθή.  Δεν θα ευρισκόμην εις την ανάγκην να εκπατρισθώ.  Και μένων εις τας Αθήνας θα ευρισκόμην εις επαφήν προς τους νέους κυβερνήτας, ώστε να αποτρέψω αυτούς από θεμελιώδη σφάλματα.  Ωνόμασα το σφάλμα μου όχι απλώς μεγάλον, αλλά και ασυγχώρητον, διότι αν επέμενα εις την γνώμην μου υπάρχουν πολλαί πιθανότητες ότι θα κατόρθωνα να επιβάλω αυτήν.  Kαι ήδη αφού ωμολόγησα το σφάλμα μου, έχω, πιστεύω, το δικαίωμα να επικαλεσθώ την ελαφρυντικήν περίπτωσιν ότι κατά το φθινόπωρον του 1920 ήμην εξηντλημένος εκ του μακρού αγώνος, όστις αρχίσας από τον Φεβρουάριον του 1915 διήρκει ήδη εξ περίπου ετών.  Και η εξάντλησίς μου δεν ήτο σωματική απλώς, αλλά και μετά την απόπειραν του σταθμού της Λυών και ψυχική.  Έβλεπα ότι παρά την αγνότητα των προθέσεών μου είχα κατορθώσει να εξεγείρω ένα μεγάλο μέρας των ομοεθνών μου εις τοιούτο σημείον, ώστε να νομίση ότι άλλη σωτηρία δεν υπήρχε παρά να μου αφαιρέση την ζωήν διότι το έγκλημα του σταθμού της Λυών δεν ήτο ατομική πράξις, αλλά ομαδική εκδήλωσις.  Τον Οκτώβριον του 1920 λοιπόν δεν ήμην πλέον εκείνος που νομίζω ότι είμαι και σήμερον.  Τα προσκόμματα τα οποία έπρεπε να υπερνικήσω δια να επιβάλω την λύσιν του Γεωργίου υπήρξαν την στιγμήν εκείνην ανώτερα των ψυχικών δυνάμεων που διέθετα.  Και ηττήθην.  Αλλ’ αν δεν ήτο λάθος η διατήρησις του Θρόνου, δεν ήτο λάθος μου και ότι επιστρέψας εις τας Αθήνας δεν έγινα δικτάτωρ.  Σου εξήγησα ήδη κατ' επανάληψιν προφορικώς ότι δεν είμαι καμωμένος από το ύφασμα από το οποίον γίνονται οι δικτάτορες.  Μη έχων άλλωστε κυανούν αίμα εις τας φλέβας μου δεν φαντάζομαι ότι έχω εντολήν εκ Θεού να κυβερνώ την Ελλάδα.  Θα εσιχαινόμην τον εαυτόν μου αν άκοντος του λαού επέμενα να τον κυβερνώ διότι έκρινα τον εαυτόν μου καλύτερον από τους άλλους.  Έπειτα η δικτατορία δεν ημπορεί να συμβιβασθή με την ελευθερίαν του τύπου.  Έπρεπε λοιπόν να καταργήσω και αυτήν και να παύσω να γνωρίζω τι ακριβώς γίνεται εις την χώραν ενώ θα ήμην απερροφημένος από τόσον μεγάλας εξωτερικάς περιπετείας.  Μη έχων την ψυχολογίαν ούτε του ελέω Θεού βασιλέως, ούτε του νέου δικτάτορος, θα απετύγχανα οικτρώς εάν επεδίωκα να παίξω ρόλον δια τον οποίον θα ήμην ανίκανος.  Αν άλλος τις υφίστατο εις την θέσιν που ευρισκόμην κατά το φθινόπωρον του 1920 και ο άλλος αυτός είχε την ψυχήν δικτάτορος, ανέβαλλε τας εκλογάς, επροχώρει εις την εφαρμογήν της συνθήκης των Σεβρών, παρέτεινε την αρχήν του επί μιαν δεκαετίαν, ίσως ο άλλος αυτός θα κατόρθωνε να επιτύχη.  Αλλά το πράγμα είναι κάθε κάθε άλλο παρά βέβαιον.  Καθ' όλον το μεταξύ της επιστροφής εις Αθήνας και των εκλογών του Νοεμβρίου διάστημα, το σύνταγμα εξηκολούθει να διέπη τον δημόσιον βίον της Ελλάδος, με μόνας τας παρεκκλίσεις τας οποίας προβλέπει αυτό τούτο το σύνταγμα δια την περίπτωσιν πολέμου ή γενικής επιστρατεύσεως.  Εκτός στρατιωτικών, οι οποίοι έγιναν ένοχοι στρατιωτικών αδικημάτων, ουδείς πολίτης εστερήθη της ζωής του διότι αντέπραξε κατά του καθεστώτος.  Όλη η κατά πολιτείαν αυστηρότης περιωρίσθη εις την εκτόπισιν εκείνων oι οποίοι δικαίως ή αδίκως εκρίνοντο ως επικίνδυνοι δια τον διεξαγόμενον εθνικόν αγώνα.  Kαι όμως η πλειανοψηφία του ελληνικού λαού με εθεώρησε τύραννον και δια ν' απαλλαχθή της τυραννίας μου εξέσχισε την συνθήκην των Σεβρών.  Ο δικτάτωρ, τον οποίον πολλοί ενόμιζον αναγκαίον δια την σωτηρίαν της Ελλάδος δεν εχρειάζετο, υποθέτω, παρά δια να δειχθή αυστηρότερος, θέτων ριζικώς εκποδών τούς αντιδρώντας και τρομοκρατών τους υπολοίπους.  Πως ημπορεί κανείς νά φαντασθή ότι τοιαύτην τρομοκρατίαν θα συνεχώρει ο ελληνικός λαός;  Kαι πώς να πιστευθή ότι με τοιαύτην έξαψιν του εμφυλίου σπαραγμού θα ηδύνατο να συνεχισθή επιτυχώς ο εθνικός αγών;»

Επόμενη σελίδα: Μετά την Μικρασιατική Καταστροφή
Προηγούμενη σελίδα: Το Κίνημα της Εθνικής Άμυνας
Επιστροφή στην Αρχική Σελίδα