ΣΠΗΛΙΕΣ ΟΧΥΡΩΜΕΝΕΣ

Στην γύρω περιοχή του χωριού Σέρβου και σε απρόσιτα σημεία υπάρχουν οχυρωμένες σπηλιές με έργα αυτοπροστασίας από τον καιρό της Τουρκοκρατίας.

Είναι σπηλιές, μικρές και μεγάλες,  που μοιάζουν με χελιδονοφωλιές, στη μέση πανύψηλων βράχων. Πρέπει να ξέρει κανείς για να τις διακρίνει, γιατί ο τοίχος έγινε ένα με το βράχο με το πέρασμα του χρόνου.

Μόλις και μετά βίας διακρίνονται οι πολεμίστρες, που ενώ εσωτερικά έχουν άνοιγμα 40 με 45 εκατοστά του μέτρου, ώστε να κινείται άνετα το καρυοφίλι, εξωτερικά καταλήγουν σε μια σχισμή που μόλις να χωρά την κάνη του. Οι πολεμίστρες έχουν τέτοια διάταξη, ώστε οι αμυνόμενοι να μπορούν να αποκρούουν τον επιτιθέμενο και στο πιο απίθανο σημείο προσβάσεως.

Υπάρχουν σπηλιές που για να φάσεις ως εκεί χρειάζεται να αναρριχηθείς σε φορητή σκάλα ή να κρεμαστείς από σχοινί. Σε άλλες περιπτώσεις χρειάζεται να περάσεις από στενά μονοπάτια, έρποντας μεταξύ ουρανού και γης. Το αίσθημα της αυτοσυντήρησης στους κατοίκους της περιοχής ήταν ιδιαίτερα  έντονο, για να μπορέσουν να μεταφέρουν τα οικοδομικά υλικά, τις πέτρες, την άμμο, το νερό και τον ασβέστη σε αυτά τα δύσκολα και απρόσιτα σημεία.

Οι σπηλιές αυτές ήταν η κιβωτός της Ελληνικής συνέχειας όλα αυτά τα χρόνια της Τουρκοκρατίας, τότε που ο δυνάστης προσπαθούσε να ξεριζώσει κάθε τι το Ελληνικό.

Τέτοιες σπηλιές υπάρχουν στις περιοχές Δρυμίνα, Ντήσιλι, στην Τρανή Σπηλιά, στου Ντελαλή και στη Μακρυαλάκα.

Σε μια από αυτές στην περιοχή της Δρυμίνας, όχι οχυρωμένη, αλλά απρόσιτη και με σταλακτίτες νερού, που τρέχουν ακόμη και τον Αυγουστο λέγεται «Σπηλιά του Κολοκοτρώνη».

Σε αυτή τη σπηλιά, σύμφωνα με την ντόπια ζωντανή παράδοση, κρύφτηκε ο Κολοκοτρώνης και οι λίγοι σύντροφοί του το Γενάρη του 1806, όταν προδομένοι από τον φίλο του Γέρου τον "Κυρ Παρασκευά" από το Πυργάκι  κυνηγημένοι από τους Τούρκους, κατέφυγαν στον Πλαπούτα για να σωθούν, λίγο πριν φύγουν για τη Ζάκυνθο.

«Βρήκα τον Πλαπούτα στη στάνη» γράφει ο Γέρος στην αυτοβιογραφία του.

Και ο Κανέλλος Δεληγιάννης γράφει:  «Τους υπήγαινε μόνος του (ο Πλαπούτας) τροφήν περί το μεσονύκτιον ανά τρείς ημέρας και τους επροφύλαξεν εκεί υπέρ τον ένα μήνα».

Ακόμη μια άλλη σπηλιά στην «Μακρυαλάκα» υπήρξε το λίκνο από όπου ξεκίνησε ο κατόπιν ιερέας του χωριού ο Παπαγιώργης. Εγεννήθη εκεί, όταν κατέφυγαν εκεί οι γονείς του το 1826 για να σωθούν από τις διώξεις του Ιμπραήμ, που έκαιγε, σκότωνε και ρήμαζε την περιοχή.

 

Απόσπασμα από κείμενο του Σερβαίου Ιστοριοδίφη Νίκου Παπαγεωργίου που δημοσιεύτηκε στον Ε' Τόμο των Αρκαδικών  Χρονικών, το 1979, με τίτλο «Κιβωτοί της Ελληνικής Συνέχειας»

  Επιστροφή στην αρχική σελίδα (Home Page)

Αρχική Σελίδα Χωριό Σέρβου Φωτογραφίες Slides Κινούμενες Φωτογραφίες Παρουσίαση Εκκλησιών ΑλμπουμΛογοτεχνική Σελίδα