Ποίες είναι οι ανακριτικές πράξεις.

Οι πράξεις αυτές περιγράφονται ρητά στο άρθρο 129 του Ν.2683/99 και είναι όμοιου περιεχομένου με το άρθρο 228 του Π.Δ .611 /77. (Βλέπε πιο κάτω) . Οι ανακριτές, οφείλουν να συλλέγουν πληροφο­ρίες α) εξετάζοντας μάρτυρες και τον κατηγορούμενο β) Να μεταβαί­νουν επί τόπου για διενέργεια αυτοψίας, ή εν ανάγκη να χρησιμο­ποιούν πραγματογνώμονες γ) να καταλαμβάνουν πειστήρια δ) να πράττουν παν το αναγκαίο για τη συλλογή και διατήρηση των αποδεί­ξεων ή των ιχνών του αδικήματος . Οι ανακριτικές αυτές πράξεις ρυθ­μίζονται αναλυτικά από τον ΚΠΔ α) για εξέταση μαρτύρων από τα άρθρα 209 και επόμενα αλλά και από το άρθρο 131 του ίδιου νόμου.  β) για εξέταση κατηγορουμένου από τα άρθρα 270 και επόμενα γ) για επί τόπου μετάβαση στο άρθρο 249 δ) για ενέργεια αυτοψίας στο άρ­θρο 130 του νόμου 2683/99. ε)  στα άρθρα 180 και επόμενα για πραγματογνω­μοσύνη  και στ) για κατάληψη των πειστηρίων στα άρθρα 258 και επόμενα ως και στο άρθρο 280.

Κατά την ενέργεια αυτοψίας οι ανακριτές μπορούν να επιθέτουν σφραγίδες ή να λαμβάνουν εν γένει τα πρόσφορα μέτρα, ώστε να μην υπεξαιρεθούν ή μεταβληθούν αντικείμενα χρήσιμα στην ανάκριση. (άρθρο 252 ΚΠΔ). Όταν παρίσταται ανάγκη να ασφαλίζονται πράγ­ματα ή έγγραφα, τότε επί των σφραγιζομένων τίθεται η σφραγίδα της υπηρεσίας. Συγχωρείται επίσης σε όσους έχουν συμφέρον να συνε­πιθέσουν και την δική τους σφραγίδα, όταν παρίστανται και το ζητή­σουν (άρθρο 267 εδάφιο α΄ του ΚΠΔ)  Η αποσφράγιση γίνεται πα­ρουσία αυτών, εάν είναι εφικτό, αλλά αφού βεβαιωθεί το αλύμαντον των σφραγίδων (άρθρο 277 εδάφιο. β΄ ΚΠΔ) Σε κάθε περίπτωση συ­ντάσσεται έκθεση της ανακριτικής αυτής πράξεως παρουσία του γραμματέως

Προκειμένου περί αναζητήσεως και κατασχέσεως εγγράφων ή άλλων αντικειμένων ευρισκομένων στα χέρια δημοσίων υπαλλήλων ισχύουν τα εξής.:

Όταν κληθούν να τα παραδώσουν, ακόμη και τα πρωτότυπα, εάν τους ζητηθεί, οφείλουν να το πράξουν , εκτός εάν δηλώσουν έγγραφα έστω και αδικαιολόγητα ότι πρόκειται για διπλωματικό ή στρατιωτικό μυστικό ή αναγόμενο στην ασφάλεια του κράτους ή περί μυστικού του λειτουργήματος των ή του επαγγέλματος των (άρθρο 261 ΚΠΔ). Αν υπάρξει αμφιβολία για τη δήλωση αυτή τότε εφαρμόζει τις διατάξεις του άρθρου 262 του ΚΠΔ.

Αν η φύλαξη των κατασχεθέντων εγγράφων ή πραγμάτων είναι δυ­σχερής ή υφίσταται κίνδυνος αλλοιώσεως των, τότε λαμβάνει ο ανα­κριτής , εφόσον είναι εφικτό, αντίγραφα των εγγράφων και φωτογρα­φίες ή άλλες αναπαραστάσεις των πραγμάτων (άρθρο 268 §1 ΚΠΔ).


Ν.2683/9.2.99 (Φ.Ε.Κ. 19Α΄) Άρθρο 129

 

Ανακριτικές πράξεις

1. Ανακριτικές πράξεις είναι:

α) η αυτοψία,

β) η εξέταση μαρτύρων

γ) η πραγματογνωμοσύνη

δ) η εξέταση του διωκομένου.

2. Δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ανακριτικής πράξης θέμα που κατά το νόμο καλύπτεται: α) από το απόρρητο της υπηρεσίας, εκτός αν συμφωνεί η αρμόδια αρχή ή β) από το κατά νόμο επαγγελματικό ή άλλο απόρρητο.

3. Για την ανακριτική πράξη συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από όσους συνέπραξαν. Αν κάποιος απ' αυτούς είναι αναλφάβητος ή αρνείται να υπογράψει, γίνεται σχετική μνεία στην έκθεση.

 

2604/16Α'/72  Εγκύκλιος ΑΣΔΥ

 

περί τρόπου διενεργείας των  (κατ' άρθρον 22 του υπ' αριθμ. 285/72 Β.Δ.) διοικητικών ανακρίσεων  και συ­ντάξεως των πορισμάτων εκθέσεων.

..............

  Ε'. Ανακριτικαί πράξεις.

Αι ανακριτικαί πράξεις αποβλέπουν εις την συγκέντρωσιν αποδείξεων δια χρήσεως αποδεικτικών μέσων. Υπό τον όρον αποδεικτικά μέσα νοούνται πρόσωπα ή αντικείμενα δια της χρησιμοποιήσεως των οποίων, ο ενεργών την διοικητικήν ανάκρισιν άγεται εις την θεμελίωσιν των διαπιστώσεών του.

       Εν άρθρω (22 του υπ' αριθμ. 285/1972 Β. Δ. (τώρα άρθρο 228 Π.Δ. 611/77) αναφέρονται ενδεικτικώς ως ανα­κριτικαί πράξεις:

       α) η αυτοψία

       β) η πραγματογνωμοσύνη

       γ) η εξέτασις μαρτύρων

       δ) η εξέτασις του διωκομένου

       (ε) η εκτίμησις των εγγράφων).

       Η ενδεικτική αύτη απαρίθμησις ανακριτικών πράξεων ουδόλως κωλύει όπως, κατά την διοικητικήν ανάκρισιν και έτεραι ανακριτικαί πράξεις ή στοιχεία αποτελέσουν απο­δεικτικά μέσα.


 

Αυτοψία

Η αυτοψία είναι η δικονομική πράξη , με την οποία ο ενεργών προ­βαίνει στη διαπίστωση γεγονότων δια της εξετάσεως, μέσω των δικών του αισθήσεων, αντικειμένου ή αντικειμένων που έχουν σχέση με την διερευνούμενη πράξη. Η συναγωγή των παρατηρήσεων μπορεί να γίνει με οιανδήποτε των αισθήσεων και όχι μόνον δια της οράσεως, όπως θα νόμιζε κάποιος από τον όρο αυτοψία. Η αυτοψία ενεργείται με σκοπό την βεβαίωση των περιστάσεων κάτω από τις οποίες έγινε ορισμένο γεγονός (άρθρο 181 §1 ΚΠΔ). Αντικείμενο της μπορεί να είναι οποιοδήποτε γεγονός υπό την υλική του υπόσταση, όπως τό­πος, πράγματα κλπ υπό την προϋπόθεση ότι αυτό έχει σχέση με την εξεταζόμενη υπόθεση.

Αυτοψία μπορεί να ενεργήσει και ο ανακριτής (άρθρο 251 ΚΠΔ) και είτε αυτοπροσώπως είτε με ειδικό υπάλληλο ή εμπειρογνώμονα να λάβει ιχνογραφήματα, φωτογραφίες ή άλλες απεικονίσεις. (Άρθρο 181 ΚΠΔ). Όπως σε κάθε άλλη ανακριτική πράξη  έτσι και στην αυ­τοψία συντάσσεται έκθεσις η οποία πρέπει να είναι λεπτομερείς ως προς την περιγραφή τόσον του τρόπου ή μεθόδου ενεργείας, όσο και των γενόμενων παρατηρήσεων, επισυναπτομένων σ΄αυτήν των ιχνο­γραμμάτων , φωτογραφιών κλπ.

Άρθρο 251 ΚΠΔ

Ο ανακριτής  και οι εν άρθρω 33 ανακριτικοί υπάλληλοι , ...... οφείλουσι αμελλητί να συλλέγουσι πληροφορίας περί του εγκλήματος και των υπαιτείων  αυτού  , να εξετάζωσι μάρτυ­ρας και κατηγορουμένους, να μεταβαίνωσιν επί τόπου προς ενέργεια αυτοψίας, παραλαμβάνοντας μεθ’ εαυτών, αν υφίστα­ται ανάγκη ιατροδικαστάς ή άλλους πραγματογνώμονας,  να ενεργώσι ερεύνας, να καταλαμβάνωσι τα πειστήρια και εν γέ­νει να πράττωσι παν ο,τι είναι αναγκαίον προς συλλογήν και διατήρησιν των αποδείξεων και προς εξασφάλησιν των ιχνών του εγκλήματος.

 

2604/16Α'/72  Εγκύκλιος ΑΣΔΥ

 

       1. Αυτοψία. Η αυτοψία είναι η ανακριτική πράξις, δι' ης διώκεται όπως βεβαιωθή γεγονός τι, δια της ιδίας αντι­λήψεως του ενεργούντος την διοικητικήν ανάκρισιν. Αύτη δύναται να περιλάβη εξέτασιν εν τόπω ή εξέτασιν πραγμάτων, εξ ης δύναται να σχηματισθή, υπό τον ενεργούντος την διοικητι­κήν ανάκρισιν, ασφαλής πεποίθησις, δυναμένη να πείση τον πειθαρχικόν ή τους πειθαρχικούς δικαστάς.

 


Ν.2683/9.2.99 (Φ.Ε.Κ. 19Α΄) Άρθρο 130

 

Αυτοψία

1. Με την επιφύλαξη όσων ορίζονται στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 128, η αυτοψία διενερ­γείται αυτοπροσώπως από εκείνον που διεξάγει την πειθαρχική ανάκριση με την παρουσία γραμματέα.

2.Η αυτοψία δημόσιων εγγράφων ή εγγράφων ιδιω­τικών που έχουν κατατεθεί σε δημόσια αρχή ενεργείται στο γραφείο όπου φυλάσσονται.

3. Έγγραφα που κατέχονται από ιδιώτη, παραδίδονται στον ανακριτή και επιστρέφονται υποχρεωτικώς μετά το τέλος της πειθαρχικής διαδικασiας. Ο ανακριτής, ύστερα από αίτηση του ιδιώτη, υποχρεούται να χορηγεί ατελώς απόδειξη παραλαβής και επίσημο αντίγραφο των εγγράφων που παραλήφθηκαν. Έγγραφα τα οποία εlναι αναγκαία για τη διεκπεραίωση κάθε είδους υπόθεσης του κατόχου τους ή άλλου προσώπου ανακοι­νώνονται στον ανακριτή στον τόπο όπου βρίσκονται.

 

 

 


2604/16Α'/72  Εγκύκλιος ΑΣΔΥ

 

2. Πραγματογνωμοσύνη.

Εάν προς βεβαίωσιν, διάγνωσιν ή κρίσιν οιουδήποτε γε­γονότος απαιτούνται ειδικαί επιστημονικαί ή τεχνικαί γνώ­σεις, ο ενεργών την διοικητικήν ανάκρισιν δύναται να ορίση πραγματογνώμονας.

    'Όσον αφορά εις την διαδικασίαν του διορισμού των πραγματογνωμόνων, την υποχρέωσιν αποδοχής τον διο­ρισμού, τον όρκον και την θέσιν αυτοίς των προς εξέτασιν ζητημάτων, εφαρμόζονται αναλόγως αι οικείαι διατάξεις του Κώδικος Ποινικής Δικονομίας (Κεφάλαιον Γ', άρθρα 183 και επ.).

 

Ν.2683/9.2.99 (Φ.Ε.Κ. 19Α΄) Άρθρο 132

 

Πραγματογνώμονες

Ως πραγματογνώμονες ορίζονται δημόσιοι υπάλληλοι, υπάλληλοι νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και ο.τ.α., καθώς και αξιωματικοί των ενόπλων δυνάμεων και σωμάτων ασφαλείας και του λιμενικού σώματος. Οι πραγματογνώμονες, πριν από τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, ορκίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.

Ν.2683/9.2.99 (Φ.Ε.Κ. 19Α΄)  Άρθρο 147

Δαπάνες πειθαρχικής διαδικασίας

1. Η πειθαρχική διαδικασία διεξάγεται ατελώς.

2. Όταν διατάσσεται πραγματογνωμοσύνη, οι αμοιβές των πραγματογνωμόνων εκκαθαρίζονται από το πει­θαρχικό όργανο και καταβάλλονται από το Δημόσιο ή το οικείο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου.

 

Εξαίρεση πραγματογνωμόνων

Άρθρον 191  Κ.Π.Δ.

 Οι πραγματογνώμονες  δύνανται να, εξαιρεθούν δια τους εν άρθρω 1 5 αναγραφομένους λόγους εξαιρέσεως, εφαρμοζομέ­νους αναλόγως. Δεν αποτελεί εν τούτοις λόγον εξαιρέσεως τού πραγματογνώμονος το γεγονός ότι εν τη αυτή υποθέσει εγνωμοδότησεν ούτος ως πραγματογνώμων επί άλλου θέματος.

Αίτησις εξαιρέσεως

Άρθρον 192 ΚΠΔ

 Δικαίωμα υποβολής αιτήσεως εξαιρέσεως έχου­σιν ο εισαγγελεύς και οι διάδικοι, δυνάμενοι να ασκήσωσι τούτο, μέχρις ου οι πραγματογνώμονες επιληφθώσι του έργου των. Προς τούτο ο διορίσας τους πραγματογνώμονας οφείλει ταυτοχρόνως ν' ανακοινώση τα ονοματεπώνυμα αυτών προς τον εισαγγελέα και τους διαδίκους, πλην αν τούτο εiνε αδύνατον  ή αν συντρέχη ή περίπτωσις του άρθρου 187.  Η μη ανακοίνωσις των ονοματεπωνύμων των πραγματογνωμόνων παρέχει το δικαίωμα της αιτήσεως εξαιρέσεως και μετά την εγχείρισιν της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης, μέχρι πέρα­τος της ανακρίσεως όταν ο διορισμός εγένετο εν τη προδικασία, μέχρι δε της ορκωμοσίας των πραγματογνωμόνων όταν ο διορισμός εγένετο έπ' ακροατηρίω

 


Άρθρο 193 ΚΠΔ

Απόφαση εξαιρέσεως

§ 1. Επί της αιτήσεως εξαιρέσεως αποφαίνεται αμετακλήτως δια διατάξεως αυτού ο διορίσας τον πραγματογνώμονα, εάν δε ούτος διωρίσθη παρά δικαστηρίου, εκδίδει τούτο ιδίαν απόφασιν. Δεκτής γενομένης της αιτήσεως διορίζεται έτερος πραγματογνώμων.

§ 2 ……

§ 3. Αι πράξεις πραγματογνωμοσύνης, εις ας μετέσχεν ο εξαιρεθείς, είναι αυτοδικαίως άκυροι.

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ: Διάταξις ονομάζεται η απόφασις πάνω σε ορισμένο θέμα της διαδικασίας που εκδίδεται από τον ανακριτή, τον εισαγγελέα ή τον διευθύνοντα την συζήτησιν , αν αυτό γίνεται στο δικαστήριο.. Εκδίδονται δε με έγγραφη απόφαση ύστερα από προφορική ανάπτυξη των λόγων εξαίρεσης και είναι ειδικά δικαιολογημένες και υπογράφονται από τον εκδόσαντα και τον γραμματέα.

Άρθρο 194 K.Π.Δ.,

Εις τους άπαξ ορκισθέντας πραγματογνώμονας υπομνήσκεται ο δοθείς παρ΄αυτών όρκος. Οι λοιποί ορκίζονται επί ποινή ακυρότητος  της πραγματογνω­μοσύνης, επί του Ιερού Ευαγγελίου ως ακολούθως: “ Ορκίζομαι να διεξαγάγω την ανατεθείσαν μοι πραγματογνωμοσύνην μετά πάσης αμεροληψίας και επιμελείας και εν πάση μυστικότητι, έχων ως μόνον σκοπόν την ανακάλυψιν της αληθείας. Ούτως είη μοι ο Θεός βοηθός και το Ιερόν Αυτού Ευαγγέλιον”. Προκειμένου περί προσώπων εκ των εν άρθρω 220 αναφερομένων, εφαρμόζονται κατ’ αναλογίαν αι δια­τάξεις του άρθρου τούτου.

 ΣΗΜΕΙΩΣΗ : ( όρκος αλλοθρήσκων)

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ: 1. Αν δεν είναι δυνατός ο ορισμός Πραγματογνώμονα κατά το άρθρο 132  του Υ.Κ. τότε ο ορισμός του μπορεί να γίνει κατά τις διατάξεις του Κ.Π.Δ. άρθρα 183-201.

 

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ: 2. Ο ανακριτής που ορίζει πραγματογνώμονα ορίζει τα ζητήματα πάνω στα οποία πρέπει να απαντήσει  ο ή οι πραγματογνώμονες, αφού λάβει υπόψιν του και τις σχετικές προτάσεις των εμπλεκομένων, αν αυτοί υπάρχουν.. Σε κάθε φάση όμως της ανακρίσεως είναι δυνατή η ανάθεση και άλλων ζητημάτων. (Άρθρο 195 ΚΠΔ)   

 

- Επειδή, δια της προσφυγής προβάλλεται ότι παρανό­μως (ήτοι, χωρίς  να γνωστοποιηθή εις τον προσφεύγο­ντα ο διορισμός πραγματογνώμονος,  ώστε να διορίση και αυτός τεχνικόν σύμβουλον) ελήφθη υπ' όψιν υπό του πειθαρχικού συμβουλίου η υπό 9.8.1985 έκθεσις γραφολογικής εξετάσεως  της γραφολόγου Α.... Β...., της οποίας η διενέργεια είχε διαταχθή  εις τα πλαίσια ποινικής δίκης του προσφεύγοντος. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προερχόντως, ως αλυσιτελής, διότι το Δικαστήριον πείθεται, και  χωρίς την ως άνω γραφολο­γικήν εξέτασιν (πραγματογνωμοσύνην) και δη επί τη βάσει των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων (των εξετα­σθέντων μαρτύρων, του πορίσματος διοικητικής ανα­κρίσεως του επιθεωρητού Οικον. Εφοριών Γ. Λιαπο­πούλου) ότι ο προσφεύγων ετέλεσε, τα πειθαρχικά πα­ραπτώματα, ως εις την προηγουμένην σκέψιν περιε­γράφησαν,  Σ.τ.Ε. 643/90.

 

- Κατ' άρθρο 228 επ. Y.K., η διενέργεια της πραγματο­γνωμοσύνης, ως αποδεικτικού μέσου, δεν είναι υπο­χρεωτική για το πειθαρχικό συμβούλιο,   Σ.τ.Ε. 2135/88

 ....επομένως, απορριπτέος λόγος ότι η ΕΔΕ επί της οποίας εστηρίχθη η  προσβαλλομένη είναι ελλιπής λόγω μη διενεργείας πραγματογνωμοσύνης,   Σ.τ.Ε. 2135/88