Η ψυχανάλυση είναι ταυτόχρονα μία θεωρία του ψυχισμού και μία θεραπευτική
μέθοδος.
Ως θεωρία, η ψυχανάλυση είναι μία ειδική μέθοδος πρόσβασης και
γνώσης της ψυχικής ζωής, και ένας τρόπος κατανόησης των ψυχικών φαινομένων,
είτε αυτά ανήκουν στην καθημερινή ζωή , είτε στην ψυχοπαθολογία.
Ως θεραπεία, η ψυχανάλυση απευθύνεται σε άτομα στα οποία, άγνωστες και μη
ελεγχόμενες μέσα τους διεργασίες, επηρρεάζουν με τρόπο επαναληπτικό τις
αποφάσεις τους, τις διαπροσωπικές τους σχέσεις, το αίσθημα αυτοαξίας και τους
οδηγούν σε συμπτώματα όπως άγχος, κατάθλιψη, φοβίες κ.α. Η θεραπευτική
επιδίωξη της ψυχανάλυσης αφορά, όχι μόνο στην απαλλαγή από τα συμπτώματα,
αλλά και στην τροποποίηση της ψυχικής οικονομίας του ατόμου, στην εύρεση νέων
διεξόδων στις συγκρούσεις του, στο άνοιγμα της λογικής των επιθυμιών και των
κινήτρων του και στην επανάκτηση του νήματος της προσωπικής του ιστορίας.
Ως θεωρία διαμορφώθηκε μέσα από το έργο του Σ.Φρόϋντ (1856 - 1939).
Στον αιώνα μας, η ψυχαναλυτική σκέψη διαπότισε την ψυχιατρική, την ψυχολογία,
και τις κοινωνικές επιστήμες σε σημείο που είναι δύσκολο να φαντασθή κανείς
τι θάταν σήμερα τα συστήματα κατανοήσεως του ανθρώπου, εάν δεν είχαν εντάξει
στο σώμα των γνώσεών τους έννοιες όπως η λειτουργία του ασυνείδητου,
η παιδική σεξουαλικότης, οι ψυχικοί μηχανισμοί της απώθησης, της άρνησης,
της διάψευσης, η εργασία του ονείρου, η ειδική σημασία της διαπροσωπικής
συναισθηματικής σχέσης μεταξύ αναλυτού και ασθενούς, κλπ.
Οι ψυχαναλυτικές ιδέες αποτέλεσαν πηγές έμνευσης για την τέχνη, την λογοτεχνία, το
θέατρο, τον κινηματογράφο και την φιλολογία. Επί πλέον, τα τελευταία χρόνια άρχισε
να αναπτύσσει και διάλογο με τις θετικές επιστήμες.