Λευκάδιος Χερν, Μπουτιμάρ

 

  Ακούσατε την ιστορία τούτη, που λέει για το Σολομώντα, το μεγάλο και ασύγκριτον εκείνον βασιλέα.

  Όλα τα Πνεύματα και τα Τελώνια, οι άνθρωποι, τα ζώα της στεριάς, όλα τα πετεινά του ουρανού κι όλα τα ψάρια της θαλάσσης ορκιζόντουσαν απάνω στ' όνομα του κι ήσαν έτοιμα σ' ένα του νεύμα να εκτελέσουνε και την παραμικρή του διαταγή.

  Η εξουσία του δεν ημπορούσε ν' αναμετρηθεί -αρά μονάχα με τη γληγοράδα και τη δύναμη του αλόγου τού Ζέφυρου, που ο πρωινός του καλπασμός είναι σαν ταξίδι ενός χρόνου απάνου στο πιο γλή­γορο άτι, απ' όσα έχουμε στη γη μας εδώ κάτω.

 Λοιπόν, μια μέρα ο Σολομώντας εκαθότανε με όλη του τη δόξα στον αψηλό του θρόνο, το στημένο στην κορυφή του θεόρατου βουνού που φέρει τ' ό­νομα του και δεσπόζει σ' όλες τις χώρες της Περ­σίας και των Ινδιών. Γύρω του ήσαν για τιμή του όλα τα πλάσματα της γης και πάνω απ' το κεφάλι του τα πετεινά του ουρανού εκάνανε μια σκέπη και του κρατούσανε σκιά, ενώ τα Πνεύματα και τα Τε­λώνια κόβανε βόλτες γύρω στον αέρα, έτοιμα να εκτελέσουν κάθε διαταγή του.

Και τότε άξαφνα εκεί, σαν μια αχλύ που ανα­δεύονταν χαμηλά απ' τη γη, ένα συννεφάκι μυρωμέ­νο σηκώθηκε στον ουρανό κι έφθασεν αψηλά, ως το θρονί του Σολομώντα. Κι ένα κρυσταλλένιο ωραίο χέρι πρόβαλε μέσ' απ' το σύννεφο, ένα χέρι πιο λευκό και πιο λαμπρό από του ήλιου τις αχτίδες.

  Και κρατούσε το ωραίο χέρι αυτό στα δάχτυλα του μια διαμαντένια κούπα γεμάτη ένα παράξενο και θαυμαστό υγρό, που λαμποκοπούσε σαν του φεγγαριού το φως. Και μια φωνή γλυκιά σα μουσι­κή ακούστηκε να λέει στο βασιλέα:

— Ο Δημιουργός του Παντός μ' έστειλε σε σέ­να, ω Σολομώντα, με την κούπα αυτή, που έχει αθάνατο νερό!... Θέλει ο Πλάστης να διαλέξεις μό­νος σου ελεύθερα τι προτιμάς: να πιεις από το νά­μα τούτο της Αθανασίας και να ζήσεις στους αιώ­νες, ή σου αρέσει πιο καλά να μείνεις μες στα αν­θρώπινα δεσμά σου και μ' αυτά να τελειώσεις τη φθαρτή και σύντομη ζωή σου; Σκέψου και αποφά­σισε. Σε περιμένω.

  Τότε μια σιωπή βαθιά κυρίεψε τα πάντα. Ο βασιλέας Σολομών σκεπτότανε τα λόγια που επρόφερεν ο άγγελος Κυρίου. Το μυρωμένο σύννε­φο ήταν μπροστά του και τ' άσπρο χέρι το κρυ­στάλλινο εστέκονταν ακίνητο με τη διαμαντένια κούπα, τη γεμάτη αθάνατο νερό.

  Και, όπως να ονειρευότανε, ο βασιλέας Σολο­μών είπε σιγά-σιγά στον εαυτό του:

  -Αλήθεια, ωραίο είναι το χρυσό το νήμα της ζωής, και η ζωή αυτή είναι σαν ολοπράσινος μπαξές γεμάτος δέντρα με οπωρικά λαχταριστά, ενώ ο ύπνος του θανάτου είναι μαύρος κι άραχλος. Κι ό­μως, πριν να τ' αποφασίσω, αν είν' να πιω τ' αθάνατο νερό ή όχι, χρωστώ να πάρω συμβουλή και γνώμη απ' τα Πνεύματα και τα Τελώνια, απ' τους σοφούς αυτού του κόσμου, απ' τα ζώα της στεριάς, τα ψάρια της θαλάσσης και τ' ουρανού τα πετεινά.

  Και το χέρι το κρυστάλλινο και άσπρο σαν του ήλιου τις αχτίδες έστεκε πάντα ακίνητο μπροστά του, κρατώντας τη διαμαντένια κούπα, που λαμπο­κοπούσε, με τ' αθάνατο νερό.

  Τότε όλα τα Πνεύματα και τα Τελώνια, κι όλοι οι σοφοί του κόσμου, τα ζώα της στεριάς, τα ψάρια της θαλάσσης και τα πετεινά του ουρανού, με μια φωνή παρακάλεσαν τον αφέντη τους το Σολομώντα να πιει το νάμα της Αθανασίας.

  Γιατί, τι τάχα; Δεν στηρίζονταν σ' αυτόν όλος ο κόσμος; Τούτος δεν ήταν ο προστάτης τους; Όλη η χαρά κι όλη η ελπίδα τους δεν ήταν κρεμασμένη στου Σολομώντα τη ζωή; Κι αληθινά η ζωή τού Προφήτη-Βασιλέα ήταν για όλους σαν ατίμητο λι­θάρι, δεμένο σε δαχτυλίδι ολόχρυσο.

  Λοιπόν κι ο Σολομώντας αποφάσισε. Απλώνει την παλάμη, παίρνει την κούπα απ' τα δά­χτυλα τα κρυσταλλένια. Το αθάνατο νερό λαμπο­κοπά μέσα στην κούπα και γύρω σπιθίζουν μαγικές ανταύγειες, ενώ ένα φως τριανταφυλλένιο ξεχωρί­ζει σαν φωτοστέφανος ηλίου, που ροδίζει την αυγή.

  Μα ξάφνου ο Σολομώντας σαν να δείλιασε, κι

εκεί που ήταν έτοιμος να πιει τ' αθάνατο νερό, του ήρθε μια σκέψη και ρωτά τριγύρω του:

— Ω Τελώνια και Πνεύματα, και σεις σοφοί τού κόσμου, ω ζώα της στεριάς και ψάρια της θαλάσ­σης και πετεινά του ουρανού — για πέστε μου: μήπως λείπει από 'δω κανένα από τα πλάσματα που εξουσιάζω;

  Και τότε τα Τελώνια, τα Πνεύματα, οι άνθρω­ποι κι όλα τα ζωντανά απαντήσανε με μια φωνή:

— Αφέντη βασιλέα, μόνο η Μπουτιμάρ δεν είν' εδώ. Η Μπουτιμάρ, η αγριοπερίστερα, η πιο αγα­πημένη σου απ' όλα του Θεού τα πλάσματα.

  Κι ο Σολομώντας έστειλε αμέσως για τη Μπου­τιμάρ τ' ολόχρυσο πουλί, που του εχάρισε η μάγισ­σα Μακέδα, η βασίλισσα Σαβά των Αιθιόπων.   Και το πουλί αυτό δεν άργησε να φέρει την αγριοπερί­στερα απ' τη μακρινή της τη φωλιά.

  Τότε ο Σολομώντας άρχισε μ' αυτά τα λόγια, που τα 'γραψε ύστερα μες στο βιβλίο του, το Άσμα των Ασμάτων:

— Ω περιστέρα μου, που βρίσκεσαι πάντα κρυμ­μένη στις σχισμές των βράχων και στων κρημνών τ' απόκρυφα, κάμε με ν' ακούσω τη γλυκιά φωνή σου!... Τι λες κι εσύ: κάνει να πιει ο Σολομώντας, ο αφέντης σου, τ' αθάνατο νερό και να κερδίσει έ­τσι την Αιωνιότητα;

  Και η αγριοπερίστερα, που μιλούσε τη γλώσσα των πουλιών και που μόνον ο Σολομώντας καταλά­βαινε, απάντησε μ' αυτά τα λόγια:

  Πώς ένα πλάσμα σαν κι εμέ φτωχό στο πνεύ­μα θα μπορούσε να δώσει γνώμη σ' αυτόν που είναι της σοφίας η πηγή; Πώς θα μπορούσα εγώ, η αγριοπερίστερα, η ταπεινή, να δώσω συμβουλές στο βασιλέα της σοφίας; Μ' αφού το θέλεις και το α­παιτείς, επίτρεψέ μου να σε ρωτήσω πρώτα, Κύριε μου, αν το αθάνατο νερό, που σου 'φερεν ο άγγελος, είναι για σένα μόνον, ή μπορείς να το μοιραστείς με όσους άλλους αγαπάς;

—Όχι, απάντησεν ο Σολομώντας, το νάμα Α­θανασίας είναι για μένα μόνο, κι η κούπα η διαμα­ντένια δεν χωράει αρκετό για να το μοιραστώ μ' άλλους δικούς μου, π' αγαπώ.

— Τότε, ω βασιλέα και προφήτη μου, λέει η Μπουτιμάρ με τη γλυκιά φωνή της την πουλίσια, που μόνον ο Σολομώντας καταλάβαινε, τότε, ω βα­σιλέα μου, πώς θα μπορέσεις και πώς θα θελήσεις να ζεις μόνος, όταν όλοι όσοι σ' αγαπήσανε, όταν η γυναίκα σου και τα παιδιά σου, οι φίλοι σου, οι σύμβουλοι σου και οι δούλοι σου, γίνουνε στάχτη; Και πώς, ενώ αυτοί θα δοκιμάσουν το πικρό φαρ­μάκι του θανάτου, συ θα θελήσεις μόνος σου να πιεις τ' αθάνατο νερό; Και τι θα καταλάβεις με την αιώνια ζωή και νεότητα σου, τη στιγμή που η όψη αυτού του κόσμου και η γη θα είναι όλο ρυτίδες από τα γεράματα, και τ' άστρα θα 'χουν πάψει να φεγγοβολούν και θα 'χουν σβήσει; Όταν της αγα­πημένης σου η καρδιά θα είναι σκόνη, σκορπισμένη στους τέσσερες ανέμους, όταν τα μάτια που σε περίμεναν με αγωνία, ή σε κοίταζαν με τόση γλύκα, σβήσουν και γίνουν μιαν ανάμνηση, όταν οι γλυκές κουβέντες κι οι φωνές, που σε μάγευαν, σιωπήσουν, όταν η ζωή σου καταντήσει σαν παραφωνία, σαν μια όαση μέσα σε μιαν απέραντη έρημο θανάτου... τότε τι θέλεις πια να ζεις;

  Κι ο Σολομώντας, χωρίς ν’ απαντήσει, ά­πλωσε την παλάμη ήσυχα, γύρισε τη διαμαντέ­νια κούπα στο χέρι το κρυστάλλινο του αγγέλου, που εχάθηκε μέσα στο σύννεφο το μυρωμένο κι έ­σβησε πια για πάντα.

  Και τότε στην ολόασπρη του Σολομώντος γε­νειάδα μια λάμψη απλώθηκε ασημένια, μια μαρμα­ρυγή από μικρά λευκότατα διαμάντια, όμοια με δροσιά. Ήταν δροσιά βγαλμένη μέσ' από τα φυλλοκάρδια. Τα δάκρυα του προφήτη-βασιλιά.