7. Ευγενία Φακίνου, Έρευνα, Φλεβ-Μάρτ. 1993, τ. 26, σελ. 44-64.

 

  H «Ζάχαρη στην άκρη», το τε­λευταίο βιβλίο της Ευγενίας Φακίνου, είναι από τα πιο πολυδιαβασμένα βι­βλία. Αλλά και όλα τα βιβλία της Φακίνου δεν πάνε πίσω στις πωλήσεις. Για μια τόσο πολυδιαβασμένη συγγραφέα λοιπόν, πριν παρουσιάσουμε το τελευ­ταίο της βιβλίο, καλό είναι να κάνουμε μια σύντομη ανασκόπηση της προηγούμενης δουλειάς της.

  Η «Αστραδενή» (1982) γράφηκε α­φού η Ευγενία Φακίνου, δημιουργός της «Τενεκεδούπολης», είχε ήδη εκδώσει έξι παιδικά βιβλία. Η μετάβαση στο μυ­θιστόρημα έγινε ομαλά. Η αφηγήτρια στο έργο είναι ένα εντεκάχρονο κορι­τσάκι (πηγαίνει στην πέμπτη δημοτι­κού). και το απλό και λιτό ύφος της α­φήγησης της αναπαράγει το ύφος του παραμυθιού. Η πρωτοπρόσωπη αφήγη­ση, στους αντίποδες του εσωτερικού μονόλογου, είναι η φωνή μιας σπήκερ που παρατηρεί και περιγράφει με λεπτομέ­ρειες για τους ακροατές της. Είναι μια αφήγηση εντυπώσεων, και όχι αισθημάτων τα οποία, ελαχιστότατα, κλείνο­νται μέσα σε παρενθέσεις.

  Το θέμα του έργου είναι περίπου μια ελεγεία για τον φθίνοντα κόσμο της επαρχίας και ένα κριτικό σχόλιο για τον κόσμο της Αθήνας στον οποίο συρ­ρέουν οι επαρχιώτες, ζητώντας εδώ τη λύση στα οικονομικά τους αδιέξοδα. Η ανάπτυξή του γίνεται με μια τεχνική παράλληλης αντιπαράθεσης και σύγκρι­σης των δυο κόσμων, που αποβαίνει πε­ρισσότερο πειστική, καθώς γίνεται μέσα από τα απροκατάληπτα ματιά ενός μι­κρού κοριτσιού. Η παιδική αφέλεια μά­λιστα δημιουργεί στιγμές στιγμές μια χιουμορι­στική ατμόσφαιρα, όπως π.χ. όταν το κορίτσι μιλάει για το μουχλιασμένο τυ­ρί στο σουπερμάρκετ εννοώντας το ροκφόρ.

  Το κορίτσι, απέναντι στην πεζότητα και τη σκληρότητα του νέου κόσμου στον οποίο έχει ριχτεί, έχει να αντιπα­ραθέσει τις αναμνήσεις της από τη ζωή της στην επαρχία, πλουσιότατες σε λαο­γραφικά στοιχεία, πολυτιμότατα για ένα λαογράφο και κοινωνικό ανθρωπολόγο.

  Όμως η Φακίνου δεν μένει στην α­πλή εικονογράφηση. Προσπαθεί να πει και μια ιστορία, με ένα τέλος τραγικά συμβολικό του αποτρόπαιου καινούρι­ου κόσμου, του αστικού, στον οποίο ήλθαν το κοριτσάκι με τους γονείς του για μια καλύτερη μοίρα. Η Αστραδενή βλέ­πει ένα όνειρο. Το όνειρο αυτό είναι προφητικό. Δυστυχώς η Φακίνου αδυ­νατεί να το αξιοποιήσει στην επεξεργασία της πλοκής και να οικοδομήσει το σασπένς εκείνο που απορρέει από αυτό. Έτσι το ξεχνάμε σχεδόν αμέσως. Μόνο στο τέλος θα ψυχανεμισθούμε τον προφητικό του χαρακτήρα. Τότε είναι που θυμόμαστε ότι τα όνειρα στη λογο­τεχνία «βγαίνουν» πάντα, αντίθετα από ό,τι συμβαίνει στη ζωή. Το κοριτσάκι στο τέλος του βιβλίου, τη στιγμή που βιάζεται από κάποιο γείτονα, αποκρυ­πτογραφεί και το όνειρο της, όπως ο Αουρελιάνο Μπουενδία, στο τέλος του «Εκατό χρόνια μοναξιάς», την ώρα της βιβλικής καταστροφής αποκρυπτογραφεί το χειρόγραφο του Μέλκιαδες.

  Στο «Έβδομο ρούχο» (1983), η Φακίνου αναπτύσσει την ιδέα της «Αστραδενής», την ιδέα της απώλειας ενός χρυ­σού αιώνα, ενός χαμένου παραδείσου. Εκεί οριζόταν τοπικά: ο χαμένος παράδεισος ήταν ο αθώος και αγνός κόσμος της επαρχίας, σε αντίθεση με την κόλα­ση του συμφέροντος, της λαγνείας και της αποξένωσης της πρωτεύουσας. Εδώ ορίζεται χωρικά, με terminus ante quem τη μικρασιατική καταστροφή. Μέσα από τα 70 χρόνια μοναξιάς μιας γιαγιάς, μιας κόρης και μιας εγγονής, εικονογραφείται η πτώση του ελληνισμού.

  Η γιαγιά προλαβαίνει να γευθεί την ευτυχία πριν ξεριζωθεί. πριν το κεφάλι του άντρα της κυλήσει αιμόφυρτο στα νερά του λιμανιού της Σμύρνης. Το α­γροτικό περιβάλλον του ελλαδικού χώ­ρου στο οποίο ρίχνεται δεν είναι η ύ­παιθρος της «Αστραδενής». Είναι εξίσου λάγνο και κολασμένο με της Αθή­νας. θα υποκύψει στον «προστάτη» της και θα κάνει κάμποσα νόθα παιδιά μαζί του. Ο έκφυλος πατέρας θα επιχειρήσει να βιάσει την κόρη, και ο γιος, για να προστατεύσει την αδελφή, θα τον σκοτώσει. Η γριά μάνα και η (άλλη) κόρη θα υπομείνουν τη μοίρα τους, και θα ζήσουν στο εξής μέσα στη μοναξιά με τη φροντίδα του άρρωστου γιου και αδελφού. αντιτάσσοντας σαν άμυνα την προσκόλληση τους στις λαϊκές παραδό­σεις - που συμφύρονται με αρχαιοελλη­νικές δοξασίες. Η εγγονή θα αλλοτριω­θεί ολοκληρωτικά στο αστικό περιβάλ­λον της Αθήνας όπου θα καταφύγει η -παρ' ολίγον; - βιασθείσα. μητέρα της.

 Τα ήθη και τα έθιμα της παράδοσης, μοιάζει να λέει η Φακίνου, αποτελούν το μονό σταθερό οδηγό σε ένα κόσμο ρευστότητας, ασάφειας και ανασφάλει­ας. Σ' αυτά θα προσκολληθεί η γριά βά­βω. τρυπώντας το κορμί της για να βα (σελ. 44) φτεί με το αίμα της το υποκατάστατο του «έβδομου ρούχου», που έχει χαθεί, σε μια μάταιη και ανωφελή θυσία. Η εγ­γονή ήδη σαρκάζει. Η αφήγηση είναι κι εδώ πρωτοπρόσωπη, μόνο που οι αφηγητές είναι τρεις. Η Φακίνου εξακολου­θεί να βλέπει μέσα από τα μάτια των η­ρώων της, αντί να τους βλέπει απ' έξω.

  Η αντίθεση του σχεδόν χυδαίου λό­γου της εγγονής, εκφραστή του νέου κό­σμου. με το λόγο της γριάς βάβως και της κόρης, προκαλεί δυνατή εντύπωση. Η «Μεγάλη πράσινη» (1987). «εί­ναι η πρόκληση που δεν αποδεχτήκαμε ποτέ. Όλες οι τολμηρές ιδέες που δεν πραγματοποιήσαμε. Όλα τα περιπετειώ­δη ταξίδια που δεν κάναμε. Όλοι οι έ­ρωτες που ονειρευτήκαμε είναι η ελπίδα ότι κάποτε θα τολμήσουμε», μας λέει η συγγραφέας στο οπισθόφυλλο του βι­βλίου της.

  Αυτά στο επίπεδο των προθέσεων.

  Η «μονοδιάστατη» Ιωάννα, αγιο­γράφος το επάγγελμα, παρατάει τον ά­ντρα και το σπίτι της ψάχνοντας να α­νακαλύψει τα όνειρα της. Η επίσκεψη στον Μιστρά και η συνάντησή της με τη μοναχή Καλλιμάχη δεν της λύνουν το πρόβλημα. Με την ευαισθησία της οξυμμένη (βλέπει οράματα), με μια κατατονική στάση απέναντι στους ανθρώπους. θα αποδυθεί σε μια «άσκοπη» περιπλάνηση. έχοντας να αντιμετωπίσει, σαν θηλυκός Ροβινσόνας, τα στοιχεία της φύσης χωρίς ούτε καν τις πιο στοιχειώ­δεις ανέσεις του πολιτισμού, θα κατα­φύγει στο ερειπωμένο αρχοντικό των Ραψάνηδων, προσπαθώντας να επιβιώ­σει με στοιχειώδη μέσα. Εκεί θα ανακα­λύψει ξανά τα όνειρα της, που θα τα α­ποτυπώσει σε πίνακες ζωγραφικής. Εκεί θα «επικοινωνήσει» για πρώτη φορά με έναν νεαρό έφηβο, ονειροπόλο σαν κι αυτή, θα του χαρίσει την πρώτη ολοκλη­ρωμένη σεξουαλική εμπειρία και θα τον ενθαρρύνει στη δική του φυγή.

  Οι χωριανοί θα την ανακαλύψουν στο κρησφύγετο της. και θα συνδέσουν την παρουσία της με την εξαφάνιση του νεαρού και της εξαδέλφης του. η οποία επίσης το σκάει, και θα την προπηλακί­σουν πριν την παραλάβει η αστυνομία. Όταν αποκαλυφθεί ότι τα δύο παιδιά είναι σώα, θα αφεθεί ελεύθερη.

  Η περιπλάνηση της θα την οδηγήσει σε μια ερημική -παραλία. Ξαφνικά θα ξανακούσει τις φωνές των ναυτών, και θα δει το πλοίο που πρωτοείδε τη φοβε­ρή εκείνη νύχτα καταιγίδας, όταν έφυγε από τον Μιστρά, θα κατευθυνθεί προς τη θάλασσα, σαν άλλος Εμπεδοκλής προς το χείλος του Βεζούβιου.

  Η «τόλμη» της Ιωάννας στη «Μεγάλη πράσινη» είναι η τόλμη της φυγής (μό­νιμο μοτίβο της Φακίνου) και, γενικότε­ρα. η τόλμη να ζήσεις αντικομφορμιστι­κά. χωρίς τις ανέσεις του πολιτισμού και χωρίς συμμόρφωση στους κανόνες του: η τόλμη να ζήσεις παράλογα. Η τόλμη αυτή μόνο στο θάνατο μπορεί να σε οδηγήσει, αφού αυτός θα έχεις ζήσει θαυμάσιες στιγμές έκστασης. Έτσι αίρε­ται το αισιόδοξο μήνυμα που έχει σαν πρόθεση να μας μεταδώσει η Φακίνου.

 Το έργο θα μπορούσε να θεωρηθεί και σαν ένα μυθοποιητικό δοκίμιο για τον καλλιτέχνη. Ο μποέμικος αντικομφορμισμός οξύνει την ευαισθησία και τις αισθήσεις του. .«αϊ τον κάνει να παύ­ει να έχει σχέσεις με υποχρεώσεις, με κανόνες και με τα πράγματα (Σαρτρ: τα πράγματα μας κατέχουν) και μπορεί έ­τσι ανεμπόδιστοι να επιχειρήσει την κα­τάδυση στον εαυτό του. απ' όπου θα α­νασύρει τις πολύτιμες εκείνες στιγμές του δημιουργικού οργασμού, γνωστές σε κάθε καλλιτέχνη.

  Στη «Γάτα με πέταλα» (1990) η Φακίνου «περιγράφει τη χυδαιότητα και την ηθική κατάπτωση» (οπισθόφυλλο). Αναφέρεται σε μια εταιρία καταπατη­τών ενός χωριού (ίσως η εταιρία δολο­φόνων με τις πλαστογραφημένες διαθήκες να της έδωσε την έμπνευση), σε μια περίπου νυμφομανή και σε ένα ηδονοβλεψία. Στο χωριό αυτό δε ζει, έστω και στις παρυφές του, καμιά Ιωάννα. Για την Αστραδενή. για τη μάνα και την κό­ρη στο «Έβδομο ρούχο», για την Ιωάν­να. Νιώθουμε συμπάθεια, αγάπη, συμπό­νια. Για τα πρόσωπα στη «Γάτα με πέ­ταλα». όπως και για τα πρόσωπα στη «Ζάχαρη στην άκρη», νιώθουμε οίκτο, φρίκη, αποτροπιασμό. Οι «θετικοί» ή­ρωες έχουν όλοι τους φύγει, και μένει μόνο η κόλαση από την οποία δραπέ­τευσαν, μια κόλαση χυδαιότητας και η­θικής κατάπτωσης.

  Η περιγραφή της όμως δεν γίνεται στα πλαίσια μιας καταγγελίας, όπως συμβαίνει συνήθως στα έργα του ρεαλι­σμού. Η χυδαιότητα και η ηθική κατά­πτωση, φαίνεται να λέει, αμετάκλητα α­παισιόδοξα, η Ευγενία Φακίνου, αποτε­λούν συστατικά στοιχεία της κοινωνι­κής μας ζωής. Και για να μην της κατα­μαρτυρήσουν ότι την ηθική αυτή κατά­πτωση την περιορίζει στις κατώτερες τάξεις, στους απογόνους μικρασιατών προσφύγων, κάνει αναφορά σε μια τρίτη ιστορία, ιστορία λαθρεμπορίας ό­πλων από ανώτατο κυβερνητικό στέλεχος. με την οποία μάλιστα ξεκινά και το βιβλίο της. Όμως μ' αυτή την τρίτη ιστορία δεν θα ασχοληθεί καθόλου, για­τί όπως λέει. της «λείπουν εντελώς οι αξιόπιστες πληροφορίες». (Με μια πα­ρόμοια ιστορία, το σκάνδαλο Κοσκωτά. απασχολείται αυτό τον καιρό ο Βασίλης Βασιλικός, όπως διαβάζω στη «Λέξη». Γενάρης Φλεβάρης 1992). Ο πραγματι­κός λόγος είναι ότι θα της ήταν δύσκο­λο να τη συναρθρώσει με τις δυο άλλες ι­στορίες που πραγματεύεται στο βιβλίο της.

  Η «Ζάχαρη στην άκρη» (1991) εί­ναι το τελευταίο βιβλίο της Φακίνου και ένα από τα πιο πολυδιαβασμένα βιβλία της εποχής μας με τα «Βαμμένα κόκκι­να μαλλιά» του Κώστα Μουρσελά και το «Ροζ που δεν ξέχασα» του Γιάννη Ξανθούλη το βλέπω συνεχώς σε διαφο­ρά  top).

  Όπως και τα υπόλοιπα βιβλία της Φακίνου, διαθέτει εκείνο το ξεχωριστό προτέρημα που διακρίνει τα περισσότε­ρα best sellers: τον άνετο και απέριττο αφηγηματικό λόγο, τον γεμάτο καθαρό­τητα και διαύγεια. Τα ποιητικά πετάγ­ματα ελλείπουν. Δεν θυμάμαι να συνά­ντησα καμιά παρομοίωση ή μεταφορά. Οι εικόνες της είναι τόσο σαφείς που δεν χρειάζονται την υποστήριξη μιας σύγκρισης, και η Φακίνου δεν ενδιαφέ­ρεται να τις εξαϋλώσει ποιητικά με τις συγκρίσεις των παρομοιώσεων και των μεταφορών.

 Το βιβλίο αποτελεί μια πινακοθήκη με τις προσωπογραφίες των παραθερι­στών της βίλας Λίλιαν, σε κάποιες πε­ρίεργες διακοπές που έχουν σαν κατά­ληξη την τελευταία ημέρα τους. την ει­κοστή, να γίνεται η υλοποίηση των ονεί­ρων ενός από τους παραθεριστές.

  Όμως η υλοποίηση των ονείρων, σαν τέτοια, δεν έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον από ότι οι σχολικές παραστάσεις στο τέλος του σχολικού έτους. Μια φαντασμαγορία, και τέρμα. Μας έχουν γίνει περιγραφές ανάλογων «υλοποιήσε (σελ. 45) ων ονείρων» στο παρελθόν, ώστε να ξέρουμε ότι δεν είναι τίποτα το εντυπω­σιακό, σε βαθμό που αναρωτιόμαστε γιατί οι παραμερίστε;; δείχνουν τόσο εν­διαφέρον γι' αυτή την ημέρα, και περι­μένουν με τόση λαχτάρα την ανακοίνω­ση της επιλογής της μαντάμ Λίλιαν, για το τίνος τα όνειρα θα υλοποιηθούν φέ­τος. Έτσι. προκειμένου να προκαλέσει το ενδιαφέρον των αναγνωστών η Φακίνου, κάνει χρήση μιας τεχνικής που χρησιμοποιείται πλατιά στον κινηματο­γράφο. αλλά και στο μυθιστόρημα. Η τεχνική αυτή συνίσταται στο να γνω­στοποιηθεί το τέλος, ένα τέλος τραγικό, στην αρχή της αφήγησης. Το τέλος που βλέπουμε εδώ είναι ένας νεκρός άνδρας, καθισμένος στο τραπέζι μιας πανδαι­σίας. Μαθαίνουμε το όνομα του. Λέγε­ται Αργύρης Ματαβίας. Έτσι, αν και η εικοστή ήμεροι της υλοποίησης των ονεί­ρων μπορεί να μην αποτελεί για τον α­ναγνώστη την εξαιρετική ημέρα που απο­τελεί για τους παραθεριστές της βίλας Λίλιαν, την περιμένει όμως με την ίδια α­γωνία. γιατί ξέρει ότι κάτι ασυνήθιστο. κάτι έξω από τα προβλεπόμενα, και σχε­διασμένα συνέβη εκείνη την ημέρα.

  Η τεχνική αυτή αυξάνει το αφηγη­ματικό ενδιαφέρον για γεγονότα που δεν συνδέονται αιτιακά παρά αποτε­λούν περίπου κομμάτια παζλ προσωπογραφιών. Τα γεγονότα που θα αφηγηθεί η Φακίνου, κυρίως flashes back αναμνή­σεων και βιογραφικών, δεν θα προκα­λούσαν ποτέ την υποψία μιας τέτοιας -ή έστω ανάλογης - τραγικής κατάληξης, αφού η λογική κατάληξη είναι τόσο δε­δομένη για τους ήρωες όσο και για τον αναγνώστη, το πέσιμο της αυλαίας σε μια γιορτή όπως όλε; οι άλλες. Το να μας πει όμως η συγγραφέας ότι υπήρξε κάτι μη αναμενόμενο στην εξέλιξη αυ­ξάνει το αφηγηματικό ενδιαφέρον. Και ένας νεκρός προκαλεί πάντα μεγάλο εν­διαφέρον. Πέθανε άραγε, ή τον σκότω­σαν, και γιατί ή πως:

  Η μεγαλύτερη επιτυχία του συγγρα­φέα είναι να ξεγελάσει τον αναγνώστη. Αν ο αναγνώστης μαντεύσει ποιος είναι ο δολοφόνος, ο συγγραφέας του αστυ­νομικού μυθιστορήματος έχει αποτύχει. Πολλές φορές όμως το ξεγέλασμα μπο­ρεί να οφείλεται σε αφηγηματικές προ­καταλήψεις. Εγώ, για παράδειγμα, δια­ψεύστηκα προσδοκώντας μια αστυνομι­κή εξέλιξη, με βάση τη σκοτεινή φυσιογνωμία της μαντάμ Λίλιαν. Μπορεί όμως η συγγραφέας να επεξεργάσθηκε -έτσι την προσωπογραφία της, ακριβώς για να ξεστρατίσει τον αναγνώστη, κάτι που οι συγγραφείς το κάνουν συχνά.

  Όμως η παραπάνω επινόηση στην πλοκή δεν αξιοποιείται μόνο αφηγημα­τικά, αυξάνοντας δηλαδή το ενδιαφέρον μας για την εξέλιξη του μύθου. Η συγ­γραφέας μας διεγείρει μ' αυτό τον τρό­πο και συναισθήματα που προσιδιάζουν στην τραγωδία: έλεος και φόβο για τον ήρωα. που ξέρουμε το τέλος του, όπως ήξεραν το τέλος των ηρώων οι θεατές των κλασικών τραγωδιών, μια και τους ήταν γνωστός ο μύθος.

  Να αναφέρουμε εδώ ότι η τεχνική α­φήγησης του τέλους στην αρχή. ενώ έχει την καταγωγή της στο μοντάζ, στην πραγματικότητα είναι παλιότερη. Στις τραγωδίες της κρητική; αναγέννηση;. για παράδειγμα, οποί· ο μύθος είναι ά­γνωστος, για να προκληθεί το τραγικό αίσθημα για τους ήρωες, ο συγγραφέας μας ανακοινώνει στον πρόλογο το τρα­γικό τέλος των ηρώων.

  Οι παραθεριστές, όλοι τους στην τρίτη ηλικία (ή καλύτερα στην έβδομη, κατά τον ψυχολόγο Έρικ Έριξον) νιώ­θουν τη μελαγχολία των περισσοτέρων γερόντων που δεν πραγματοποίησαν όσα είχαν επιθυμήσει.

  «Κι εδώ βρίσκεται η αιτία της με­λαγχολίας των περισσότερων ανθρώ­πων», λέει η συγγραφέας. «Στην από­σταση, δηλαδή, του επιθυμητού από το πραγματικό». Η απόσταση θεωρείται για όλους δεδομένη, και έτσι το θέατρο της «πραγματοποίησης των ονείρων» στα μάτια μας φαίνεται προκαταβολικά σαν παρωδία, και έτσι περιγράφεται στο τέλος.

  Οι επιθυμίες μας είναι καταδικασμέ­νες στη ματαίωση. Και δεν πρόκειται μόνο για τις «υγιείς» επιθυμίες στερημέ­νων ανθρώπων, όπως του Αργύρη, που μια ζωή στη δίαιτα εξαιτίας του διαβή­τη, λαχταρά τώρα να ξεπατωθεί στο φαΐ. Είναι και οι απωθημένες ερωτικές φαντασιώσεις, που εδώ, μέσα στην κραιπάλη και στα παραισθησιογόνα που βάζει η Λίλιαν στα ποτά τους βρίσκουν επιτέλους το δρόμο στην ελεύθερη έκ­φραση. Η Ελευθερία, γυναίκα του Αργυρή, «είχε στολίσει τα μαλλιά της βάζοντας πάνω υπ' τη μάσκα με τα γα­λάζια φτερά ένα κομμάτι κισσού κι έ­παιζε το κακό, το πονηρό, το απαγορευ­μένο ονείρου της» (έβλεπε τον εαυτό της στον ύπνο της να οργιάζει σαν μαινά­δα). «Η Λούλα είχε πασαλείψει το στή­θος με κρέμα σαντιγύ κι -έβαζε το γελωτοποιό - τροβαδούρο να της το γλύφει». «Χόρευαν όλοι με όλους. Τα ζευγάρια άλλαζαν κάθε δύο τρία λεπτά. Οι γυναί­κες ηθοποιοί είχαν αγκαζάρει τον Ιάσο­να και τον Σπυράκο, ενώ ο Αρχιτελετάρχης δεν άφηνε τη Γιαννούλα από τα χέρια του. Ο γελωτοποιός τροβαδούρος με τη φυσαρμόνικα, χωρίς να πάψει να παίζει, τριβόταν αναίσχυντα πάνω στην Ελευθερία, που το απολάμβανε. Ο Αργύρης είχε σηκώσει στην αγκαλιά του ένα από τα δίδυμα και χόρευε φωνάζο­ντας: Είναι ο Γανυμήδης! Είναι ο Γανυμήδης και είμαι ο Δίας».

  Οι επιθυμίες μας είναι καταδικασμέ­νες στη ματαίωση, είμαστε καταδικα­σμένοι να πεθάνουμε με ανεκπλήρωτες τις επιθυμίες μας, μοιάσει να μας λέει η Φακίνου. Οι απόπειρες μας να τις υλο­ποιήσουμε όταν η γεροντική άνοια θραύει τις αναστολές του υπερεγώ είναι αληθινά κωμικές, όταν δεν είναι μοιραί­ες, όπως στην περίπτωση του Αργύρη Μπατανία.

  «Θέλω να ζήσω πάλι απ' την αρχή», παραληρεί ο Αργύρης. «Ένα άγραφο χαρτί ειν' η ζωή μου... Είμαι νέος! Είμαι όμορφος! Είμαι γεν­ναίος! Κάνω ό,τι θέλω χωρίς να λογα­ριάζω τη γνώμη των άλλων».Η κατάληξη είναι τραγική. Ο Αργύ­ρης, συναισθανόμενος το θάνατο να πλησιάζει, λέει στον εαυτό του ψευδίζοντας:«Κοιμήσου, αγόρι μου. Κοιμήσου α­φού νιώθεις τέτοια κούραση... Κοιμή­σου... Αύριο... Αύριο θα 'ναι μια άλλη μέρα... Λευκή... Άγραφτη... Όλα... θα... ξανά.. γραφτ...ούν... απ'... τ... αρχ...»

  «Απ... τ... αρχ...» Απ' την αρχή, εί­ναι σαν να θέλει να πει η συγγραφέας. Όμως παίζει άραγε με την αμφισημία, που δημιουργεί η θέση των αποσιωπητικών; Ή μήπως δεν υπάρχει αμφισημία, απλά εγώ, ξεφυλλίζοντας το βιβλίο, διά­βασα την τελευταία σειρά χωρίς τα συμ­φραζόμενα της, συμπληρώνοντας με λά­θος γράμματα; Όπως και να 'χει. είμαι πράγματι «επαρκής αναγνώστης». Η άλ­λη μέρα θα ξεκινήσει, έτσι όπως την ο­νειρεύτηκαν ο Φρόιντ, ο Μαρκούζε. και προπαντός ο Βίλχελμ Ράιχ. Από την απελευθέρωση των σεξουαλικών ενστίκτων. Από τ' αρχ...  (σελ. 46)