Σχετικά με τη θεσμική διάσταση του πεδίου, το φάσμα των δραστηριοτήτων
που καλύπτει η εκπαίδευση ενηλίκων είναι δυναμικά διευρυνόμενο,
ανταποκρινόμενο με αξιώσεις στις κοινωνικο-οικονομικές και πολιτισμικές
ανάγκες της σύγχρονης κοινωνίας. Η παραπάνω αποσαφήνιση επιτρέπει την
εποικοδομητική ανάληψη πρωτοβουλιών για θεσμοθέτηση νέων εκπαιδευτικών
προγραμμάτων, που για έναν εκπαιδευτικό στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση
μπορεί να αφορούν π.χ. τη συστηματική αναβάθμιση της συνεργασίας
σχολείου - οικογένειας, κοινωνίας – σχολείου.
Από την άλλη πλευρά, στη θεώρηση του πεδίου «Εκπαίδευση ενηλίκων» ως
ιδιαίτερου επιστημονικού πεδίου, προωθείται καταρχήν η αυτογνωσία και η
ατομική προσπάθεια. Γίνεται δηλαδή δυνατή η κριτική προσέγγιση των δικών
μας ιδιαιτεροτήτων ως ενηλίκων, η ανάδειξη των προσωπικών μας
προτιμήσεων σε εκπαιδευτικές στάσεις και πρακτικές, η αναγνώριση των
δικών μας εμποδίων προς τη μάθηση. Η κριτική αυτή προσέγγιση, παρά τον
υποκειμενικό της χαρακτήρα, εξυπηρετεί την διαπίστωση της ανάγκης για
συνεχή βελτίωση, την υιοθέτηση στάσης διαρκούς αμφισβήτησης των
πρακτικών μας αλλά και διευκολύνει μακροπρόθεσμα και αποτελεσματικά την
δική μας μάθηση.
Η βιωματική συμμετοχή στη διεργασία της εκπαιδευόμενης ομάδας συνέβαλε
τέλος ουσιαστικά στην αναμφισβήτητη αναγνώριση της ποικιλομορφίας που
εμφανίζουν οι ενήλικες εκπαιδευόμενοι. Οι αποκρυσταλλωμένοι διαφορετικοί
τρόποι μάθησης, η προηγούμενη εμπειρία, τα ψυχολογικά εμπόδια,
παίρνοντας «σάρκα και οστά» ανάμεσά μας στην εκπαιδευόμενη ομάδα,
εναρμονίζουν θεωρία και πράξη. Υπαγορεύουν την ενσωμάτωση ποικιλίας
περισσότερο ή λιγότερο ενεργητικών τεχνικών, αναδεικνύουν την σημασία
του σχεδιασμού στην εκπαιδευτική πράξη, τονίζουν την αναγκαιότητα
διεύρυνσης και τεκμηρίωσης των επιλογών του εκπαιδευτή.
Επιχειρώντας τη σύνθεση των παραπάνω, ο ρόλος του «εκπαιδευτή
ενηλίκων» διαφαίνεται ιδιαίτερα απαιτητικός αλλά και προκλητικός. Η
αποδοχή τόσο της ευθύνης όσο και της πρόκλησης είναι ουσιαστικές
παράμετροι της αποτελεσματικότητας της δραστηριοποίησής μας στο χώρο.
Δυο ΣΗΜΑΝΤΙΚΕΣ διαπιστώσεις:
Πρώτον, το να είσαι ένας επιτυχημένος επαγγελματίας δεν ταυτίζεται με το
να είσαι ικανός εκπαιδευτής ενηλίκων. Η γνώση που εμπλέκεται στην
καθημερινή άσκηση των επαγγελματικών μας δραστηριοτήτων παραμένει
αναγκαία αλλά δεν είναι και ικανή συνθήκη για την εκπαίδευση των
επαγγελματιών του κλάδου μας. Η αποτελεσματικότητα της παραδοσιακής
μορφής μάθησης «μαθητεία», κατά την οποία ο εκπαιδευόμενος παρακολουθεί
τον επαγγελματία και βαθμιαία αναπτύσσει αυτονομία, περιορίζεται από την
ανάδυση νέων αναγκών της σύγχρονης κοινωνίας. Η αλλαγή επαγγέλματος, η
απασχόληση των γυναικών, η αναθεώρηση της γνώσης και η συνεχιζόμενη
εξειδίκευση καθιστούν πλέον τις παραδοσιακές μεθόδους διδασκαλίας ως
ανορθολογικές μεθόδους διαχείρισης πόρων. Η υιοθέτηση όμως ενεργητικών
εκπαιδευτικών τεχνικών από τους εκπαιδευτές, απαραίτητη για την ανάπτυξη
κοινωνικών δεξιοτήτων, έρχεται σε σύγκρουση με τις παραδοσιακές
πρακτικές με τις οποίες οι ίδιοι εκπαιδεύτηκαν. Η μεθοδολογία
εκπαίδευσης ενηλίκων αναλαμβάνει επομένως να καλύψει συστηματικά το
επιτακτικό κενό που παρουσιάζεται.
Δεύτερον, υπό το νέο πρίσμα της συμμετοχής του εκπαιδευτή στη διεργασία
της εκπαιδευόμενης ομάδας, διαφαίνεται πώς ο εμψυχωτής-συντονιστής
αποκομίζει και ο ίδιος οφέλη. Η εκπαιδευόμενη ομάδα αποτελεί μια μικρή
κοινωνία μάθησης, όπου η αυθεντία παραμερίζεται. Έτσι, ο κριτικός
στοχασμός πάνω στην εμπειρία της μαθησιακής διεργασίας διευρύνει το
γνωστικό ορίζοντα εκπαιδευόμενων και εκπαιδευτή αλλά και ανατροφοδοτεί
και αναπτύσσει τις δεξιότητες του τελευταίου σχετικά με τη διαχείριση
του ανθρώπινου δυναμικού. Τα οφέλη αυτά επιστρέφουν στη συνέχεια
ανταποδοτικά στην εκπαιδευόμενη ομάδα, ακολουθώντας την ανελικτική
πορεία της μάθησης για όλα τα εμπλεκόμενα μέρη.
Η ανάδειξη της αναγκαιότητας της συστηματικής εκπαίδευσης των
Εκπαιδευτών Ενηλίκων από τη μια πλευρά και οι συνέπειες της αλλαγής του
ρόλου του Εκπαιδευτή, από τον παραδοσιακό - του μεταβιβαστή της γνώσης,
σε εκείνον του εμψυχωτή-συντονιστή της ομάδας, από την άλλη, φαίνεται
τελικά να εξισορροπούν τον απαιτητικό με τον ταυτόχρονα ανταποδοτικό
χαρακτήρα του ρόλου του εκπαιδευτή.
Πέρα όμως από το θεωρητικό υπόβαθρο σχετικά με τη μεθοδολογία της
Εκπαίδευσης Ενηλίκων, το οποίο συμβάλλει στην επιστημονική συγκρότηση
του Εκπαιδευτή ενηλίκων, ιδιαίτερα εποικοδομητικές θεωρούνται γνώσεις,
στάσεις και δεξιότητες σχετικά με το σχεδιασμό εκπαιδευτικών
προγραμμάτων, την παραγωγή εκπαιδευτικού υλικού, καθώς και την
αξιολόγηση των παραπάνω.
Υιοθετούμε την άποψη πως ο ρόλος του εκπαιδευτή ενηλίκων αποτελεί, όπως
υπογραμμίζεται από την αναγκαιότητα για τη δια βίου μάθηση, μια δυναμική
κατάσταση χωρίς τέλος. Η τελειοποίηση αντίθετα αναφέρεται σε μια
πεπερασμένη κατάσταση, με προκαθορισμένα ποιοτικά και ποσοτικά
χαρακτηριστικά. Η αποτελεσματικότητα του εκπαιδευτή ενηλίκων δεν μπορεί
επομένως να τελειοποιηθεί, δύναται όμως να βελτιώνεται σε μια διαδρομή
με συνεχή ενημέρωση γύρω από τις νέες εξελίξεις σε θεωρητικό αλλά και σε
επίπεδο έρευνας και με τον κριτικό στοχασμό πάνω στην εμπειρία της
εκπαιδευτικής πράξης.