ΕΠΙΜΟΡΦΩΣΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΣΤΗΝ ΧΡΗΣΗ ΚΑΙ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΤΠΕ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΔΙΔΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
 

ΚΡΕΜΜΥΔΙΩΤΗ ΓΕΩΡΓΙΑ, ΔΑΣΚΑΛΑ

Η Ε.Κ.Ε. ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
05/02/2008
ΕΠΑΝΩ
ΔΙΑ ΒΙΟΥ ΜΑΘΗΣΗ ΚΑΙ Ε.Κ.Ε.
ΚΡΙΤΙΚΟΣ ΣΤΟΧΑΣΜΟΣ
Η Ε.Κ.Ε. ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΩΝ

 

 

  Συνοπτικά, η εκπαίδευση ενηλίκων στα τέλη της δεκαετίας του  ’80 και στις αρχές της δεκαετίας του ’90 στη χώρα μας εμφάνισε ταχύτατη ανάπτυξη, με βασικό σκοπό την απορρόφηση διαθέσιμων πόρων, πρωτίστως ευρωπαϊκών αλλά και εθνικών. Ήδη διαφαίνεται πως ο σκοπός αυτός καταρχήν απέχει από τη λειτουργία της εκπαίδευσης ενηλίκων ως σκελετού στήριξης της δια βίου μάθησης, δίνοντας μονομερώς ιδιαίτερη έμφαση στη συμπληρωματική/συνεχιζόμενη κατάρτιση. Επιπλέον, η ποσοτική αύξηση των προγραμμάτων επιμόρφωσης και κατάρτισης δεν συνοδεύτηκε από ανάλογη ποιοτική αναβάθμισή της. Η μη προηγούμενη διερεύνηση των αναγκών κατάρτισης, η αδυναμία σχεδιασμού προγραμμάτων που να καλύπτουν συγκεκριμένες επαγγελματικές δεξιότητες και η έλλειψη κατάλληλων εκπαιδευτών αναδεικνύονται ως τα βασικά αίτια των δυσλειτουργιών της συνεχιζόμενης εκπαίδευσης. Επιπρόσθετα, απουσιάζει στην συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων, η αξιολόγηση των δραστηριοτήτων των διαφόρων φορέων. Τέλος, προβλήματα συντονισμού των φορέων εκπαίδευσης ενηλίκων οδήγησαν σε συνακόλουθη μη ορθολογική κατανομή των διαθέσιμων πόρων (Βεργίδης, 2005:59-70).

Το 1992 η θεσμοθέτηση Ινστιτούτων Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ε.Κ.), δημόσιων και ιδιωτικών, σηματοδοτεί μια περίοδο αναθέσμισης της Εκπαίδευσης Ενηλίκων, στοχεύοντας στην αρχική αλλά και συμπληρωματική κατάρτιση. Για τον αποτελεσματικό  συντονισμό των φορέων που δραστηριοποιούνται στη συνεχιζόμενη εκπαίδευση, το 1994, το Υπουργείο Εργασίας επιφορτίζεται με τη διαχείριση και την παρακολούθηση των ενεργειών τους. Στα πλαίσια διαμόρφωσης ενιαίας πολιτικής και στρατηγικής, προβλέπεται η ίδρυση δημόσιων και ιδιωτικών Κέντρων Επαγγελματικής Κατάρτισης (Κ.Ε.Κ), που πιστοποιούνται, παρακολουθούνται και αξιολογούνται από Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου, το Εθνικό Κέντρο Πιστοποίησης Δομών Συνεχιζόμενης Κατάρτισης και Συνοδευτικών Υποστηρικτικών Υπηρεσιών (Ε.ΚΕ.ΠΙΣ). Το 2003 ψηφίζεται ο Ν.3191/2003, που προωθεί μεταξύ άλλων την πιστοποίηση προσόντων και επαγγελματικών δεξιοτήτων, ανεξάρτητα από τον τρόπο και τη διαδρομή που ακολούθησε ο πολίτης για την απόκτησή τους (Γενική Γραμματεία Εκπαίδευσης Ενηλίκων, Ινστιτούτο Διαρκούς Εκπαίδευσης Ενηλίκων, 2004:85-117). Τα Σχολεία Δεύτερης Ευκαιρίας (Σ.Δ.Ε.) και τα Κέντρα Εκπαίδευσης Ενηλίκων (Κ.Ε.Ε.) προσανατολίζονται προς την συμπληρωματική εκπαίδευση, την αντιμετώπιση του αποκλεισμού και την προσωπική και κοινωνικο-πολιτιστική ανάπτυξη των πολιτών. Για την αναβάθμιση της δημόσιας διοίκησης και της εκπαίδευσης, αναδιοργανώθηκαν οι αρμόδιοι φορείς και υλοποιήθηκαν σημαντικός αριθμός επιμορφωτικών προγραμμάτων. Ειδικά επιμορφωτικά προγράμματα απευθύνθηκαν σε νέους κυρίως αγρότες και αγρότισσες, ενώ η ίδρυση και λειτουργία του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου (Ε.Α.Π.) προσφέρει εκπαίδευση από απόσταση σε προπτυχιακό και μεταπτυχιακό επίπεδο, με ενδεχομένως σημαντικές και μη αναμενόμενες επιπτώσεις στην ελληνική εκπαίδευση. Τέλος, υλοποιούνται προγράμματα εκπαίδευσης εκπαιδευτών ενηλίκων, που επιχειρούν να καλύψουν την έλλειψη στην ποιοτική αναβάθμιση της εκπαίδευσης ενηλίκων (Βεργίδης, 2005:71-94).

Σχετικά με την αποτελεσματικότητα των παραπάνω δράσεων και με άξονες αξιολόγησης μια τυπολογία στρατηγικών δράσεων, στις οποίες εντάσσονται οι δραστηριότητες εκπαίδευσης ενηλίκων στην Ελλάδα, και διακρίνονται μεταξύ τους ως προς το σκοπό, το περιεχόμενο, τον πληθυσμό-στόχο και τους φορείς που τους εφαρμόζουν, μπορούν να σημειωθούν ενδεικτικά τα παρακάτω:

  •     Υιοθετώντας την άποψη πως η πολιτική συμμετοχή σε όλα τα επίπεδα έχει και ιδεολογικές διαστάσεις, η εκπαίδευση ενηλίκων δεν προκύπτει να εξυπηρετεί την ανάπτυξη της ενεργητικής άσκησης της ιδιότητας του πολίτη. Η αποδυνάμωση της σχετικής στρατηγικής σχετίζεται με το πέρασμα στο δημοκρατικό πολίτευμα, όπου η πολιτικο-ιδεολογική χειραγώγηση δεν αποτελεί πλέον εκπαιδευτικό στόχο. Ζητούμενο όμως παραμένει σε κάθε δημοκρατική κοινωνία η επαγρύπνηση των πολιτών για τη διασφάλισή της και η ενεργητική συμμετοχή τους, η τελευταία απαραίτητη για μια ουσιαστική και όχι κατ’ όνομα δημοκρατία.

  •       Διαπιστώνεται μεγάλο έλλειμμα στην απολύτως αναγκαία αρχική κατάρτιση των πολιτών, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για τη συνεχιζόμενη κατάρτιση. Τα Σχολεία Δεύτερης Ευκαιρίας, τα Κέντρα Εκπαίδευσης Ενηλίκων και τα προγράμματα των Κ.Ε.Κ.  που δραστηριοποιούνται σε αυτή  τη στρατηγική, θα πρέπει να καλύψουν μεγάλες ομάδες του πληθυσμού, αφού σύμφωνα με έκθεση του CEDEFOP 350.000-400.000 νέοι/νέες στην αγορά εργασίας έχουν πολύ χαμηλό επίπεδο γενικών γνώσεων.

  •     Η επιστημονική εξειδίκευση έχει σαφώς οικονομικό προσανατολισμό και έτσι δικαιολογείται και διευκολύνεται η ώθησή της. Έτσι, πολλά προγράμματα των για την επιστημονική εξειδίκευση στελεχών και την ενδοεπιχειρησιακή κατάρτιση υποστηρίζονται από και υποστηρίζουν την οικονομική αύξηση και την άνοδο της παραγωγικότητας. Στη στρατηγική αυτή εντάσσονται και προγράμματα που απευθύνονται σε άνεργους πτυχιούχους.

  •      Οι προσπάθειες κοινωνικής ένταξης και αντιμετώπισης του αποκλεισμού δίνουν έμφαση στις ίσες ευκαιρίες και όχι στα αποτελέσματα. Τα προγράμματα αφορούν σε προσπάθειες ένταξης οικονομικών και πολιτικών προσφύγων, παλλινοστούντων και μεταναστών, ατόμων με ειδικές ανάγκες. Για την αποτελεσματικότητα της ένταξης ή της επανένταξής τους απαιτείται η συνδυασμένη παρέμβαση εκπαιδευτικών αλλά και φορέων κοινωνικής πρόνοιας και απασχόλησης.

  •     Η προσωπική και κοινωνικο-πολιτιστική ανάπτυξη επαφίεται κατά μεγάλο μέρος σε εθελοντικές μη κυβερνητικές οργανώσεις, σε Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, σε πολιτιστικούς συλλόγους κ.ά., αφού το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο δεν χρηματοδοτεί σχετικά εκπαιδευτικά προγράμματα. Αποδεχόμενοι την παραδοχή πως προϋπόθεση για την ανάπτυξη της προσωπικότητας και την κοινωνική και πολιτιστική συμμετοχή του πολίτη σε όλο τα φάσμα των δραστηριοτήτων που τον αφορούν και τον ενδιαφέρουν είναι η γνώση και η ανάπτυξη βασικών δεξιοτήτων /ικανοτήτων, η έμφαση στη στρατηγική αυτή προκύπτει να δίνεται μόνο σε επίπεδο στοχοθεσίας. 

  •     Οι δομές εκπαίδευσης ενηλίκων της αυτοδιοίκησης δεν καταφέρνουν να ανταγωνιστούν ικανοποιητικά το ιδιωτικό μέρος της συνεχιζόμενης κατάρτισης. Έτσι, η στρατηγική της ολοκληρωμένης τοπικής ανάπτυξης, παρά την ενίσχυσή της με τη μεταφορά αρμοδιοτήτων στη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση, δεν καταφέρνει να φέρει άμεσα αποτελέσματα (Βεργίδης, 2005:95-115).

Προκύπτει σαφώς από τα παραπάνω πως παρά τις εξαγγελίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για προώθηση της δια βίου μάθησης, η πρακτική χρηματοδότησης εκπαιδευτικών προγραμμάτων στην εκπαίδευση ενηλίκων έχει ως πρωταρχικό στόχο την απασχολησιμότητα/προσαρμοστικότητα του  εργατικού δυναμικού. Χωρίς να μπορούμε να αμφισβητήσουμε το ρόλο της οικονομικής συνιστώσας σχετικά με τον ανταποδοτικό της χαρακτήρα, επισημαίνεται πως τα ποσοτικά χαρακτηριστικά τείνουν να υπερτονίζονται σε σχέση με τα ποιοτικά. Δικαιολογημένα λοιπόν προκύπτει ο ακόλουθος προβληματισμός: Το ανθρώπινο πρόσωπο το οποίο παρουσιάζει η ευρωπαϊκή πολιτική μήπως είναι απλώς προσωπείο;

Ακολουθώντας μια πιο αισιόδοξη ερμηνεία, η έμφαση στην οικονομική αναταποδοτικότητα των προγραμμάτων που χρηματοδοτούνται από το Ευρωπαϊκό Κοινοτικό Ταμείο προφανώς σχετίζεται με αναγκαία προτεραιότητα: τα οφέλη είναι περισσότερο άμεσα και ενδεχομένως προορίζονται να υποστηρίξουν μια περισσότερο σφαιρική και ολοκληρωμένη ανθρώπινη προοπτική στο μέλον, που δεν μπορεί παρά να είναι μακροπρόθεσμη. Αναλύοντας και τις προσωπικές μας εμπειρίες, είτε ως εκπαιδευόμενοι είτε ως εκπαιδευτές, η οικονομική συνιστώσα επιμένει, ανακύπτοντας διαρκώς,  να υπογραμμίζει την αναγκαιότητα του χαρακτήρα της. Ακόμα και ο αποδοτικότερος σχεδιασμός ή η αποτελεσματικότερη υλοποίηση, απαιτούν καταρτισμένα και εξειδικευμένα στελέχη, των οποίων η εκπαίδευση «κοστίζει».

            Θεωρείται πως η περίοδος που διανύει η Εκπαίδευση Ενηλίκων στη χώρα μας αποτελεί μια μεταβατική περίοδο, που, όπως σε κάθε μεταβατική περίοδο, το χαρακτήρα της υπογραμμίζουν τόσο η συνεχιζόμενη εμφάνιση κάποιων δυσλειτουργιών της προηγούμενης περιόδου όσο και ευοίωνες προοπτικές, αν και κυρίως ποσοτικές, καρποί των νέου θεσμικού πλαισίου. Το γεγονός αυτό μας επιτρέπει να διατηρούμε αισιοδοξία για το μέλλον και να συναισθανθούμε παράλληλα το μερίδιο ευθύνης που μας αναλογεί, τόσο από τη θέση του εκπαιδευτή ενηλίκων όσο και από μια μελλοντική θέση στο σχεδιασμό, στη διοίκηση και την αξιολόγηση εκπαιδευτικών προγραμμάτων.

 

ΠΗΓΕΣ:

1.      ΒΕΡΓΊΔΗΣ, Δ., ΠΡΟΚΟΥ, Ε., (2005). ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ, ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΕΝΗΛΙΚΩΝ. ΤΟΜΟΣ Α. ΠΑΤΡΑ:Ε.Α.Π.

2.      ΚΟΚΚΟΣ, Α., (2005). ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΕΝΗΛΙΚΩΝ. ΤΟΜΟΣ Α. ΘΕΩΡΗΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΚΑΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΜΑΘΗΣΗΣ. ΠΑΤΡΑ:Ε.Α.Π.

3.      ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ, (2001). Η ΠΡΑΓΜΑΤΩΣΗ ΜΙΑΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΔΙΑ ΒΙΟΥ ΜΑΘΗΣΗΣ.

4.      ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΕΝΗΛΙΚΩΝ, ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΔΙΑΡΚΟΥΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΕΝΗΛΙΚΩΝ, (2004). ΑΝΟΙΧΤΗ ΜΑΘΗΣΗ ΣΤΗΝ ΑΝΟΙΧΤΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ. Η ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ ΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΕΝΗΛΙΚΩΝ 2000-2004.

5.      ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΕΝΗΛΙΚΩΝ. ΔΙΚΤΥΑΚΟΣ ΤΟΠΟΣ: www.ypepth.gr. (21/11/207).

 

ΑΡΧΙΚΗ | ΔΙΑ ΒΙΟΥ ΜΑΘΗΣΗ ΚΑΙ Ε.Κ.Ε. | ΚΡΙΤΙΚΟΣ ΣΤΟΧΑΣΜΟΣ | Η Ε.Κ.Ε. ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ | ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΩΝ

Τελευταία αναθεώρηση: 05-08-2009