ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΦΛΩΡΙΝΗΣ - ΑΦΙΕΡΩΜΑ...

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΦΛΩΡΙΝΗΣ

[ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ ]

Οι νεώτερες μελέτες1 θεωρούν ότι η Φλώρινα και η περιοχή της κατοικήθηκαν στη διάρκεια της νεολιθικής περιόδου αφού με τη περίοδο αυτή συνδέονται η τούμπα του Αρμενοχωρίου και οι προϊστορικοί οικισμοί της λεκάνης της Εορδαίας. Ακόμα στην πρώιμη εποχή του σιδήρου ανάγονται και οι τάφοι που βρέθηκαν κοντά στο χωριό Αετός Εορδαίας και η νεκρόπολη που ανακαλύφτηκε στον Αγιο Παντελεήμονα2.

Η ιστορία της περιοχής στη διάρκεια των «ιστορικών χρόνων» συμπληρώνεται από ορισμένες φιλολογικές μαρτυρίες. Ετσι ο Στράβων (7, 326) μας πληροφορεί ότι τον 5ο π.Χ. αιώνα μέλη της οικογένειας των Βακχιάδων, Κορινθιακής καταγωγής που ήταν εξόριστοι στην Κέρκυρα έφτασαν στην Λύγκο και έγιναν κύριοι του έθνους των Λυγκηστών, ενώ ο Ηρόδοτος αναφέρεται στην εξάπλωση του κράτους του Αλεξάνδρου του Α' η οποία έφερε σε επαφή το βασίλειο των Αργεαδών με τις άλλες μακεδονικές φυλές που έγιναν «ξύμμαχα... και υπήκοα έθνη» (Ηρόδοτος 7, 185,2). Τέλος ο Θουκυδίδης αναφέρεται στη νίκη του Αρραβαίου, βασιλιά της Λύγκου στη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου ενάντια στις συνασπισμένες δυνάμεις του βασιλιά των Αργεαδών Μακεδόνων Περδίκκα και του Σπαρτιάτη Βρασίδα. (Θουκυδίδης 2, 95, 5)

Τη Λύγκο καταλαμβάνει τελικά ο Φίλιππος ο Β' στα 385 π.Χ. ο οποίος συνενώνει τα έθνη της Ανω Μακεδονίας κάτω από το σκήπτρο του (Διόδωρος 16,4). Οι γόνοι του βασιλικού οίκου των Λυγκηστών γίνονται εταίροι του βασιλιά. Συγκεκριμένα μαρτυρείται ότι 4 εταίροι του Αλέξανδρου του Γ' προέρχονται από τη Λύγκο.


1. Κατερίνα Τρανταλίδου «Αρχαιολογική τοπογραφία του νομού Φλώρινας» Συνοπτική Επισκόπηση Πρέσπες 1995.
2. Κατερίνα Τρανταλίδου οπ.π.σ. 16.


[ ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ - ΡΩΜΑΙΟΚΡΑΤΙΑ ]

Στα Ρωμαϊκά χρόνια και μετά την κατάλυση του Μακεδονικού Βασιλείου η Άνω Μακεδονία συμπεριλαμβάνεται στην 4η από τις τέσσερεις μερίδες στις οποίες διαιρέθηκε τότε η Μακεδονία ενώ κατά το 148 π.Χ., όταν μετά την αποτυχημένη επανάσταση του Ανδρίσκου η Μακεδονία έγινε ρωμαϊκή επαρχία η Άνω Μακεδονία ανακηρύχτηκε «ελεύθερη», αυτονομία η οποία αίρεται τον 3ο μ.Χ. αιώνα.

Από τις λίγες μαρτυρίες που έχουμε στη διάθεσή μας είναι φανερό ότι στην περιοχή ως τα ελληνιστικά χρόνια υπήρχαν μόνο μικροί συνοικισμοί ενώ ο θεσμός της πόλης ως διοικητικού κέντρου εμφανίζεται στα χρόνια του Φιλίππου Β'.

Αναφορικά με τις πόλεις της περιοχής μόνο η Ηράκλεια Λύγκου θεωρείται σήμερα ότι έχει ταυτιστεί με σιγουριά. Για τον προσδιορισμό της υπήρξε διχογνωμία ανάμεσα σε εκείνους που την τοποθετούσαν στο Λόφο του Αγ. Παντελεήμονα (Αντ. Κεραμόπουλος) στην σημερινή πόλη της Φλώρινας και σε όσους τη συσχέτιζαν με τη σημερινή πόλη του Μοναστηρίου (F.Y.R.O.M.). Η διάσταση απόψεων ωφείλεται και σε μνεία του Συνέκδημου του Ιεροκλή (Ιεροκλής 528-535) σύμφωνα με την οποία υπάρχουν δύο Ηράκλειες η Λύγκου και η Πελαγονίας. Η σύγχυση αυτή θα πρέπει να αποδοθεί στις διοικητικές μεταβολές που επέφεραν οι Ρωμαίοι οι οποίοι υπήγαγαν την πόλη της Ηράκλειας Λύγκου στην περιοχή της Πελαγονίας και οδήγησαν στην ταύτιση πόλης και περιοχής. Σήμερα επικρατούσα και βεβαιωμένη θεωρείται η άποψη ότι η Ηράκλεια Λύγκου βρίσκεται δύο χιλιόμετρα νότια από το Μοναστήρι στα μετόχια του μοναστηριού του Μπουκόβου (Βλ. Κατ. Τρανταλίδου οπ.π. σ.21 και Heuzey 1876 σελ.300)

Ο Χριστιανισμός αρχίζει να διαδίδεται στην περιοχή από τα μέσα του Γ' αιώνα ενώ στα τέλη του 4ου αιώνα η Ηράκλεια Λύγκου συγκαταλέγετια ανάμεσα στις σημαντικότερς πόλεις της επαρχίας της Μακεδονίας και φέρει τον τίτλο της Ρωμαϊκής Civitas Haeracleae.


[ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ]

Η επισκοπή Ηράκλειας Λύγκου ιδρύεται μετά το 325 και πριν από το 343 οπότε και στη σύνοδο της Σαρδικής υπογράφει ο Ηρακλείας Λύγκου Ευάγριος. Η περιοχή μετά τη δύση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και το χωρισμό του κράτους σε ανατολικό και δυτικό ανήκει διοικητικά στην επαρχία Ιλυρρικού όπου υπάγεται η δυτική και νότια Βαλκανική μαζί με την κυρίως Ελλάδα. Το Ιλυρρικό μάλιστα παρουσίαζε την περίοδο εκείνη την εξής ιδιομορφία: ενώ συμπεριλαμβανόταν στο Ανατολικό τμήμα της Αυτοκρατορίας ανήκε εκκλησιαστικά στη δικαιοδοσία του πάπα, ο δε επίσκοπος Ηρακλείας Λύγκου ως πρωτόθρονος επίσκοπος της Άνω Μακεδονίας εκπροσωπούσε το Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης στις διάφορες συνόδους.

Η ακμή της Ηράκλειας Λύγκου καταλύεται οριστικά κατά τις επιδρομές των Οστρογότθων του Θευδέριχου στα 479 μ.Χ.

Στενά συνδεδεμένη με την ιστορία της περιοχής είναι η ιστορία της επισκοπής Μογλενών η οποία ιδρύεται μετά τη Βουλγαρική κατοχή του Σαμουήλ με το Α' σιγίλλιο του Βασιλείου του Β' του Βουλγαροκτόνου και αναγνωρίζεται με την ένταξή της στην επισκοπή Αχριδών και πάσης Βουλγαρίας την περίοδο 1018-1020. Η επισκοπή Μογλενών περιελάμβανε σε όλη τη διάρκεια της Βυζαντινής περιόδου αλλά και κατά την Τουρκοκρατία την περιοχή του σημερινού νομού Φλώρινας, την περιοχή πέρα από τα σημερινά σύνορα και πάνω από τον Αξιό και την περιοχή ανατολικά του Μοναστηρίου.

Η σημερινή Φλώρινα η οποία υπαγόταν εκκλησιστικά στην επισκοπή Μογλενών και στην Αρχιεπισκοπή Αχριδών αναφέρεται στη διάρκεια των Βυζαντινών χρόνων από τον Αυτοκράτορα Ιωάννη Κατακουζηνό (Ι. Κατακουζηνός, Historiae1I 350, εκδ. Βόννης) με το όνομα «Χλερινός» ως πόλις «πρότερον Ρωμαίοις υπήκοος». Η μνεία αφορά την περίοδο 1345-1350.


[ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ ]

Μετά την κατάργηση της Αρχιεπισκοπής Αχριδών η οποία έγινε στα 1767 η επισκοπή Μογλενών αναβαθμίζεται πλέον σε Μητρόπολη Μογλενών. Η έδρα της θα μεταφερθεί τελικά στην πόλη της Φλώρινας, είτε στη διάρκεια της Αρχιερατείας του Μογλενών Νεοφύτου (Πρόδρομος Αντωνιάδης, «Επισκοπικός κατάλογος της Ι. Μητροπόλεως Φλωρίνης Πρεσπών και Εορδαίας) δηλαδή την περίοδο 1824-1858 είτε στη διάρκεια της Αρχιερατείας του από Δευρών Μελετίου την περίοδο 1858-1865.

Με την οριστική εγκατάσταση της Μητρόπολης Μογλενών στη σημερινή πόλη της Φλώρινας δημιουργείται οργανωμένος αστικός πυρήνας ενώ εδραιώνονται και παγιώνονται οι κοινοτικοί θεσμοί και συγκροτείται οσχολικός μηχανισμός, προϋποθέσεις που θα μεταβάλλουν τη Φλώρινα σε αστικό κέντρο μείζονος σημασίας για την προώθηση των ελληνικών θέσεων στη διάρκεια των εθνικιστικών συγκρούσεων του μακεδονικού χώρου.

Ειδικότερα οι Φλωρινιώτες εκμεταλλευόμενοι τις δυνατότητες της περιόδου των οθωμανικών μεταρρυθμίσεων (Τανζιμάτ) διαμόρφωσαν Κοινοτικό Κανονισμό, καθιέρωσαν την εκλογή μέσα από γενική συνέλευση 4 δημογερόντων που είχαν τη διαχείριση των κοινοτικών κτημάτων, 4 εφόρων οι οποίοι ασχολούνταν με τη λειτουργία των κοινοτικών σχολείων και 2 επιτρόπων της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου οι οποίοι διαχειρίζονταν τους πόρους του ναού. (Σ. Ηλιάδου - Τάχου «Επι τη επετείω της απελευθερώσεως της Φλωρίνης», περιοδικό «ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ», τ. 239/240 Φλώρινα 1996).

Παράλληλα με τη σύμπηξη των κοινοτικών Θεσμών οι κάτοικοι της Φλώρινας με τη συμβολή του Έλληνα Μητροπολίτη και την ενίσχυση του Προξενείου Μοναστηρίου ίδρυσαν και συντήρησαν Αρρεναγωγείο, Παρθεναγωγείο, Αστική Σχολή, 3 Νηπιαγωγεία και 1 Οικοτροφείο στα οποία δίδαξαν αξιόλογοι εκπαιδευτικοί (Σ. Ηλιάδου - Τάχου «Οι δομές της κοινοτικής εκπαίδευσης στην εκκλησιαστική επαρχία Μογλενών», περιοδικό «ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ», τ. 240/241 Φλώρινα 1997). Ο όλος εκπαιδευτικός οργασμός αποτελεί έκφραση της οργανωμένης άμυνας των κατοίκων της Φλώρινας ενάντια στην αποτυχημένη απόπειρα της Βουλγαρίας να δημιουργήσει εκπαιδευτικούς μηχανισμούς και να αλλοιώσει το φρόνημα των πατριαρχικών πληθυσμών.

Με κριτήριο τα δεδομένα δύο σημαντικών πηγών των αρχών του αιώνα (Σ. Ηλιάδου - Τάχου «προσωνύμια και επαγγέλματα των κατοίκων της Φλώρινας στις αρχές του 20ου αιώνα», περιοδικό «ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ», τ. 235/236 Φλώρινα 1996) μπορούμε να καταλήξουμε στα εξής συμπεράσματα που αφορούν την τουρκοκρατούμενη Φλώρινα:

α. Στις αρχές του αιώνα και μετά την ψευδοεπανάσταση του Ίλιντεν έχουμε σημαντική πληθυσμιακή μετακίνηση της τάξης του 50% από την ύπαιθρο προς τη Φλώρινα.

β. Στο σύνολο των 179 επαγγελαμτιών που καταγράφονται ονομαστικά στον οδηγό του Ιγγλέση του έτους 1910 οι 146 είναι Χριστιανοί και μόλις οι 33 Μουσουλμάνοι. Αυτό σημαίνει ότι το Χριστιανικό στοιχείο της κοινότητας εξασφαλίζει την υπεροχή σε όλους τους τομείς παραγωγής σε ποσοστό 81%. Ακόμα οι Χριστιανοί ελέγχουν το 84% των συναλλαγών στο μεταπρατικό τομέα που σχετίζεται με την εισαγωγή των προϊόντων του ευρωπαϊκού καπιταλισμού, ελέγχουν πλήρως τον τομέα παροχής υπηρεσιών, δεν έχουν όμως εξασφαλίσει την υπεροχή στα λεγόμενα «επιστημονικά επαγγέλματα» (δικηγόροι, γιατροί, φαρμακοποιοί), όπου κυριαρχούν οι Μουσουλμάνοι.

γ. Σύμφωνα με την απογραφή του Μητροπολίτη Άνθιμου η πόλη στα 1905 αποτελείται από 406 οικογένειες ορθοδόξων χριστιανών (Σ. Ηλιάδου - Τάχου «Η απογραφή του πληθυσμού της ελληνικής κοινότητας Φλωρίνης του έτους 1905», περιοδικό «ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ», τ. Φλώρινα 1996).


[ ΝΕΩΤΕΡΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ]

Η Φλώρινα απελευθερώθηκε από τον τουρκικό ζυγό στις 8 Νοεμβρίου 1912.

Πρωταγωνιστές αυτής της απελευθέρωσης ο υπίλαρχος Ιωάννης Άρτης και ο Μητροπολίτης Πολύκαρπος οι οποίοι καταγράφοντας τις αναμνήσεις τους διεκδικούν ο καθένας για τον εαυτό του το μεγαλύτερο μερίδιο δόξας (Λ. Μέλλιος «Απελευθέρωση της Φλώρινας», περιοδικό «ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ», τ. 150, Θ. Βόσδου «Η απελευθέρωση της Φλωρίνης», Θεσσαλονίκη 1994, Σ. Ηλιάδου - Τάχου «Επί τη επετείω της απελευθερώσεως της Φλωρίνης», περιοδικό «ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ», τ. 239/240, σ. 34-55, Φλώρινα 1996). Το σωστότερο όμως θα ήταν να θεωρήσουμε πρωταγονιστές τους προκρίτους και το λαό της πόλης οι οποίοι έσπευσαν να ενημερώσουν τον ελληνικό στρατό για την πρόθεσή τους να παραδώσουν σε αυτόν την πόλη.

Η πρώτη περίοδος μετά την απελευθέρωση της πόλης από τους οθωμανούς φτάνει ως το 1916 και είναι περίοδος αποδέσμευσης από τα οθωμανικά πρότυπα. Στη διάρκεια της περιόδου διαμορφώνονται με κυρίαρχη την προσωπικότητα του πρώην δημάρχου της πόλης Τέγου Σαπουντζή τα θεσμικά όργανα, ο οικονομικός ιστός και οι προϋποθέσεις συνύπαρξης των τριών κοινοτήτων της ελληνικής, της ισραηλιτικής και της μουσουλμανικής. Παράλληλα αναμορφώνεται ο πολεοδομικός ιστός παρά τις αντιδράσεις των οθωμανών δημοτικών συμβούλων. Με την κήρυξη του Α' παγοσμίου πολέμου η Φλώρινα και η περιοχή της γίνονται θέατρο επιχειρήσεων, ενώ στην πόλη συρρέει σημαντικότατος αριθμός προσφύγων από το Μοναστήρι και τα πέριξ. Η ελληνική «ουδετερότητα» δημιουργεί οξυμμένα προβλήματα επισιτισμού της πόλης ενώ η επανεμφάνιση των Βουλγάρων στο πλευρό των Γερμανών βιώνει τα φαντάσματα της περιόδου της εθνικής διαπάλης.

Η Φλώρινα καταλαμβάνεται στις 4 Αυγούστου το 1916 από τους Γερμανοβούλγαρους οι οποίοι λεληλατούν μια έρημη από τους κατοίκους της πόλη. Ακολουθεί μάχη 17 ημερών ανάμεσα στους Γάλλους και τους Γερμανοβούλγαρους οι οποίοι έχουν στρατοπεδεύσει ένθεν και ένθεν των ορέων που περιβάλλουν την πόλη.

Η τελική επικράτηση των Γάλλων σημασιοδοτεί την απαρχή της περιόδου της γαλλοκρατίας, στη διάρκεια της οποίας υλοποιούνται σημαντικά έργα υποδομής όπως το σχέδιο πόλεως, η αντιμετώπιση του επισιτισμού, της υγιειονομικής περίθαλψης, της ύδρευσης, η χάραξη οδών, ο ηλεκτροφωτισμός και γενικότερα όλα εκείνα τα τεχνικά έργα τα οποία θα βοηθήσουν την πόλη να περάσει ομαλά στον 20ο αιώνα.

Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει η μορφή της πόλης μετά το 1922 αφού η εγκατάσταση προσφύγων από τη Μικρά Ασία και το Πόντο εντείνει τα ήδη συσσωρευμένα προβλήματα αστικής αποκατάστασης και υποχρεώνει την πολιτεία να ανεγείρει προσφυγικούς συνοικισμούς, μια διαδικασία που θα ολοκληρωθεί ως τα τέλη της 3ης δεκαετίας του αιώνα διαφοροποιώντας αισθητά την εικόνα της πόλης. Συγχρόνως η αποχώρηση των μουσουλμάνων κατοίκων θα προσδώσει στη Φλώρινα τη συνοχή εκείνη η οποία είναι αναγκαία για την προσέγγιση βραχυπρόθεσμων ή μακροπρόθεσμων στόχων. Τέλος η αρχόμενη σωματειακή οργάνωση και η παρουσία στην πόλη αξιόλογων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων όπως το Διδασκαλείο καθώς και Τραπεζών θα δημιουργήσει σύγχρονες δομές και προοπτικές ανάπτυξης.

Σήμερα η Φλώρινα είναι μια σύγχρονη ελληνική πόλη με πληθυσμό άνω των 12.000 κατοίκων στο τριεθνές (σύνορα με F.Y.R.O.M., και Αλβανία) και διαθέτει τις παραγωγικές εκείνες δυνάμεις οι οποίες μπορούν να την καταστήσουν πύλη της Ενωμένης Ευρώπης.


(Η σελίδα είναι μια Συνοπτική Ιστορία της Πόλης Φλώρινας)
Ιστορική επιμέλεια Σοφία Ηλιάδου - Τάχου (Δρ. Ιστορίας Α.Π.Θ.)
© Florina June 1997,