Περιεχόμενα:

 

ΑΘΑΝΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ

ΒΙΖΥΗΝΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ΠΟΛΥΒΙΟΣ

ΔΡΟΣΙΝΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΖΑΛΟΚΩΣΤΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ Κ.Π.

ΚΟΚΚΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ

ΜΑΒΙΛΗΣ ΛΟΡΕΝΤΣΟΣ

ΜΑΡΚΟΡΑΣ ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ

ΟΥΡΑΝΗΣ ΚΩΣΤΑΣ

ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ ΖΑΧΑΡΙΑΣ

ΠΟΛΕΜΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ

ΡΩΤΑΣ ΒΑΣΙΛΗΣ

ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ ΓΙΑΝΝΗΣ

ΣΟΛΩΜΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ

ΣΟΥΡΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

 


ΑΘΑΝΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

 

Η ΖΩΗ ΜΑΣ

Η ζωή μας τ΄είναι; Νά:
Λίγες ώρες που διαβαίνουν.
Μόνο η πρώτη μας γεννά
κι όλες οι άλλες μας πεθαίνουν.

Back to Top

ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ

 

Ο ΒΡΑΧΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΥΜΑ

"Μέριασε,βράχε να διαβώ! - το κύμα ανδρειωμένο
λέγει στην πέτρα του γιαλού θολό,μελανιασμένο -
μέριασε,μες στα στήθη μου,πούσαν νεκρά και κρύα,
μαύρος βοριάς εφώλιασε και μαύρη τρικυμία.
Αφρούς δεν έχω γι΄άρματα,κούφια βοή γι΄αντάρα,
έχω ποτάμι αίματα,με θέριεψε η κατάρα
του κόσμου,που βαρέθηκε,του κόσμου,πούπε τώρα,
βράχε,θα πέσης,έφθασεν η φοβερή σου ώρα!
Όταν ερχόμουνα σιγά,δειλό,παραδαρμένο
και σώγλυφα και σώπλενα τα πόδια δουλωμένο,
περήφανα μ΄εκύτταζες και φώναζες του κόσμου
να ιδή την καταφρόνεση,που πάθαινε ο αφρός μου.
Κι αντίς εγώ κρυφά κρυφά,εκεί που σ΄εφιλούσα
μέρα και νύχτα σ΄έσκαφτα,τη σάρκα σου εδαγκούσα
και την πληγή που σ΄άνοιγα,το λάκκο πούθε κάμω
με φύκη τον επλάκωνα,τον έκρυβα στον άμμο.
Σκύψε να ιδής τη ρίζα σου στης θάλασσας τα βύθη,
τα θέμελά σου τάφαγα,σ΄έκαμα κουφολίθι.
Μέριασε,βράχε,να διαβώ! Του δούλου το ποδάρι
θα σε πατήση στο λαιμό... Εξύπνησα λιοντάρι"...

Ο βράχος εκοιμότουνε.Στην καταχνιά κρυμμένος,
αναίσθητος σου φαίνεται,νεκρός,σαβανωμένος.
Του φώτιζαν το μέτωπο,σχισμένο από ρυτίδες,
του φεγγαριού,που ΄ταν χλωμό,μισόσβηστες αχτίδες.
Ολόγυρά του ονείρατα,κατάρες ανεμίζουν
και στον ανεμοστρόβιλο φαντάσματα αρμενίζουν'
καθώς ανεμοδέρνουνε και φτεροθορυβούνε
τη δυσωδία του νεκρού τα όρνια αν μυριστούνε.
Το μούγκρισμα του κύματος,την άσπλαχνη φοβέρα
χίλιες φορές την άκουσεν ο βράχος στον αιθέρα
ν΄αντιβοά τρομαχτικά,χωρίς καν να ξυπνήση'
και σήμερ΄ανατρίχιασε,λες θα ψυχομαχήση.

"Κύμα,τι θέλεις από με και τι με φοβερίζεις;
Ποιός είσαι συ και τόλμησες αντί να με δροσίζης,
αντί με το τραγούδι σου τον ύπνο μου να ευφραίνης
και με τα κρύα σου νερά τη φτέρνα μου να πλένης,
εμπρός μου στέκεις φοβερό, μ΄αφρούς στεφανωμένο;
Όποιος κι αν είσαι μάθε το,εύκολα δεν πεθαίνω".

"Βράχε, με λεν Εκδίκηση.Μ΄επότισεν ο χρόνος
χολή και καταφρόνεση.Μ΄ανάθρεψεν ο πόνος.
Ήμουνα δάκρυ μια φορά,και τώρα,κύτταξέ με,
έγινα θάλασσα πλατειά,πέσε προσκύνησέ με.
Εδώ μέσα στα σπλάχνα μου,βλέπεις,δεν έχω φύκη,
σέρνω ένα σύγνεφο ψυχές,ερμιά και καταδίκη.
Ξύπνησε τώρα,σε ζητούν του Άδη μου τ΄αχνάρια...
Μ΄έκαμες ξυλοκρέβατο... Με φόρτωσες κουφάρια...
Σε ξένους μ΄έρριξες γιαλούς... Το ψυχομάχημά μου
το περιγέλασαν πολλοί και τα παθήματά μου
τα φαρμακέψανε κρυφά με την ελεημοσύνη.
Μέριασε,βράχε,να διαβώ,επέρασε η γαλήνη,
καταποτήρας είμ΄εγώ,ο άσπονδος εχθρός σου,
                       Γίγαντας στέκω μπρος σου!"

Ο βράχος εβουβάθηκε.Το κύμα στην ορμή του
εκαταπόντισε με μιας το κούφιο το κορμί του.
Χάνεται μες στην άβυσσο,τρίβεται,σβηέται,λιώνει,
                      σαν νάταν από χιόνι.
Επάνωθέ του εβόγγηξε για λίγο αγριεμένη
η θάλασσα κ΄εκλείστηκε.Τώρα δεν απομένει
στον τόπο που ΄ταν το στοιχειό κανείς παρά το κύμα,
που παίζει γαλανόλευκο επάνω από το μνήμα.




Η ΞΑΝΘΟΥΛΑ

"Μ΄αρέσ΄η θάλασσα,γιατί μου μοιάζει,
μ΄αρέσει,σ΄άκουσα να λες κρυφά,
πότε αγριεύεται,βόγγει,στενάζει,
και πότε ολόχαρη παίζει γελά.
Δεν είν΄ολόξανθη σαν τα μαλλιά μου;
Δεν είν΄ο κόρφος μου σαν τον αφρό;
Μέσα στα μάτια μου τα γαλανά μου
δεν έχω κύματα,τάφο, ουρανό;
Μ΄αρέσ΄η θάλασσα,γιατί μου μοιάζει,
κι ας έχη μέσα της κόσμο θεριά...
Μη στην καρδούλα μου μη δε φωλιάζει
αγάπη αχόρταγη,σκληρή φωτιά;"
Κ΄εγώ εχαιρόμουνα που χολιασμένη
φαρμάκι μώσταζες μες στην ψυχή,
τη ζήλεια σου έβλεπα ξαγριωμένη,
στα χείλη σου έβραζε κάθε πνοή.
Τότ΄εκρεμάστηκα στην τραχηλιά σου
τη φλόγα σώσβυσα με δυό φιλιά,
την όψι εβύθισα μες στα μαλλιά σου,
στον κόρφο σου έστησα κρυφή φωλιά.
"Κύμα μου ανήμερο,ψυχή μου,φθάνει.
Μη μ΄αγριεύεσαι,πλάγιασ΄εδώ...
Θάμαι για σένανε γλυκό λιμάνι...
Τι αξίζει η θάλασσα χωρίς γιαλό;"


Back to Top

ΒΙΖΥΗΝΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

 

ΑΠΟΧΩΡΙΣΜΟΣ


Η μάνα:      Φουρτούνιασεν η θάλασσα και βουρκωθήκαν τα βουνά!
                Είναι βουβά τ΄αηδόνια μας και τα ουράνια σκοτεινά,
                κι η δόλια μου ματιά θολή,
                παιδί μου, ώρα σου καλή!

               Είν΄η καρδιά μου κρύσταλλο και το κορμί μου παγωνιά,
               σαλεύ΄ο νους μου σαν δενδρί,που στέκει αντίκρυ στο χιονιά
               και είναι ξέβαθο πολύ,
               παιδί μου,ώρα σου καλή!

               Βουίζει το κεφάλι μου σαν του χειμάρρου τη βοή!
               Ξηράθηκαν τα χείλη μου και μου εκόπηκ΄η πνοή
               σ΄αυτό το ύστερο φιλί,
               παιδί μου,ώρα σου καλή!

               Να σε παιδέψ΄ο πλάστης μου,κατηραμένη ξενιτειά!
               Μας παίρνεις τα παιδάκια μας και μας αφήνεις στη φωτιά,
               και πίνουμε τόση χολή
               όταν τα λέμ΄"ώρα καλή!¨.

Το παιδί:         Φυσά βοριάς,φυσά θρακιάς,γεννιέται μπόρα φοβερή,
               με παίρνουν,μάνα,σαν φτερό,σαν πεταλούδα τρυφερή,
               και δεν μπορώ να κρατηθώ,
               μάνα,μην κλαις,θα ξαναρθώ!

               Βογγούν του κόσμου τα στοιχειά,σηκώνουν κύμα βροντερό'
               θαρρείς ανάλειωσεν η γη και τρέχ΄η στράτα σα νερό,
               και γω το κύμα τ΄ακλουθώ,
               μάνα,μην κλαις,θα ξαναρθώ!

               Όσες γλυκάδες και χαρές μας περιχύν΄ο ερχομός,
               τόσες πικράδες και χολές μας δίν΄ο μαύρος χωρισμός!
               Ωχ! ας ημπόργα να σταθώ!
               Μάνα, μην κλαις, θα ξαναρθώ!

               Πλάκωσε γύρω καταχνιά,κι ήρθε στα χείλη μ΄η ψυχή!
               Δος με την άγια σου δεξιά,δος με συντρόφισσαν ευχή,
               να με φυλάγει μη χαθώ,
               μάνα, μην κλαις, θα ξαναρθώ!

Back to Top

ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ΠΟΛΥΒΙΟΣ

 

Ο ΓΑΤΟΣ

Βρε ζούδι καψερό,που νιαουρίζεις
κι ούλο το χρόνο κοπανάς τα ίδια,
και πας ούλες τσι ρούγες και γυρίζεις
πάνου τση γειτονιάς τα κεραμίδια,

πες μου, μορέ, αιστάνεσαι θυμό,
όντας αρχίζη εκείνος ο καβγάς,
κ΄έτσι έχεις και συ κρυφόν καημό,
την ώρα που τσι γάτες κυνηγάς;

Χτυπάει η καρδιά σου; Σού ΄ρχεται ζαλάδα;
Σου πιάνετ΄η φωνή; Σού ΄ρχονται γέλοια;
Και τι τση λες, μορέ, αφ΄την καμινάδα,
όντας περνάη με την ουρά στα σκέλια;

Κι όντας, καληώρα, παύουνε οι μουρμούρες,
και πάη με το καλό το πανηγύρι,
τση λες και χωρατά; τση κόβης κούρες;
τση κάνεις κάποτε το νοικοκύρη;...

Άκου, μορέ, μια συμβουλή από μένα,
κι αν ίσως στη στιγμή δεν πιάκη τόπο,
νάρθης μ΄ούλα τα νύχια σου ανοιγμένα
μόμολο να με κάνης των ανθρώπω!

Την ώρα που τση λες τα ΄στήματά σου,
νιάου-νιάου,και την παίρνης το ξοπίσω,
και κείνη φεύγει και τση σκούζεις: "-Στάσου,
στάσου,μορή,δυο λόγια να σ΄ορίσω!",

αν τύχη κ΄έτσι δα την ξεγελάσης
και τη ζυγώσης κάνοντας το φίλο,
την ώρα σου, βρε γάτο μου, μη χάσης,
και βούτα τη,και δόσ΄τση ένα ξύλο!

Και ποδοκύλησέ τη μες στα χώματα,
και πάρ΄τση τον αέρα με την πρώτη-
να ιδής,σου ξανακάνει πια καμώματα,
όντας εσύ τση κάνης τον ιππότη;...

Τ΄άκουσες,μορέ γάτο;... Τώρα τράβα
και φκιάσ΄τση ούλες τούτες τσι φερσίες-
κι αν δεν την έχης δούλα σου και σκλάβα,
ναρθής και να μου δώκης δυό φτυσίες!



ΕΙΣ ΤΟΝ ΕΡΩΤΑ

Αχ, σιχαμένε! έβαλες τον κόσμον εις το χέρι!
Για σένα κάθε σούσουρο και κάθε νταραβέρι'
συ έκανες τη βρωμογή μ΄αυτήν την προκοπή της
να γίνη ο χειρότερος του ουρανού πλανήτης.

Και όμως σούστησαν βωμούς σ΄όλους σχεδόν τους τόπους
όλα αυτά τα ξόανα όπου τα λεν ανθρώπους,
και αλληλοσκοτώνουνται για χάρη σου σα βόδια,
αντί να σε μουτζώνουνε με χέρια και με πόδια!

Συ άναψες πυρκαϊές σ΄όλα της γης τα πέρατα'
συ έκανες και φθήνηναν πολύ τα ξυλοκέρατα'
συ κάνεις το αφεντικό να χάνη το σκυλί του'
συ δεν αφήνεις κόκορα να στέκη στην αυλή του'

συ και τις κότες έκανες τ΄αυγά τους να σκορπίζουνε
κι αλλού να τρέχουν να γενούν κι αλλού να κακαρίζουνε.
Για σένα παίρνουν τα μυαλά των γυναικών αέρα
και χάνεται σιγά σιγά η ράτσα του πατέρα'

για σένα φεύγει το παιδί από την παραμάνα του
και χάν΄η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα του'
για σένα πάει το σταμνί πολλές φορές στη βρύση,
κι από το σύρε κι έλα του ξεχνάει να γυρίση'

για σένα τρέχει το νερό κι απέξω από τ΄αυλάκι του
και κύλα-κύλα ο τέντζερης πηγαίνει στο καπάκι του.

Back to Top

ΔΡΟΣΙΝΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

 

Η ΜΥΓΔΑΛΙΑ

Εκούνησε την ανθισμένη μυγδαλιά
με τα χεράκια της
κι΄έγέμισ' από άνθη η πλάτη,η αγκαλιά,
και τα μαλλάκια της.

Αχ! χιονισμένη σαν την είδα την τρελή
γλυκά τη φίλησα,
της τίναξα τα άνθη απ΄την κεφαλή
κι΄έτσι της μίλησα:

- Τρελή, να φέρης στα μαλλιά σου τη χιονιά
τι τόσο βιάζεσαι;
Μόνη της θε να ΄ρθη η βαρυχειμωνιά'
δεν το στοχάζεσαι;

Του κάκου τότε θα θυμάσαι τα παλιά
τα παιγνιδάκια σου,
κοντή γριούλα με τα κάτασπρα μαλλιά
και τα γυαλάκια σου!


Η ΑΜΑΡΤΩΛΗ

Παπά, αν έρθη μια μελαχροινή
να την ξομολογήσης,
κοντούλα, αφράτη, με γλυκιά φωνή,
πρόσεξε,μην τυχόν και την αφήσης
να μεταλάβη η αμαρτωλή!
Δε νήστεψε μια μέρα το φιλί!



ΧΩΜΑ ΕΛΛΗΝΙΚΟ

Τώρα που θα φύγω και θα πάω στα ξένα,
και θα ζούμε μήνες, χρόνους χωρισμένοι,
άφησε να πάρω κάτι κι από σένα,
γαλανή πατρίδα,πολυαγαπημένη'

άφησε μαζί μου φυλαχτό να πάρω,
για την κάθε λύπη, κάθε τι κακό,
φυλαχτό απ΄αρρώστια,φυλαχτό από Χάρο,
μόνον λίγο χώμα,χώμα ελληνικό!

Χώμα δροσισμένο με νυχτιάς αγέρι,
χώμα βαφτισμένο με βροχή του Μάη,
χώμα μυρισμένο απ΄το καλοκαίρι,
χώμα ευλογημένο,χώμα που γεννάει

μόνο με της Πούλιας την ουράνια χάρη,
μόνο με του ήλιου τα θερμά φιλιά,
το μοσχάτο κλήμα,το ξανθό σιτάρι,
τη χλωρή τη δάφνη,την πικρήν ελιά!

Χώμα τιμημένο,πόχουν ανασκάψει
για να θεμελιώσουν έναν Παρθενώνα,
χώμα δοξασμένο,πόχουν ροδοβάψει
αίματα στο Σούλι και στο Μαραθώνα,

χώμα πόχει θάψει λείψαν΄αγιασμένα
απ΄το Μεσολόγγι κι από τα Ψαρά,
χώμα που θα φέρνη στον μικρόν εμένα
θάρρος,περηφάνια,δόξα και χαρά!

Θε να σε κρεμάσω φυλαχτό στα στήθια
κι όταν η καρδιά μου φυλαχτό σε βάλη,
από σε θα παίρνη δύναμη,βοήθεια,
μην την ξεπλανέσουν άλλα ξένα κάλλη'

η δική σου χάρη θα με δυναμώνη
κι όπου κι αν γυρίσω κι όπου κι αν σταθώ,
συ θε να μου δίνης μια λαχτάρα μόνη:
Πότε στην Ελλάδα πίσω θε ναρθώ!

Κι αν το ριζικό μου - έρημο και μαύρο -
μού ΄γραψε να φύγω και να μη γυρίσω,
το στερνό συχώριο εις εσένα θάβρω,
το στερνό φιλί μου θε να σου χαρίσω!

Έτσι, κι αν σε ξένα χώματα πεθάνω,
και το ξένο μνήμα θάναι πιο γλυκό
σα θαφτείς μαζί μου,στην καρδιά μου επάνω,
χώμα αγαπημένο, χώμα ελληνικό!

Back to Top

ΖΑΛΟΚΩΣΤΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

 

Ο ΒΟΡΙΑΣ ΠΟΥ Τ΄ΑΡΝΑΚΙΑ ΠΑΓΩΝΕΙ

Ήτον νύχτα,εις την στέγη εβογκούσε
ο βοριάς,και ψιλό έπεφτε χιόνι.
Τι μεγάλο κακό να εμηνούσε
ο βοριάς που τ΄αρνάκια παγώνει;

Μες στο σπίτι μια χαροκαμένη,
μια μητέρα από πόνους γεμάτη,
στου παιδιού της την κούνια σκυμμένη
δέκα νύχτες δεν έκλειγε μάτι.

Είχε τρία παιδιά πεθαμένα,
αγγελούδια,λευκά σαν τον κρίνο,
κι ένα μόνον της έμεινεν,ένα
και στον τάφο κοντά ήτον κι εκείνο.

Το παιδί της με κλάμα εβογκούσε
ως να εζήταε το δόλιο βοήθεια,
κι΄η μητέρα σιμά του εθρηνούσε
με λαχτάρα χτυπώντας τα στήθια.

Τα γογγύσματα εκείνα κι΄οι θρήνοι
επληγώναν βαθιά την ψυχή μου.
Σύντροφός μου η ταλαίπωρη εκείνη,
αχ, και το άρρωστο ήτον παιδί μου.

Στου σπιτιού μου τη στέγη εβογκούσε
ο βοριάς, και ψιλό έπεφτε χιόνι.
Αχ, μεγάλο κακό μου εμηνούσε
ο βοριάς που τ΄αρνάκια παγώνει.

Τον γιατρό καθώς είδε,εσηκώθη
σαν τρελλή.Όλοι γύρω εσωπαίναν'
φλογεροί της ψυχής της οι πόθοι
με τα λόγι΄απ΄το στόμα της βγαίναν.

"Ω,κακό που μ΄εβρήκε μεγάλο!
Το παιδί μου, γιατρέ,το παιδί μου...
Ένα το ΄χω,δεν μ΄έμεινεν άλλο'
σώσε μου το και πάρ΄την ψυχή μου".

Κι΄ο γιατρός με τα μάτια σκυμμένα
πολλήν ώρα δεν άνοιξε στόμα.
Τέλος πάντων -αχ,λόγια,χαμένα-
"μη φοβάσαι,της είπεν, ακόμα".

Κι΄εκαμώθη πως θέλει να σκύψη
στο παιδί, και να ιδή το σφυγμό του.
Ένα δάκρυ επροσπάθαε να κρύψη
που κατέβ΄εις τ΄ωχρό πρόσωπό του.

Στου σπιτιού μας τη στέγη εβογκούσε
ο βοριάς,και ψιλό έπεφτε χιόνι.
Αχ, μεγάλο κακό μας μηνούσε
ο βοριάς που τ΄αρνάκια παγώνει.

Η μητέρα ποτέ δακρυσμένο
του γιατρού να μη νιώση το μάτι,
όταν έχη βαριά ξαπλωμένο
το παιδί της σε πόνου κρεβάτι.



ΤΟ ΦΙΛΗΜΑ

Μια βοσκοπούλα αγάπησα,μια ζηλεμένη κόρη
και την αγάπησα πολύ'-
ήμουν αλάλητο πουλί,
δέκα χρονών αγόρι.

Μια μέρα που καθόμαστε στα χόρτα τ΄ανθισμένα,
- Μάρω, ένα λόγο θα σου πω,
Μάρω,της είπα,σε αγαπώ,
τρελλαίνομαι για σένα.

Από τη μέση με άρπαξε, με φίλησε στο στόμα
και μού ΄πε: Για αναστεναγμούς,
για της αγάπης τους καημούς
είσαι μικρός ακόμα.

Μεγάλωσα και την ζητώ... άλλον ζητά η καρδιά της,
και με ξεχνάει τ΄ορφανό...
Εγώ όμως δεν το λησμονώ
ποτέ το φίλημά της.

Back to Top

ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ Κ.Π.

 

Ο ΜΙΧΑΛΙΟΣ

Το Μιχαλιό τον πήρανε στρατιώτη.
Καμαρωτά ξεκίνησε κι ωραία
με το Μαρή και με τον Παναγιώτη.
Δε μπόρεσε να μάθει καν το "επ΄ώμου".
Όλο εμουρμούριζε: "Κυρ Δεκανέα,
ασε με να γυρίσω στο χωριό μου"

Τον άλλο χρόνο,στο νοσοκομείο,
αμίλητος τον ουρανό κοιτούσε.
Εκάρφωνε πέρα,σ΄ένα σημείο,
το βλέμμα του νοσταλγικό και πράο,
σα να 'λεγε,σα να παρακαλούσε:
"Αφήστε με στο σπίτι μου να πάω".

Κι ο Μιχαλιός επέθανε στρατιώτης.
Τον ξεπροβόδισαν κάτι φαντάροι,
μαζί τους ο Μαρής κι ο Παναγιώτης.
Απάνω του σκεπάστηκεν ο λάκκος,
μα του άφησαν απέξω το ποδάρι'
Ήταν λίγο μακρύς ο φουκαράκος.



ΠΡΕΒΕΖΑ

Θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούνται
στους μαύρους τοίχους και στα κεραμίδια,
θάνατος οι γυναίκες που αγαπιούνται
καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια.

Θάνατος οι λεροί,ασήμαντοι δρόμοι
με τα λαμπρά,μεγάλα ονόματά τους,
ο ελαιώνας,γύρω η θάλασσα,κι ακόμη
ο ήλιος,θάνατος μέσα στους θανάτους.

Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνει,
για να ζυγίσει, μια "ελλιπή" μερίδα,
θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι
κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα.

Βάσις,Φρουρά,Εξηκονταρχία Πρεβέζης.
Την Κυριακή θ΄ακούσουμε τη μπάντα.
Επήρα ένα βιβλιάριο Τραπέζης,
πρώτη κατάθεσις δραχμαί τριάντα.

Περπατώντας αργά στην προκυμαία,
"υπάρχω;" λες,κι ύστερα: "δεν υπάρχεις!"
Φτάνει το πλοίο.Υψωμένη σημαία.
Ίσως έρχεται ο κύριος Νομάρχης.

Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους
αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία...
Σιωπηλοί,θλιμμένοι,με σεμνούς τρόπους
θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.



ΙΔΑΝΙΚΟΙ ΑΥΤΟΧΕΙΡΕΣ

Γυρίζουν το κλειδί στην πόρτα,παίρνουν
τα παλιά,φυλαγμένα γράμματά τους,
διαβάζουν ήσυχα,κι έπειτα σέρνουν
για τελευταία φορά τα βήματά τους.

Ήταν η ζωή τους,λένε,τραγωδία.
Θεέ μου,το φριχτό γέλιο των ανθρώπων,
τα δάκρυα,ο ιδρώς,η νοσταλγία
των ουρανών,η ερημία των τόπων.

Στέκονται στο παράθυρο,κοιτάνε
τα δέντρα,τα παιδιά,πέρα τη φύση,
τους μαρμαράδες που σφυροκοπάνε,
τον ήλιο που για πάντα θέλει δύσει.

Όλα τελείωσαν.Το σημείωμα νά το,
σύντομο,απλό,βαθύ,καθώς ταιριάζει,
αδιαφορία,συγχώρηση γεμάτο
για κείνον που θα κλαίει και θα διαβάζει.

Βλέπουν τον καθρέφτη,βλέπουν την ώρα,
ρωτούν αν είναι τρέλα τάχα ή λάθος,
"όλα τελείωσαν" ψιθυρίζουν "τώρα",
πως θ΄αναβάλουν βέβαιοι κατά βάθος.

Back to Top

ΚΟΚΚΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ

 

ΛΥΣΣΑ

"Αν ρίξεις πίσω ένα μόνο βλέμμα"
είπε εις τη γυναίκα του με τρόμο
"εχάθης!" Και με παγωμένο αίμα
τραβούσ΄ο Λωτ τον ίσο πάντα δρόμο.

Μα η γυναίκα -πάντα σα γυναίκα -
"ας στρέψω¨ λέει "πίσω μου κομμάτι,
και τι θα πάθω;" Η τρελλή Ρεβέκκα
γίνηκ΄ευθύς μια στήλη απ΄αλάτι.

Και τώρ΄απ΄τις γυναίκες μας αν κρίνω,
μπορώ να συμπεράνω ίσα ίσα
πως απ΄τον παλαιό καιρό εκείνο
γεννιούνται οι γυναίκες όλες... λύσσα.



Η ΧΗΡΑ

΄Ετσι μια μέρα έγραψε για μας τους δυό η μοίρα,
εγώ να είμαι ορφανός και συ να είσαι χήρα.
Έλα λοιπόν να σμίξωμε,κι ο κόσμος ας σφυρίζει'
υπέρ χηρών και ορφανών κανένας δεν φροντίζει.

Back to Top

ΜΑΒΙΛΗΣ ΛΟΡΕΝΤΣΟΣ

 

ΛΗΘΗ

Καλότυχοι οι νεκροί που λησμονάνε
την πίκρια της ζωής.Όντας βυθήση
ο ήλιος και το σούρουπο ακλουθήση,
μην τους κλαις,ο καημός σου όσος και νά'ναι.

Τέτοιαν ώρα οι ψυχές διψούν και πάνε
στης λησμονιάς την κρουσταλλένια βρύση'
μα βούρκος το νεράκι θα μαυρίση,
α στάξη γι΄αυτές δάκρυ όθε αγαπάνε.

Κι΄αν πιούν θολό νερό ξαναθυμούνται,
διαβαίνοντας λιβάδια από ασφοδίλι,
πόνους παλιούς,που μέσα τους κοιμούνται.-

Α δε μπορείς παρά να κλαις το δείλι,
τους ζωντανούς τα μάτια σου ας θρηνήσουν'
θέλουν - μα δε βολεί να λησμονήσουν.

Back to Top

ΜΑΡΚΟΡΑΣ ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ

 

ΜΑΝΑ

Μάνα!... Δε βρίσκεται
λέξη καμία
νάχει στον ήχο της
τόση αρμονία'
σαν ποιός να σ΄άκουσε
με στήθος κρύο,
όνομα θείο;

Παιδί από σπάργανα
ζωμένο ακόμα,
με χάρη ανοίγοντας
γλυκά το στόμα,
γυρνάει στον άγγελο
που τ΄αγκαλιάζει
και μάνα κράζει.

Στον κόσμο τρέχοντας
ο νέος διαβάτης
πέφτει στ΄αγνώριστα
βρόχια τσ΄απάτης,
και αναστενάζοντας
μάνα μου! Λέει,
μάνα! και κλαίει.

Της νιότης φεύγουνε
τ΄άνθια κ΄η χάρη
τριγύρω σέρνεται
με αργό ποδάρι,
ώσπου στην κλίνη του,
σα βαρεμένος,
πέφτει ο καημένος.

Και πριν την ύστερη
πνοή του στείλει,
αργά ταράζονται
τα κρύα του χείλη,
και με το μάνα μου!
πρώτη φωνή του,
πετά η ψυχή του.

Back to Top

ΟΥΡΑΝΗΣ ΚΩΣΤΑΣ

 

Η ΑΓΑΠΗ

Δεν ωφελεί να καρτεράς όρθιος στην πόρτα του σπιτιού
και με τα μάτια στους νεκρούς τους δρόμους στυλωμένα'
αν είναι νά ΄ρθει,θε να΄ρθεί,δίχως να νιώσεις από πού,
και πίσω σου πλησιάζοντας με βήματα σβησμένα

θε να σου κλείσει απαλά,με τ΄άσπρα χέρια της τα δυό,
τα μάτια που κουράστηκαν στους δρόμους να κοιτάνε,
κι όταν γελώντας να της πεις θα σε ρωτήσει: "ποιά είμ΄εγώ;"
απ΄της καρδιάς το σκίρτημα θα καταλάβεις ποιά ΄ναι.

Δεν ωφελεί να καρτεράς... Αν είναι νά ΄ρθει,θε να΄ρθεί.
Κλειστά όλα νά ΄ναι,θα τη δεις άξαφνα μπρος σου να βρεθεί
κι ανοίγοντας τα μπράτσα της πρώτη θα σ΄αγκαλιάσει.

Ειδέ,κι αν έχεις φωτεινό,το σπίτι για να τη δεχθείς,
και σαν φανεί τρέξεις σ΄αυτήν,κι εμπρός στα πόδια της συρθείς,
αν είναι νά ΄ρθει,θε να΄ρθεί,- αλλιώς θα προσπεράσει.


ΖΩΗ

Κάποιες φορές,σα βράδιαζεν αργά στην κάμαρά μας,
τ΄ωχρό κεφάλι γέρνοντας στην αγκαλιά μου απάνω
και με θλιμμένο ανάβλεμμα στυλά κοιτάζοντάς με,
"θα με ξεχάσεις;" ρώταγες "καλέ μου,σαν πεθάνω;"

Δε σ΄απαντούσα.Τη φωνή την πνίγαν οι λυγμοί μου,
κι΄έσφιγγα με παροξυσμό τ΄αδύνατο κορμί σου,
σα νά΄θελα μες στη ζωή να σε κρατήσω ενάντια
στο Χάρο,για,αν δεν μπόραγα,να πήγαινα μαζί σου.

Γιατ΄ήσουν όλη μου η ζωή,χαρά της και σκοπός της,
κι΄όσο κι΄αν εστρεφόμουνα πίσω στα περασμένα
δεν έβλεπα,δεν ένιωθα κοντά μου άλλη από σένα.

Μου φαίνονταν αδύνατο δίχως εσέ να ζήσω.
Και τώρα που με άφησες,με φρίκη αναλογιέμαι
το θάνατό σου,αγάπη μου,πως πάω να συνηθίσω.

Back to Top

ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ ΖΑΧΑΡΙΑΣ

 

Ο ΠΑΠΑΓΑΛΟΣ

Σαν έμαθε τη λέξη "Καλησπέρα",
ο παπαγάλος,είπε ξαφνικά:
"Είμαι σοφός,γνωρίζω ελληνικά.
Τι κάθομαι δωπέρα;"

Την πράσινη ζακέττα του φορεί
και στο συνέδριο των πουλιών πηγαίνει,
για να τους πει μια γνώμη φωτισμένη.
Παίρνει μια στάση λίγο σοβαρή,
ξεροβήχει,κοιτάζει λίγο πέρα,
και τους λέει: "Καλησπέρα!"

Ο λόγος του θαυμάστηκε πολύ.
Τι διαβασμένος,λένε,ο παπαγάλος!
Θάναι σοφός αυτός πολύ μεγάλος,
αφού μπορεί και ανθρώπινα μιλεί.

Απ΄τις Ινδίες φερμένος,ποιός το ξέρει
πόσα βιβλία μαζί του νάχει φέρει,
με τι σοφούς εμίλησε,και πόσα
να ξέρει στων γραμματικών τη γλώσσα!...

"Κυρ παπαγάλε,θάχομε την τύχη
ν΄ακούσομε τι λες και παραπέρα;"

Ο παπαγάλος βήχει,ξεροβήχει...
μα τι να πει; Ξανάπε: "Καλησπέρα".

Back to Top

ΠΟΛΕΜΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ

 

ΧΑΜΕΝΑ ΧΡΟΝΙΑ

Αχ,και να γύριζαν,νά'ρχονταν πίσω
τα χρόνια που έζησα πριν σ'αγαπήσω!
Χρόνια αμνημόνευτα σα να ΄ταν ξένα
τα χρόνια που έζησα χωρίς εσένα.

Ποτάμι που έτρεξε μες σε λιθάρια
και δεν επότισε μηδέ χορτάρια,
κι΄η γη το ρούφηξε στ΄άφωτα βάθη
κι΄ως και τ΄αχνάρι του για πάντα εχάθη.

Αχ,και να γύριζαν να διπλοζήσω,
αγάπη αδιάκοπη να σου χαρίσω,
και νά ΄σαι η πρώτη μου,εσύ η στερνή μου,
από τη γέννα μου κι΄ως τη θανή μου.

Μισή σου χάρισα ζωή μονάχα.
Ζωές αμέτρητες ήθελα νά΄χα,
έτσι όπως πρέπει σου να σ΄αγαπήσω.
Αχ,και να γύριζαν τα χρόνια πίσω!



ΓΙΑΤΙ ΑΓΡΥΠΝΩ

Δυό γλυκά ματάκια,μάτια ζαφειρένια,
μ΄άνοιξαν πληγή'
κι΄αγρυπνώ απ΄τον πόνο κι αγρυπνώ απ΄την έννοια
κι΄απ΄τη συλλογή.

Της νυχτός η πάχνη χάνεται κι΄εκείνη
όμοια με καπνό'
η αυγή προβάλλει,το φεγγάρι σβήνει,
κι΄όμως αγρυπνώ.

Αγρυπνώ την ώρα που κρυφοφιλιούνται
τ΄άστρα ζηλευτά,
αγρυπνώ την ώρα που γλυκοκοιμούνται
τα ματάκια αυτά.

Τίνος είν΄τα μάτια; Μη ρωτάς εμένα,
κόρη ευγενική'
σύρε στον καθρέπτη και ζωγραφισμένα
θα τα δης εκεί.


ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

Παπά,μια κόρη αγάπησα
και μ΄αγαπούσε σαν τρελή'
μια μέρα την αγκάλιασα,
πήρα το πρώτο της φιλί.
Παπά,τι συλλογάσαι;

-Αν την αγάπησες πολύ,
συχωρεμένος νάσαι.

-Μια μέρα εκείνη ερίχτηκε
στην αγκαλιά μου ντροπαλή,
κι αμάρτησα κι αμάρτησε
όχι μονάχα με φιλί.
Παπά,τι συλλογάσαι;

-Αν την αγάπησες πολύ,
συχωρεμένος νάσαι.

-Μια μέρα την παράτησα
την όμορφην αμαρτωλή
και δεν της ξαναζήτησα
μήτ΄αγκαλιά μήτε φιλί.
Παπά,τι συλλογάσαι;

-Δεν την αγάπησες πολύ,
καταραμένος νάσαι.



ΤΟ ΚΡΥΦΟ ΣΧΟΛΕΙΟ

Απ΄έξω μαυροφόρ΄απελπισιά,
πικρής σκλαβιάς χειροπιαστό σκοτάδι'
και μέσα στη θολόχτιστη εκκλησιά-
στην εκκλησιά που παίρνει κάθε βράδυ
την όψη του σχολειού-
το φοβισμένο φως του καντηλιού
τρεμάμενο τα ονείρατα αναδεύει
και γύρω τα σκλαβόπουλα μαζεύει.

Εκεί καταδιωγμένη κατοικεί
του σκλάβου η αλυσόδετη πατρίδα'
βραχνά ο παπάς ο δάσκαλος εκεί
θεριεύει την αποσταμένη ελπίδα
με λόγια μαγικά'
εκεί η ψυχή πικρότερο αγρικά
τον πόνο της σκλαβιάς της,εκεί βλέπει
τι έχασε,τι έχει,τι της πρέπει.

Κι απ΄την εικόνα του Χριστού ψηλά
που εβούβανε τα στόματα των πλάνων
και ρίχνει και συντρίβει και κυλά
στην άβυσσο τους θρόνους των τυράννων,
κι από τη σιγαλιά
που δένει στο λαιμό πνιγμού θηλειά,
κι απ΄των προγόνων τ΄άφθαρτα βιβλία
που δείχνουν τα πανάρχαια μεγαλεία,

ένας ψαλμός ακούγεται βαθύς
σε μελωδίες ενός κόσμου άλλου
κι ανατριχιάζει ακούοντας καθείς
προφητικά τα λόγια του δασκάλου
με μια φωνή βαριά:
"Μη σκιάζεσθε στα σκότη! Η λευθεριά
σαν της αυγής το φεγγοβόλο αστέρι
της νύχτας το ξημέρωμα θα φέρει!"


ΝΕΡΩΜΕΝΟ ΚΡΑΣΙ

Ό,τι κι΄αν είχε τόχασε,γυναίκα,βιός,παιδιά του'
τίποτε δεν τ΄απόμεινε στερνή παρηγοριά.
Πέταξ΄η έννοια από το νου κι΄η ελπίδ΄απ΄την καρδιά του
κι η υπομονή εμαρμάρωσε στα στήθη του βαριά.

Όπως τα λείψανα περνούν,περνάει αργά ο καιρός του
και ζει δίχως ο δύστυχος να ξέρει το γιατί.
Μες στην ταβέρνα ολημερίς με το ποτήρι εμπρός του
του κάκου εκεί ανώφελα τη λησμονιά ζητεί.

"Καταραμένε κάπελα και κλέφτη ταβερνιάρη,
τι το νερώνεις το κρασί,και πίνω απ΄το ξανθό,
και πίνω κι΄απ΄το κόκκινο κι΄από το γιοματάρι
κι΄από το σώσμα το τραχύ,πίνω και δε μεθώ;
Δεν ήρθα για ξεφάντωμα,μήτε για πανηγύρι,
ήρθα να βρω τη λησμονιά στο θάνατο κοντά!"
Κι΄ο κάπελας γεμίζοντας και πάλι το ποτήρι
με θλιβερό περίγελο στα λόγια του απαντά:

"Τι φταίω εγώ αν τα δάκρυα που απελπισμένος χύνεις
πέφτουν μες στο ποτήρι σου,σταλαγματιές θολές,
και το νερώνουν το κρασί κι΄αδύνατο το πίνεις;
Τι φταίω εγώ κι΄αν δε μεθάς,τι φταίω εγώ κι΄αν κλαις;"

Back to Top

ΡΩΤΑΣ ΒΑΣΙΛΗΣ

 

ΤΟ ΧΡΙΣΤΙΝΑΚΙ

Δώδεκ΄αγόρια του σκολειού
κι η Χριστινιώ μια τάξη,
μη βρέξει και μη στάξει.

Τ΄αγόρια τ΄ορκιστήκανε
στην παληκαροσύνη
να κλέψουν τη Χριστίνη.

Βαρκούλα αρματώνουνε
με σταυρωτό πανάκι-
Χριστίνα-Χριστινάκι.

Ποιός είδε πετροπέρδικα
να παίζει με γεράκια
στο πλάι στα θυμαράκια;

Ποιός είδε την ξανθόμαλλη
γελούσα και πανώρια
να παίζει με τ΄αγόρια;

Έμπα,καλή,στη βάρκα μας
να πάμε και να ΄ρθούμε
τραγούδι που θα ειπούμε!

Τ΄αστέρια τρεμουλιάζουνε
στου ζέφυρου το χάδι
τ΄όμορφο τούτο βράδυ.

Σπαρμένο χρυσολούλουδα
το πέλαγο λιβάδι
τ΄όμορφο τούτο βράδυ.

Άλλοι ταιριάζουν τα πανιά
κι άλλοι κουπί τραβούνε,
Χριστίνα,ο νους σου πού ΄ναι;

Το Χριστινάκι τραγουδεί
της βάρκας κυβερνήτης,
γλυκειά που ΄ν΄η φωνή της!

Και λέει τραγούδι του έρωτα
και για τον πόθο λέει,
για το φιλί που καίει'

κι η βάρκα εποθοφτέρωσε
κι ορθοπηδάει το κύμα
τραβώντας όλο πρίμα.

Γέλια,τραγούδια εσώπασαν,
τ΄αγόρια συμπαλεύουν,
μοχτούν,φιλί γυρεύουν.

Χουγιάζει ο αέρας για φιλί,
βγάζουν καημούς και πάθη
της θάλασσας τα βάθη.

Κανείς δεν είναι στο κουπί,
κανείς και στο τιμόνι,
λαχτάρα που τους ζώνει!

Για το φιλί της Χριστινιώς
χυμάν με χίλια χέρια
νερά,βουνά κι αστέρια.

Κι η βάρκα η ποθοπλάνταχτη
πάει στων νερών τα βάθη
με του έρωτα τα πάθη.

Κι εκεί σαλεύουν τα παιδιά,
ψάχνουν να βρουν ακόμα
της Χριστινιώς το στόμα.

Δεν κλαίω τα δώδεκα παιδιά,
τους νιούς,τους μαθητάδες,
τις δώδεκα μανάδες,

μον΄κλαίω τα μάτια τα γλαρά,
το λυγερό κορμάκι,
τ΄αγρίμι,το ελαφάκι,

που ήτανε δώδεκα χρονών,
-Παρθένα Παναγιά μου,
-κι έλαμπε η γειτονιά μου.

Back to Top

ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ ΓΙΑΝΝΗΣ

 

ΟΥΛΑΛΟΥΜ...

Ήταν σα να σε πρόσμενα κερά,
απόψε που δεν φύσαε όξω ανάσα,
κι΄έλεγα: Θα ΄ρθει απόψε απ΄τα νερά
κι΄από τα δάσα.

Θα ΄ρθει,γιατί φτεράει μου η ψυχή,
αφού σπαρά το μάτι μου σαν ψάρι,
και θα μυρίζει φώτα και βροχή
και νιό φεγγάρι.

Και νά,το κάθισμά σου συγυρνώ,
στολνώ την κάμαρά μου αγριομέντα,
και νά,μαζί σου κιόλας αρχινώ
χρυσή κουβέντα:

...Πως νά,θα μείνει ο κόσμος με το "μπα"
που μ΄έλεγε τρελόν,πως είχες γίνει
καπνός και τάχας σύγνεφα θαμπά
προς τη σελήνη.

Νύχτωσε και δε φάνηκες εσύ,
κίνησα να σε βρω στο δρόμο-ωιμένα-
μα σκούνταφτες(όπου εσκούνταφτα)χρυσή
κι΄εσύ σε μένα.

Τόσο πολύ μ΄αγάπησες κερά,
που άκουγα διπλά τα βήματά μου!
Πάταγα ΄γω-στραβός-μες στα νερά,
κι΄εσύ κοντά μου...

Back to Top

ΣΟΛΩΜΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ

 

Η ΞΑΝΘΟΥΛΑ

Την είδα την Ξανθούλα,
την είδα ψες αργά,
που εμπήκε στη βαρκούλα
να πάη στην ξενιτιά.

Εφούσκωνε τ΄αέρι
λευκότατα πανιά,
ωσάν το περιστέρι
που απλώνει τα φτερά.

Εστέκονταν οι φίλοι
με λύπη,με χαρά,
κι αυτή με το μαντίλι
τους αποχαιρετά.

Και το χαιρετισμό της
εστάθηκα να ιδώ,
ως που η πολλή μακρότης
μου τό ΄κρυψε και αυτό.

Σ΄ολίγο,σ΄ολιγάκι
δεν ήξερα να πω
αν έβλεπα πανάκι
ή του πελάγου αφρό'

κι΄αφού πανί,μαντίλι
εχάθη στο νερό,
εδάκρυσαν οι φίλοι,
εδάκρυσα κι΄εγώ.

Δεν κλαίγω τη βαρκούλα,
δεν κλαίγω τα πανιά,
μον΄κλαίγω την Ξανθούλα
που πάει στην ξενιτιά.

Δεν κλαίγω τη βαρκούλα
με τα λευκά πανιά,
μον΄κλαίγω την Ξανθούλα
με τα ξανθά μαλλιά.




Η ΦΑΡΜΑΚΩΜΕΝΗ

Τα τραγούδια μου τα ΄λεγες όλα,
τούτο μόνον δε θέλει να πης,
τούτο μόνον δε θέλει τ΄ακούσης'
αχ! την πλάκα του τάφου κρατείς.

Ώ παρθένα! αν ημπόρειαν οι κλάψες
πεθαμένου να δώσουν ζωή,
τόσες έκαμα κλάψες για σένα,
που ΄θελ΄έχης την πρώτη πνοή.

Συμφορά! Σε θυμούμ΄εκαθόσουν
στο πλευρό μου με πρόσωπο αχνό'
"τι έχεις;" σου ΄πα,κι΄εσύ μ΄αποκρίθης:
"Θα πεθάνω,φαρμάκι θα πιώ".

Με σκληρότατο χέρι το πήρες,
ωραία κόρη,κι΄αυτό το κορμί,
οπού του ΄πρεπε φόρεμα γάμου,
πικρό σάβανο τώρα φορεί.

Το κορμί σου εκεί μέσα στον τάφο
το στολίζει σεμνή παρθενιά'
του κακού σ΄αδικούσεν ο κόσμος
και σου φώναξε λόγια κακά.

Τέτοια λόγια αν ημπόρειες ν΄ακούσης,
οχ το στόμα σου τι ΄θελε βγη;
"Το φαρμάκι που επήρα και οι πόνοι
δεν εστάθηκαν τόσο σκληροί".

Κόσμε ψεύτη! τες κόρες τες μαύρες
κατατρέχεις όσο είν΄ζωντανές,
σκληρέ κόσμε! και δεν τους λυπάσαι
την τιμήν όταν είναι νεκρές.

Σώπα,σώπα! Θυμήσου πως έχεις
θυγατέρα,γυναίκα,αδελφή'
σώπα! η μαύρη κοιμάται στο μνήμα,
και κοιμάται παρθένα σεμνή.

Θα ξυπνήση την ύστερη μέρα,
εις τον κόσμον ομπρός να κριθή,
και,στον Πλάστη κινώντας με σέβας
τα λευκά της τα χέρια, θα πη:

"Κοίτα μέσα στα σπλάχνα μου,Πλάστη!
τα φαρμάκωσα,αλήθεια,η πικρή,
και μου βγήκε οχ το νου μου,Πατέρα,
που πλασμένα μου τα ΄χες Εσύ'

όμως κοίτα στα σπλάχνα μου μέσα,
που το κρίμα τους κλαίνε,και πες,
πες του κόσμου που φώναξε τόσα,
εδώ μέσα αν είν΄άλλες πληγές".

Τέτοια, ομπρός εις τον Πλάστη κινώντας
τα λευκά της τα χέρια,θα πη.
Σώπα,κόσμε! κοιμάται στο μνήμα,
και κοιμάται παρθένα σεμνή.

Back to Top

ΣΟΥΡΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

 

Η ΖΩΓΡΑΦΙΑ ΜΟΥ

Μπόι δυο πήχες,
κόψη κακή,
γένεια με τρίχες
εδώ κι εκεί.

Δυό μάτια μαύρα,
χωρίς κακία,
γεμάτα λαύρα
μα και βλακεία.

Πηγάδι στόμα,
μαλλιά χυτά,
γεμίζεις στρώμα
μόνο μ΄αυτά.

Κούτελο θείο,
λίγο πλατύ,
τρανό σημείο
του ποιητή.

Μακρύ ρουθούνι,
πολύ σχιστό,
κι ένα πηγούνι
σαν το Χριστό.

Μούρη αγρία
και ζαρωμένη,
χλομή και κρύα,
σαν πεθαμένη.

Χρώμα κανένα
δεν της ταιριάζει
και ολοένα
βαφή αλλάζει.

Δόντια φαφούτη,
όλο σχισμάδες,
ύφος τσιφούτη
για μαστραπάδες.




Ο ΡΩΜΗΟΣ

Στον καφενέ απ έξω σαν μπέης ξαπλωμένος,
του ήλιου τις ακτίνες αχόρταγα ρουφώ,
και στων εφημερίδων τα νέα βυθισμένος,
κανέναν δεν κοιτάζω,κανέναν δεν ψηφώ.

Σε μια καρέκλα τόνα ποδάρι μου τεντώνω,
το άλλο σε μιαν άλλη,κι ολίγο παρεκεί
αφήνω το καπέλο,και αρχινώ με τόνο
τους υπουργούς να βρίζω και την πολιτική.

Ψυχή μου! τι λιακάδα !τι ουρανός ! τι φύσις !
αχνίζει εμπροστά μου ο καϊμακλής καφές,
κι εγώ κατεμπνευσμένος για όλα φέρνω κρίσεις,
και μόνος μου τις βρίσκω μεγάλες και σοφές.

Βρίζω Εγγλέζους,Ρώσους,και όποιους άλλους θέλω,
και στρίβω το μουστάκι μ΄αγέρωχο πολύ,
και μέσα στο θυμό μου κατά διαόλου στέλλω
τον ίδιον εαυτό μου,και γίνομαι σκυλί.

Φέρνω τον νουν στον Διάκο και εις τον Καραϊσκο,
κατενθουσιασμένος τα γένια μου μαδώ,
τον Έλληνα εις όλα ανώτερο τον βρίσκω,
κι απάνω στην καρέκλα χαρούμενος πηδώ.

Την φίλη μας Ευρώπη με πέντε φασκελώνω,
απάνω στο τραπέζι τον γρόθο μου κτυπώ...
Εχύθη ο καφές μου ,τα ρούχα μου λερώνω,
κι όσες βλαστήμιες ξέρω αρχίζω να τις πω.

Στον καφετζή ξεσπάω... φωτιά κι εκείνος παίρνει.
Αμέσως άνω κάτω του κάνω τον μπουφέ,
τον βρίζω και με βρίζει,τον δέρνω και με δέρνει,
και τέλος... δεν πληρώνω δεκάρα τον καφέ.

Back to Top

Ιούλιος 19, 2000.