ΘΥΡΕΟΕΙΔΗΣ ΚΑΙ ΚΑΡΔΙΑ

1) ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Ο θυρεοειδής αδένας παράγει δύο ορμόνες: την θυροξίνη (Τ3) και την τριωδοθυρονίνη (Τ4), που οι δράσεις τους αφορούν και το καρδιαγγειακό σύστημα.

Μια άλλη ορμόνη (η TSH), που δεν παράγεται από τον θυρεοειδή αλλά από έναν άλλο αδένα (την υπόφυση), έχει στενή σχέση με τη λειτουργία του θυρεοειδή. Αυτό συμβαίνει γιατί η TSH είναι η ορμόνη που δίνει την εντολή στο θυρεοειδή να παράγει θυρεοειδικές ορμόνες (Τ3, Τ4). Αντίστροφα η αυξημένη ποσότητα των θυρεοειδικών ορμονών δίνει εντολή στην υπόφυση να ελαττώσει την παραγωγή της TSH και έτσι γίνεται η ρύθμιση της παραγωγής των θυρεοειδικών ορμονών.

Όταν υπάρχει αυξημένη παραγωγή θυρεοειδικών ορμονών έχουμε υπερθυρεοειδισμό, ενώ στην αντίθετη κατάσταση με ελαττωμένη παραγωγή ορμονών υπάρχει υποθυρεοειδισμός.

2) ΥΠΕΡΘΥΡΕΟΕΙΔΙΣΜΟΣ

Στον υπερθυρεοειδισμό έχουμε αυξημένη παραγωγή της Τ3, της Τ4 ή/και των δύο ορμονών. Η αυξημένη παραγωγή ορμονών μπορεί να προκαλείται από υπερλειτουργία όλου του αδένα (διάχυτη τοξική βρογχοκήλη) ή μερικών τμημάτων του (οζώδης τοξική βρογχοκήλη).

Ο υπερθυρεοειδισμός είναι μέχρι και 8 φορές συχνότερος στις γυναίκες. Γίνεται συνήθως αντιληπτός από τα συμπτώματα που προκαλεί και τα οποία συνήθως είναι: εύκολη κόπωση, υπερένταση, εξάψεις και αϋπνία, κακή ανοχή στη ζέστη, ιδρώτες, αυξημένη όρεξη, χάσιμο βάρους, πιθανώς διάρροια, τρεμούλιασμα χεριών καθώς και διαταραχές της περιόδου στις γυναίκες.

Από το καρδιαγγειακό σύστημα μπορεί να έχουμε: αίσθημα προκάρδιων παλμών με ταχυκαρδία (πάνω από 100 σφυγμούς το λεπτό), αρρυθμίες (συχνότερα κολπική μαρμαρυγή), δύσπνοια, αρτηριακή υπέρταση. Εάν δεν αντιμετωπισθεί ο υπερθυρεοειδισμός, μπορεί να δημιουργηθεί διόγκωση της καρδιάς και καρδιακή ανεπάρκεια.

3) ΥΠΟΘΥΡΕΟΕΙΔΙΣΜΟΣ

Στον υποθυρεοειδισμό υπάρχει ελαττωμένη παραγωγή των θυρεοειδικών ορμονών (της Τ3 και της Τ4), συνήθως λόγω βλάβης του θυρεοειδούς από κάποια φλεγμονή του αδένα (πρωτοπαθής υποθυρεοειδισμός) ή από ελαττωμένη παραγωγή της TSH (δευτεροπαθής υποθυρεοειδισμός).

Ο υποθυρεοειδισμός εμφανίζεται 2 φορές συχνότερα στις γυναίκες και παρουσιάζει τα ακόλουθα συμπτώματα: κακή ανοχή στο κρύο, βραδύτητα αντιδράσεων, υπνηλία, ξηρό δέρμα, δυσκοιλιότητα, βραχνάδα, διαταραχές μνήμης καθώς και διαταραχές της περιόδου στις γυναίκες.

Από το καρδιαγγειακό μπορεί να έχουμε: βραδυκαρδία, υπόταση (μερικές φορές υπέρταση), περικαρδιακή συλλογή, δύσπνοια και καρδιακή ανεπάρκεια. Υπάρχει επίσης διαταραχή του μεταβολισμού των λιπιδίων με αύξηση της χοληστερόλης και των τριγλυκεριδίων, που οδηγούν συχνά σε πρόωρη αθηρωμάτωση των στεφανιαίων αρτηριών και αρκετές φορές σε σοβαρή στεφανιαία νόσο. Πάντως η θεραπεία του υποθυρεοειδισμού διορθώνει τις διαταραχές των λιπιδίων.

4) ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΤΩΝ ΔΙΑΤΑΡΑΧΩΝ ΤΟΥ ΘΥΡΕΟΕΙΔΟΥΣ

Η διάγνωση των διαταραχών της λειτουργίας του θυρεοειδούς γίνεται εύκολα με μια εξέταση αίματος, όπου μπορεί να γίνει η μέτρηση των θυρεοειδικών ορμονών (Τ3, Τ4) καθώς και της TSH.
Ανάλογα με τα αποτελέσματα των μετρήσεων ο εξεταζόμενος έχει:
(α) Ευθυρεοειδισμό εάν οι ορμόνες είναι φυσιολογικές.
(β) Υπερθυρεοειδισμό εάν οι Τ3, Τ4 είναι αυξημένες και η TSH (συνήθως) ελαττωμένη.
(γ) Υποθυρεοειδισμό εάν οι Τ3, Τ4 είναι ελαττωμένες και η TSH (συνήθως) αυξημένη.

5) ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΩΝ ΔΙΑΤΑΡΑΧΩΝ ΤΟΥ ΘΥΡΕΟΕΙΔΟΥΣ

Η θεραπεία του υπερθυρεοειδισμού περιλαμβάνει τη χορήγηση αντιθυρεοειδικών φαρμάκων και β-αποκλειστών καθώς και την αντιμετώπιση τυχόν καρδιακής ανεπάρκειας, ενώ η πιο ριζική αντιμετώπιση περιλαμβάνει την καταστροφή του αδένα με ραδιενεργό ιώδιο ή τη χειρουργική αφαίρεση αυτού. Μετά τη ριζική αντιμετώπιση απαιτείται χρόνια καθημερινή χορήγηση θυρεοειδικών ορμονών από το στόμα.

Η θεραπεία του υποθυρεοειδισμού περιλαμβάνει τη σταδιακή χορήγηση από το στόμα της κατάλληλης δόσης θυρεοειδικών ορμονών καθώς και την αντιμετώπιση της τυχόν καρδιακής ανεπάρκειας ή/και της στεφανιαίας νόσου.

Κάντε κλικ στην παραπομπή για να επιστρέψετε στα Καρδιολογικά Θέματα
© 1999- Καρδιολογικό Ιατρείο Στ. Οικονόμου - Άρτα 47100