Copyright © Δεκ 1999 Δημήτριος Γ. Βαρλαμίτης

URL: users.otenet.gr/~d_vrlmt

Ανάλυση των λογικών ιδιοτήτων της οπτικής εικόνας

Περιεχόμενα

  1. Εισαγωγή

  2. Σολιψισμός και υλισμός

  3. Η κατεύθυνση της έρευνας

  4. Κεντρική ανάλυση

  5. Σκέψη

  6. Αναδρομή



Σε μια οπτική εικόνα δεν περιλαμβάνεται τίποτε που να μην φαίνεται. Δεν φαίνονται συνδέσεις και εξαρτήσεις ανάμεσα στα μέρη της εικόνας - άρα δεν υπάρχουν. Δεν φαίνονται σχέσεις ανάμεσα σε μιαν προγενέστερη και μιά μεταγενέστερη εικόνα - άρα δεν υπάρχουν. Τα μέρη της εικόνας υπάρχουν ανεξάρτητα - όμως εμφανίζονται μαζί. Το καθένα μπορεί να υπάρχει χωρίς το άλλο, άρα 1) το σχήμα του οπτικού πεδίου δεν προκύπτει από τα στοιχεία που περιέχονται στην οπτική εικόνα 2) το περιεχόμενο της εικόνας δεν καθορίζεται από τον εαυτό του. Κάθε τμήμα της οπτικής εικόνας υπάρχει ανεξάρτητα από τα άλλα τμήματά της. Το ότι εν τούτοις υπάρχουν μαζί δεν είναι ιδιότητα του δομικού της υλικού. Άρα η εικόνα τεμαχίζεται καθώς αποτελείται από τμήματα, που υπάρχουν ανεξάρτητα το ένα από το άλλο και καθένα τμήμα πάλι με την σειρά του κατακερματίζεται μέχρις εκμηδενισμού. Τ.έ, αν μεταχειριστούμε - και πρέπει - τα χρωματισμένα σχήματα ως δομικό υλικό της οπτικής εικόνας, η αίσθηση της όρασης φαίνεται αδύνατον να υπάρχει. Η ιδιότητα της συνοχής (ουσιαστική για την ύπαρξη της εικόνας) δεν προκύπτει από το οπτικό υλικό, άρα η οπτική εικόνα δεν είναι αυτοτελές αντικείμενο. Η συνοχή της εικόνας δεν είναι της εικόνας, αλλά κάποιου εξωτερικού της αντικειμένου, στο οποίο ανήκει η ιδιότητα της συνεκτικότητος, ως μη ανήκουσα στην εικόνα. Αυτό το αντικείμενο, αντιστοίχως προς την διαιρετότητα της εικόνας, είναι και το ίδιο διαιρετό, αλλά, προκειμένου να μπορεί να υποστηρίξει την εικόνα, πρέπει να έχει ενδογενή συνοχή.

1 Εισαγωγή

Το πώς προκύπτει η συνείδηση και τι σημαίνει η ύπαρξή της είναι εξαιρετικά δύσκολο πρόβλημα και μάλλον δεν θα λυθεί ποτέ ως το τέλος. Αλλά δεν είναι και τελείως απλησίαστο.

Συχνά, όταν δεν προχωράει η επίλυση ενός προβλήματος, νομίζουμε ότι δεν έχουμε όλα τα στοιχεία - και μπορεί όντως να μην τα έχουμε. Ενδέχεται όμως να μη θέσαμε όλα τα ζητήματα. Όταν δεν μπορείς να απαντήσεις σε μιαν ερώτηση, το τελευταίο που θα ήθελες είναι κάποια δεύτερη και τρίτη. Θα προτιμούσες να προσηλωθείς στην πρώτη. Κάποτε όμως τα επιπλέον ερωτήματα δίνουν τις απαντήσεις.

Ως προς την συνείδηση έχουμε να ρωτήσουμε πολλά: τι είναι η συνείδηση στην άμεση ύπαρξή της; ποιά είναι η σχέση της με την ύλη; τι είναι η συνείδηση από την σκοπιά της σχέσεώς της με την ύλη και αντιστρόφως; τι συμπεραίνουμε για την ύλη από το ότι συνδέεται με ένα ον σαν την συνείδηση; τι είναι η αλήθεια; υπάρχει αλήθεια; τι είναι ψέμα; τι είναι λογική;

Αν θέλουμε να ασχοληθούμε με την φύση της συνειδήσεως, πρέπει να ετοιμαστούμε να αντιμετωπίσουμε ολόκληρο το γνωσιολογικό και οντολογικό πρόβλημα.

Η βιολογία του εγκεφάλου θα είναι κάποτε απαραίτητη για την εξήγηση των επιμέρους μορφών και φαινομένων της συνείδησεως, αλλά η συνείδηση καθεαυτήν δεν μπορεί να εξηγηθεί κατευθείαν από την άμεση εγκεφαλική βιολογική διαδικασία - πιστεύει σοβαρά κανείς, ότι το πράσινο μπορεί να φανεί στο τέλος ενός νευρωνικού υπολογισμού ως αποτέλεσμα;

Νομίζω ότι πολλοί αρνούνται να κάνουν τον προφανή, πάντως, αυτόν συλλογισμό, επειδή νομίζουν ότι τότε εξαφανίζεται κάθε δυνατότης επιλύσεως του προβλήματος. Αλλά δεν έχουν δίκιο. Οι ίδιοι διέγραψαν τις άλλες δυνατότητες, αρνηθέντες να θέσουν το σύνολο των σχετικών ερωτημάτων, στην πραγματικότητα συγκαλύψαντες τα ερωτήματα με προκατασκευασμένες, απερίσκεπτες απαντήσεις.

Η βιολογία είναι λανθασμένο σημείο εκκινήσεως για την κατανόηση της συνειδήσεως: για να καταλάβουμε την σχέση της βιολογίας με την συνείδηση, πρέπει ήδη να γνωρίζουμε τις απαντήσεις του γνωσιολογικού και του οντολογικού προβλήματος. Για την ακρίβεια, η γνωσιολογική κατανόηση αποτελεί προϋπόθεση για την επιστήμη, αν θέλουμε να είμαστε αυστηροί. Ευτυχώς η επιστήμη λειτουργεί αρκετά καλά και χωρίς να κατακτηθεί η γνωσιολογία (η οποία βρίσκεται στο προεπιστημονικό της φιλοσοφικό στάδιο, όταν δεν είναι και μυθολογία). Το γιατί η επιστήμη μπορεί και λειτουργεί χωρίς το προαπαιτούμενό της, θα το δούμε αργότερα. Πρέπει όμως να κατανοηθεί, ότι όλος ο γνωστικός μας μηχανισμός θα παρουσιάσει διαρροές, όταν η ίδια η βάση του παραμένει απροσδιόριστη. Και κάποιες απ' τις χειρότερες διαρροές θα εμφανιστούν στο πρόβλημα της συνειδήσεως.

Το ότι αισθανόμαστε ασφαλέστεροι και ισχυρότεροι επιχειρούντες να λύσουμε αυτό το πρόβλημα επί επιστημονικών και υλικών δεδομένων δεν αποτελεί πραγματικό επιχείρημα. Ο σωστός τρόπος είναι να θέσουμε ενοχλητικά ερωτήματα και να ετοιμαστούμε για ενοχλητικές απαντήσεις. Δεν επιτρέπεται να περιμένουμε ότι θα κατανοήσουμε το ίδιο το γνωστικό εργαλείο και την φύση της συνειδήσεως, χωρίς, ως προϋπόθεση και ως αποτέλεσμα, να αλλάξουν οι γενικώτερες ιδέες μας. Ακόμη περισσότερο, αν δεν το αντιλαμβανόμαστε αυτό, σημαίνει ότι επιμένουμε σε σημαντικά λάθη.

2 Σολιψισμός και υλισμός

Ο σολιψισμός είναι μεγάλη φιλοσοφική κατάκτηση του ανθρωπίνου πνεύματος και, επειδή θα αποτελέσει κατά κάποιον τρόπο το σημείο εκκινήσεώς μας, πρέπει να εξηγήσουμε τι είναι. Συνίσταται στην άποψη ότι, όσα βλέπουμε, ακούμε ή καθ' οιονδήποτε τρόπον αισθανόμαστε, είναι τελείως ανύπαρκτα, όσο και αυτά που βλέπουμε στον ύπνο μας. Η ίδια η σωματική μας υπόσταση είναι φαντασίωση. Υπάρχει μόνον ένα όραμα ή όνειρο, εμείς είμαστε αυτό το όνειρο ακριβώς. Για την ακρίβεια, το «εμείς» είναι από την άποψη του σολιψισμού καταχρηστικό. Υπάρχει μόνο ένα άτομο, τ.έ. ο αναγνώστης του παρόντος. Συνήθως οι άνθρωποι θεωρούν τον σολιψισμό τόσον παράλογον ή απειλητικόν, που προτιμούν να μην καταλάβουν περί τίνος πρόκειται - και όντως δεν καταλαβαίνουν. Είναι μια κατανοητή αντίδραση, διότι δογματικώς κατανοημένος ο σολιψισμός κάνει τον άνθρωπο ακατάλληλον για επιβίωση σ' αυτόν τον κόσμο - ή πάντως προκύπτει αυτός ο φόβος. Αλλά πρέπει να δεχτούμε ότι από όλες τις γνωσιολογικές θεωρίες την ισχυρότερη θεμελίωση έχει ο σολιψισμός.

Οι γνωσιολόγοι το γνωρίζουν αυτό και το εκτιμούν δεόντως. Θέλουν, όμως, και να ξεφύγουν απ' τα εκμηδενιστικά συμπεράσματα αυτής της θεωρίας. Βλέπετε, αν κάποιος ισχυριστεί, ότι ο κόσμος είναι ανύπαρκτος, ο Αριστοτέλης θα του πει, δικαίως ή αδίκως, «όμως φυλάγεσαι μην πέσεις στο ανύπαρκτο πηγάδι». Για να ξεφύγουν από τέτοιες ειρωνείες, όσοι γοητεύτηκαν απ' τον σολιψισμό, φτειάχνουν περίπλοκα και ασυνεπή μίγματα, ισχυριζόμενοι ότι ναι μεν ο κόσμος δεν υπάρχει, αλλά χάριτι θεία είναι υπαρκτός. Εμείς εδώ θα χρειαστούμε όμως την συνεπή και αυστηρή μορφή της σολιψιστικής θεωρίας.

Επιστρέφουμε στα όνειρα. Όσα βλέπει κανείς κοιμισμένος δεν έχουν εξωτερική ύπαρξη. Δεν έχει σημασία το ότι ίσως ονειρεύεται κάτι, που το είδε και κατά την εγρήγορση. Το ουσιώδες είναι ότι το ονειρεύεται χωρίς να το έχει μπροστά του, τ.έ. το να βλέπει κάτι, δεν σημαίνει, ότι είναι υπαρκτό. Όταν ξυπνήσει, καταλαβαίνει ότι ήταν ανύπαρκτο, αν και στο όνειρο έδινε την αντίθετη εντύπωση. Μπορείτε, τώρα, να αποδείξετε, ότι, όσα βλέπετε ξύπνιοι, δεν είναι απλώς ζωντανώτερη, πολυπλοκώτερη, πιο οργανωμένη αυταπάτη; Κατά πάσαν πιθανότητα δεν έχετε τέτοιαν απόδειξη.

Κάποιος μπορεί να πεί: αυτό το ρολόι λ.χ., που βλέπω, μπορώ και να το πιάσω, άρα υπάρχει. Το επιχείρημα είναι ψυχολογικό, όχι λογικό. Επειδή η μνήμη και η φαντασία σχηματίζουν εύκολα οπτικά φαντάσματα, αλλά όχι απτικά, οι άνθρωποι θεωρούν την αφή αξιοπιστότερη στην εξέταση της υπαρκτότητος των πραγμάτων. «Απτό» λένε το βέβαιο, το διαπιστωμένο. Αλλά, όταν αμφισβητούμε την εγκυρότητα των αισθήσεων με προοπτική να κλονίσουμε την πίστη στον εξωσυνειδησιακό κόσμο, η αφή, καθώς είναι η ίδια αίσθηση, δεν μπορεί να σώσει την όραση. Η μόνη ύπαρξη που ξέρετε είναι το ορατό, ο ήχος, το απτό. Τι νόημα έχει να πείτε ότι υπάρχει κάτι την στιγμή που δεν το βλέπετε; Ή ότι, και όταν το βλέπετε, υπάρχει έξω απ' την συνείδησή σας;

Λέμε π.χ., «βλέπω ένα τραπέζι». Για την ακρίβεια βλέπουμε το άθροισμα κάποιων σχημάτων και χρωμάτων. Κάθε επιχείρημα εναντίον του σολιψισμού προϋποθέτει ότι πιστεύουμε ολίγον στον υλικό έξω κόσμο και χρησιμοποιεί αυτήν την μικρή πίστη για να μας πείσει τελείως. Πλην όμως η αυστηρή λογική απαιτεί να ξεκινάμε απ' όσα σταθερώς γνωρίζουμε, εν προκειμένω τα χρώματα, τούς ήχους κ.τ.τ., δηλ. όντα συνειδητά, όχι υλικά. Και ξεκινώντας απ' το πράσινο, το κίτρινο κ.τ.ό., πώς να συμπεράνουμε κάτι διαφορετικό απ' αυτά; Κάτι μη χρωματικό, αποτελούμενο από άτομα, μόρια και ηλεκτρόνια, ας πούμε; Πάρτε το χρώμα σαν ουσία. Μπορείτε από την ουσία του να συμπεράνετε, ότι υπάρχει ύλη; Υπάρχει μέσα στο πράσινο κάποια δήλωση του τύπου «αντιπροσωπεύω κάτι υλικό και μη πράσινο»; Μάλλον δεν υπάρχει καμμιά δήλωση απολύτως. Το πράσινο είναι από την φύση του και την εμφάνισή του (είναι ό,τι ακριβώς φαίνεται) έξω από κάθε σχέση αιτίας και αποτελέσματος, ώστε δεν μπορεί να προκύπτει από οτιδήποτε υλικό (και από οτιδήποτε γενικώς) ούτε να αντιπροσωπεύσει ή να δείξει προς κάτι μη πράσινο, μη αισθητό (ή και πράσινο και αισθητό: δεν συνδέεται με τίποτε απολύτως, αυτό το βλέπετε με το που το κοιτάτε).

Συμπερασματικώς έχετε λόγους να δεχτείτε τον σολιψισμό ως ισχυροτάτη γνωσιολογική θέση.

Συνεπείς γνωσιολογικές θεωρίες μπορούν να δομηθούν και επί τελείως διαφορετικής βάσεως, φυσικά. Ο υλισμός λ.χ. ξεκινάει με την αναπόδεικτον, αλλά και δυσχερέστατα διαψεύσιμον υπόθεσιν, ότι υπάρχει μια ουσία, ας την πούμε ύλη, της οποίας ιδιότητα ή κάτι εν πάση περιπτώσει αποτελεί η συνείδηση.

Το ενδιαφέρον ως προς τον υλισμό είναι ότι, αν ερμηνεύσουμε τα φυσικά φαινόμενα από την σκοπιά του, τότε προκύπτει ένα πολύπλοκο σχέδιο του υλικού κόσμου, εντός του οποίου αποδεικνύεται πειραματικώς ότι η συνείδηση έχει την θέση, που προϋποθέτουν οι υλιστές. Η κατά βάσιν υλιστική επιστημονική εικόνα του κόσμου δεν αυτοαναιρείται, κάτι ιδιαιτέρως αξιοσημείωτο, λαμβανομένης υπ' όψιν της πολυπλοκότητός της. Αλλά βλέπουμε ότι η φυσική συνδέεται με την χημεία, η χημεία με την βιολογία, αυτή με την λειτουργία του εγκεφάλου και τελικά με τις αισθήσεις, αυτές πάλι αντικρύζουν τα φυσικά φαινόμενα με τον τρόπο, που προβλέπει η θεωρία. Το προκύπτον σύστημα είναι μάλλον αρμονικό.

Αυτό πάντως δεν αποτελεί σοβαρή απόδειξη της υλιστικής θέσεως, διότι το τελικό συμπέρασμα προϋποτίθεται. Καταλήγουν στην υλιστική θέση βάσει φαινομένων, που ήδη εκ των προτέρων ερμήνευσαν υλιστικώς. Το ότι είναι πάντως δυνατόν να το κάνουν αυτό δεν στερείται σημασίας, αλλά θα μπορούσε να σημαίνει, ότι τα προσιτά σε μας φαινόμενα είναι πειθαρχικά, επιτρέπουν σε ένα συνεπές σύστημα ερμηνείας να αυτοεπιβεβαιωθεί πάνω τους, όχι ότι αυτό το σύστημα είναι κατ' απόλυτον τρόπον ορθό.

Πρέπει, εν τούτοις, οι ερμηνείες μας να εξηγήσουν κι αυτήν την πειθαρχικότητα των φαινομένων. Και δεν μπορούν να την εξηγήσουν, αν δεν υποτεθεί κάποια αρχή - ας την πούμε και υλική - εκτός του κύκλου της συνειδήσεως. Δεν έρχεται αυτό σε αντίθεση με ό,τι είπαμε πρό ολίγου κατά του υλισμού; Όχι κατ' ανάγκην, πρώτον διότι η κυρία αντίρρησή μας κατά του υλισμού είναι ότι δεν απέδειξε ως τώρα σοβαρά την θέση του, δεύτερον διότι η σχέση και η φύση της ύλης και της συνειδήσεως μπορεί να διαφέρουν πολύ απ' ό,τι φαντάστηκαν οι υλιστές - οι οποίοι άλλωστε ποτέ δεν εξήγησαν τί εννοούν με την λέξη ύλη και ούτε θα μπορούσαν, χωρίς να προηγηθεί κάποια απόδειξη της συσχετίσεως συνειδήσεως και ύλης. Εν πάση περιπτώσει η εν λόγω επιχειρηματολογία υπέρ της ύλης καταρρέει ενώπιον της δυνατότητος του σολιψιστή να εξαφανίσει τις αλληλουχίες των φαινομένων δεχόμενος μόνον την παρούσα στιγμή.

3 Η κατεύθυνση της έρευνας

Το μεγάλο κενό στην υλιστική αντίληψη εκδηλώνεται στο πώς οι αισθήσεις προκύπτουν απ' τον εγκέφαλο. Παλαιόθεν παρετηρήθη ότι και η λεπτομερεστέρα περιγραφή της εγκεφαλικής αισθητικής λειτουργίας δεν θα μετέφερε την εμπειρία του ήχου σε κάποιον στερούμενον την αίσθηση της ακοής. Το γεγονός τούτο αντιστρόφως θεωρηθέν σημαίνει ότι δεν μπορούμε από την αίσθηση να μεταβούμε λογικώς στο εγκεφαλικό υπόστρωμα.

Εδώ ήδη, χωρίς να το αναφέρουμε, χωρίσαμε το γνωσιολογικό πρόβλημα σε δύο τμήματα. Αφ' ενός στο ζήτημα της σχέσεως της αισθήσεως με τον εγκέφαλο, αφ' ετέρου στο ζήτημα της σχέσεως του (ενδεχομένου) εγκεφάλου με τον υπόλοιπον υλικό κόσμο. Τούτα τα δύο προβλήματα είναι εντελώς διαφορετικής δομής, δεν υπάρχει μέθοδος που να τα λύνει ταυτοχρόνως, και είναι καταστροφικό να τα αντιμετωπίσουμε ενιαίως. Σ' αυτό ο δογματικός σολιψισμός θα αντέτεινε: υποχρεούστε να τα αντιμετωπίσετε σαν ένα και μόνο πρόβλημα (αν δεχτούμε ότι νοείται να τεθεί τέτοιο πρόβλημα), διότι δεν αποδείξατε την ύπαρξη του εγκεφάλου.

Λοιπόν, δεν θα είχε δίκιο. Τα δυο ζητήματα είναι διαφορετικά και διαχωρίζονται από μόνα τους στην πορεία της εξετάσεως, όπως θα δούμε.

Όποια κι αν είναι η φύση της αισθήσεως, περιέχεται στην αίσθηση. Όχι στην αίσθηση ως απεικόνιση του έξω κόσμου, αλλά στην αίσθηση ως χρώμα, ήχο κ.τ.λ. Νομίζω ότι είναι φυσικό αυτή η απολύτως προσιτή φύση της αισθήσεως να μας οδηγήσει στην σχέση της με τον εγκέφαλο, αποδεικνύοντας αυτή η ίδια την ύπαρξη του εγκεφάλου.

Λοιπόν, θα περιοριστούμε στην εξέταση της ίδιας της αισθήσεως, των χρωμάτων και των αναλόγων. Κυρίως θα αναλύσουμε την οπτική εικόνα, η οποία είναι για την πλειοψηφία των ανθρώπων η καλύτερα συνειδητοποιημένη εκδήλωση των αισθήσεων. Αυτή η προοπτική, η κατάδυση στο νόημα της αισθήσεως για να βρούμε τον εγκέφαλο, είναι η σωστή μέθοδος για να ανακαλύψουμε και την σχέση εγκεφάλου και συνειδήσεως. Η εξήγηση αυτής της σχέσεως οφείλει να περιέχει την απόδειξη της παρουσίας του εγκεφάλου ξεκινώντας από την αίσθηση, ενώ η απόδειξη αυτή θα καθιστά προσιτή την ερμηνεία της συνειδήσεως - στον βαθμό που είναι ερμηνεύσιμη: στην πραγματικότητα θα χρησιμοποιήσουμε το ότι η αίσθηση είναι ανερμήνευτη, για να την εξηγήσουμε. Εν πάση περιπτώσει, αν αυτή η απόδειξη της παρουσίας της ύλης δεν είναι δυνατόν να συγκροτηθεί (αυτό ανεξαρτήτως του αν εγώ την βρήκα ή όχι), τότε οι σολιψιστές έχουν μάλλον δίκιο - και όχι στις νερωμένες εμπορικές μορφές, αλλά στην γνήσια έκφραση της θεωρίας τους.

Νομίζω ότι η διαμόρφωση της πιο πάνω στρατηγικής ήταν το κρίσιμο στοιχείο για την έρευνά μου. Την έκανε πολύ ευκολώτερη απ' ό,τι θα ήταν διαφορετικά.

Οπωσδήποτε θα ξεκινήσουμε την έρευνα από σολιψιστική αφετηρία, ώστε, αν αποδείξουμε κάτι, να είναι όντως αποδεδειγμένο. Οι υλιστές (και άλλοι ίσως) θα πούν ότι απ' τον σολιψισμό μόνον στον σολιψισμό θα καταλήξεις - ό,τι θέτεις, αυτό παίρνεις. Δεν θα διαφωνήσουμε, έχουν ένα ουσιαστικώτατο δίκιο, όπως θα φανεί και στην συνέχεια. Εν τούτοις θα παρατηρήσουμε ότι ως τώρα δεν ερευνήθηκε σοβαρά το τι θέτει ήδη ο σολιψισμός, έστω στην καθαρώτερη μορφή του. Καί, επιτέλους, δεν μπορεί να αποτελεί ηθική υποχρέωση να προϋποθέσουμε μιάν υλική, απτή, πραγματική ουσία (επενδεδυμένη με την ψευδαίσθηση ότι ξέρουμε τι είναι το υλικό, το απτό και το πραγματικό).

4 Κεντρική ανάλυση.

  1. 4.1 Το βασικό θέμα. 1η έκθεση

  2. 4.2 Το βασικό θέμα. 2η έκθεση

  3. 4.3 Το βασικό θέμα. 3η έκθεση/διάλογος

4.1 Το βασικό θέμα. 1η έκθεση

Θα περιγράψω κάποιες παρατηρήσεις επί των λογικών ιδιοτήτων της οπτικής εικόνας. Επειδή η άμεση έκθεση του ζητήματος μπορεί να το δυσκολέψει, θα ξεκινήσω με τις αρχικές μου σκέψεις επ' αυτού. Ίσως έτσι διευκολυνθεί η κατανόηση.

Ξεκίνησα με το ερώτημα, αν υπάρχει λογική απόδειξη της υπάρξεως του εξωτερικού κόσμου. Διότι κάποιοι υποστηρίζουν ότι, όταν λ.χ. βλέπω ένα δένδρο, στην πραγματικότητα υπάρχει μόνον το χρωματιστό σχήμα που βλέπω εγώ και τίποτε άλλο. Και το επιχείρημά τους είναι σοβαρό, διότι το δεδομένο της αισθήσεως είναι το μόνο αμέσως προσιτό και αναμφισβήτητο. Το να δεχθούμε ότι όντως υπάρχει ένα εξωτερικό δένδρο, όσο φυσιολογικό και να είναι, είναι αυθαίρετη παραδοχή.

Σκέφτηκα, λοιπόν, αν υπάρχει τίποτε μέσα στην ίδια την οπτική εικόνα, που να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι αυτή δεν είναι η μόνη πραγματικότητα, ότι η ίδια υπαινίσσεται κάτι άλλο, και ήδη πρέπει να πώ ότι ενδείξεις βρήκα, όχι βέβαια προς το παρατηρούμενο δένδρο, αλλά προς κάποιον υποκείμενο εγκεφαλικό σχηματισμό, ο οποίος φαίνεται απαραίτητος.

Μιά πρώτη παρατήρηση ήταν ότι, αν και η οπτική εικόνα είναι σαν ρεύμα μέσα στον χρόνο, σαν συνεχής ροή, η κάθε στιγμή της είναι άσχετη με την επομένη. Μέσα στην ίδιαν την οπτική ουσία δεν βρίσκουμε κάποιαν συσχέτιση με το παρελθόν ή το μέλλον: ούτε αλληλεξαρτήσεις ούτε αιτιοκράτηση, εξελίσσεται και μεταβάλλεται με απρόβλεπτο τρόπο. [Το να βλέπετε ένα μόνιμο φωτάκι, επειδή κοιτάξατε την λάμπα, δεν συνιστά εξαίρεση: εσείς ξέρετε τι το προκάλεσε, το ίδιο δεν σάς παρέχει την πληροφορία της καταγωγής του.] Αυτό πρέπει να το κατανοήσετε σωστά: εννοώ ότι, αν αυτήν την στιγμή βλέπω ένα αμύγδαλο και μετά ένα πούπουλο, όχι μόνον το αμύγδαλο είναι άσχετο με το πούπουλο, αλλά ειδικώτερον: η εικόνα, η όψη του αμυγδάλου δεν έχει κανένα στοιχείο, που να οδηγεί λογικά στην εικόνα του πούπουλου, γενικώς δεν έχει κανένα στοιχείο υποδεικνύον την ύπαρξη ενός άλλου όντος - και αυτό είναι ουσιαστικό για την απεικονιστική δυνατότητα των αισθήσεων, όπως θα δούμε.

Αν τώρα στραφούμε από την εξέλιξη της οπτικής εικόνας στον χρόνο προς την ανάλυση του μεμονωμένου στιγμιοτύπου της, παρατηρούμε ότι βλέποντας λ.χ. την μισή εικόνα, βάσει αυτής της ίδιας δεν συμπεραίνεται η άλλη μισή. Βεβαίως, αν βλέπω το μισό μιας γνωστής πλατείας, μπορώ να συμπεράνω ότι δίπλα του υπάρχει το άλλο μισό. Αλλά εδώ χειριζόμαστε την εικόνα ως σολιψιστικό υλικό, δηλ. ως χρωματιστά σχήματα και όχι ως απεικόνιση της πραγματικότητος. Και ήδη, αν βλέπουμε την μισή πλατεία, δεχόμαστε ότι υπάρχει η άλλη μισή, αλλά ξέρουμε αν υπάρχει η εικόνα της;

Το μέγεθος και η έκταση της οπτικής εικόνας δεν είναι εσωτερική της ιδιότητα: μια βλάβη του εγκεφάλου μπορεί να περιορίσει την έκταση του οπτικού πεδίου. Ακολούθως το ένα τμήμα της οπτικής εικόνας δεν διατηρεί λογικές σχέσεις με το διπλανό του. Αν λ.χ. γράψουμε τα γράμματα Α, Δ, η εικόνα του Α δεν έχει τίποτε που να δείχνει ότι δίπλα της υπάρχει η εικόνα του Δ ή οποιαδήποτε εικόνα γενικώς. Αν υπήρχε τέτοιο στοιχείο στην εικόνα του Α, έπρεπε να είναι στοιχείο ορατό: η εικόνα είναι κατ' ουσίαν ορατή. Όμως, κοιτάζοντας το Α δεν βλέπουμε τίποτε που να υπαινίσσεται ότι δίπλα του υπάρχει οτιδήποτε άλλο. Γενικώς βλέποντας μιαν εικόνα από την άποψη του υλικού κατασκευής της δεν συμπεραίνουμε αμέσως κανενός πράγματος την ύπαρξη ούτε καν της ίδιας της εικόνας. Και να γιατί. Η εικόνα είναι διαιρετή, ούτως ώστε κάθε ακόμη ορατό τμήμα της να είναι διαιρετό το ίδιο. Κάθε τμήμα της αγνοεί την ύπαρξη των άλλων, όπως τα άλλα την δική του. Άρα αφ' ενός η ενότητα της εικόνας δεν είναι εσωτερική της ιδιότητα, δεν προκύπτει από την λογική της εικόνας (κατά κάποιον τρόπο κάθε τμήμα της υπάρχει μόνο του), και αφ' ετέρου ο κατατεμαχισμός της προχωρεί μέχρις εξαχνώσεως, καθώς τα τμήματά της δεν μπορούν να τεμαχίζονται επ' αόριστον και κάποιαν στιγμή εξαφανίζονται. Συνεπώς η εικόνα εξαφανίζεται, διότι για την ύπαρξή της απαιτούνται το μέγεθος και η συνέχεια, και η εικόνα από μόνη της δεν τα υποστηρίζει. Εν τούτοις υπάρχουν, εφ' όσον η εικόνα εξακολουθεί εις πείσμα της αυτοκαταστροφικής της τάσεως να υπάρχει. Λέγοντάς το διαφορετικά, η ενότης της εικόνας, άρα και η ύπαρξή της, δεν της ανήκουν. Εφ' όσον όμως είναι πραγματικές, πρέπει να αναφέρονται σε κάτι, σε κάποιο άλλο ον, στο οποίο συνεπώς αναφέρεται και η αίσθηση γενικώτερα. Κάποια οντότης συνεκτική η ίδια και εξωτερική προς την εικόνα πρέπει με μη ορατόν τρόπο να την συνενώνει. Εδώ έχουμε την πρώτη ουσιαστική ένδειξη ότι κάτι παράξενο συμβαίνει.

Ένα άλλο σημείο είναι ότι τα χρώματα δεν συνδέονται λογικώς προς άλληλα. Υπάρχει μεταξύ τους βαθμός ομοιότητος, αλλά, αν κάποιος δεν δει ποτέ κόκκινο, δεν μπορεί από το κίτρινο λ.χ. να συναγάγει την ποιότητα του κόκκινου. Αυτό εμπίπτει στην γενική αρχή, ότι απ' το υλικό της οπτικής εικόνας κανένα άμεσο συμπέρασμα δεν βγαίνει. Το πράγμα ίσως γίνει καθαρώτερο, αν ρωτήσουμε τί είναι γαλάζιο: δεν υπάρχει λογική περιγραφή, μόνο να το δείξουμε μπορούμε: αν υπήρχε λογική περιγραφή, θα μπορούσαμε από αυτήν να βγάζουμε συμπεράσματα (τώρα θα αξιοποιήσουμε το ότι δεν υπάρχει). Οι χρωματικές ποιότητες αρνούνται και καταστρέφουν τον εαυτόν τους, ομοιοτρόπως προς την εκτατικότητα της εικόνας.

Στο δε ερώτημα, γιατί το κίτρινο είναι κίτρινο και όχι κόκκινο, δεν υπάρχει απάντηση. Το γεγονός είναι ανεξήγητο από την άποψη του χρωματικού υλικού. Αν πούμε ότι διαφορετικά χρώματα αντιστοιχούν σε διαφορετικές λειτουργικές καταστάσεις του εγκεφάλου, θα είναι μεν σωστό - όπως θα φανεί πιό κάτω, αλλά στην ερώτηση, γιατί στην κατάσταση Α αντιστοιχεί το κίτρινο, δεν νοείται απάντηση: η κατάσταση Α του εγκεφάλου είναι περιγράψιμη, το κίτρινο είναι απερίγραπτο, είναι πράγματα ασύμμετρα μεταξύ τους. Άρα δεν μπορεί να συγκροτηθεί συλλογισμός εκκινών από την κατάσταση Α και καταλήγων στο κίτρινο. Από της απόψεως, λοιπόν, της λογικής το να συνδέσουμε το κίτρινο με μιαν εγκεφαλική κατάσταση είναι αυθαιρεσία. Τήν αυθαιρεσία, πάντως, την διαπράττει η ίδια η πραγματικότης των όντων, η οποία φαίνεται να αποκτά μιαν αυθαίρετη δημιουργικότητα, όταν η περίσταση το επιβάλλει.

Εφ' όσον οι χρωματικές ποιότητες είναι απρόσιτες σε περιγραφή, δεν μπορούν να συμπερανθούν από τίποτε ούτε να παραχθούν με οποιαδήποτε περιγράψιμη διαδικασία. Δεν παρέχουν πεδίο δημιουργίας και με τον ίδιο τρόπο δεν παρέχουν πεδίο συγκρίσεως. Εν τούτοις υπάρχουν, και η φράση «το κόκκινο διαφέρει από το γαλάζιο» έχει νόημα, οπότε η διαφορά πρέπει να αναφέρεται σε κάτι άλλο, έξω από τα ίδια τα χρώματα, και τούτο παρασύρει και τις χρωματικές ποιότητες, να αναφέρονται κι αυτές σε κάτι εξωτερικό.

Το γαλάζιο δεν είναι ούτε βάση ούτε συμπέρασμα συγκρίσεως ούτε σύγκριση. Από την άλλην διαφέρει από το κόκκινο. Το γαλάζιο είναι ήδη διαφορετικό από κάθε δυνατό χρώμα, ακόμη κι αν δεν είδαμε ακόμη το χρώμα εκείνο (αφού και να το βλέπαμε, δεν θα μαθαίναμε τίποτε περισσότερο ως προς την διαφορά τους) - η σύγκριση δεν θα το πετύχαινε αυτό.

Για να φτειάξουμε την σωστήν αναλογία μεταξύ χρώματος και εκτάσεως, πρέπει να δούμε τις ομοιότητες και τις διαφορές τους. Εντός της εκτάσεως ξεχωρίζουν αυτοτελείς συνεχόμενες συνενώσεις. Τα τμήματα της εκτάσεως έχουν εσωτερική εκτατική διαφοροποίηση, έτσι προκύπτει η έκταση. Η χρωματική ποιότητα αναπτύσσει σχέσεις ανάλογες με της εκτάσεως. Η ανάμιξη είναι για το χρώμα ό,τι οι χωρικές σχέσεις για την έκταση. Όπως απαιτείται εσωτερική εκτατική διαφοροποίηση στην έκταση, έτσι απαιτείται εσωτερική χρωματική διαφοροποίηση στο χρώμα: τα χρώματα έχουν ποιοτικό βάθος: το ότι είναι μίγματα είναι ουσιαστικώτατο για την ύπαρξή τους. Το μίγμα δεν είναι το «κέντρο βάρους» των στοιχείων του, αλλά ολόκληρο το φάσμα τους. Έχουμε διαφορά στοιχείων εντός του γαλάζιου, ένα συνεχές διαφόρων χρωματικών ποιοτήτων στο εσωτερικό κάθε χρώματος: εδώ το «άλλο» δεν βρίσκεται «έξω», όπως στην έκταση, αλλά συνυπάρχει. Έτσι δεν προκύπτει χωρική σχέση.

Κάτι ανάλογο με την αυθαιρεσία του χρώματος στην ανεξήγητη ποιότητά του έχουμε και στο μέγεθος της οπτικής εικόνας: αν εσμικρύνετο στο 1/2, θα ήταν εξίσου λογική, όπως δεν θα είχα και μέτρο να την συγκρίνω να διαπιστώσω ότι μίκρυνε (και αν ανταλλασσόταν το κόκκινο με το γαλάζιο: πώς θα το ήξερα; κατά κάποιον τρόπο θα συνέβαινε χωρίς να συμβεί). Γι' αυτό ακριβώς είναι λογική η αυθαιρεσία στον καθορισμό των μεγεθών στην εικόνα. (Προς αποφυγήν παρεξηγήσεων σημειώνω ότι στην φυσική μεν κάθε μήκος μετριέται και έχει νόημα ως προς κάποιο άλλο, αλλά εντός της εικόνας η απόσταση είναι αυτό που φαίνεται, η απόσταση που βλέπουμε, όχι κάτι το μαθηματικώς περιγραφόμενον: δεδομένης της ήδη περιγραφείσης εξαχνωτικότητος της οπτικής εκτάσεως δεν μπορούσε να είναι κι αλλιώς.)

Ως συνεχές ον η εικόνα θα ώφειλε μαθηματικώς να τέμνεται επ' άπειρον. Αλλά τότε θα ήταν απείρως πολύπλοκη - και δεν είναι. Τ.έ. δεν είναι μαθηματικώς συνεπής.

Βασικό χαρακτηριστικό της εικόνας είναι η συμπτωματικότης. Κάθε στιγμή τα περιεχόμενά της είναι συμπτωματικά μεταξύ τους και επίσης συμπτωματικά προς το παρελθόν και το μέλλον. Για να απεικονιστεί ο κόσμος, πρέπει ένα συμπτωματικό στοιχείο του εγκεφάλου να απεικονίσει κάποιο συμπτωματικό στοιχείο του κόσμου: αν η εικόνα είχε δικές της εσωτερικές σχέσεις, τότε θα ήταν εσωστραμμένη, πολύ απασχολημένη με τον εαυτό της, ακατάλληλη για την απεικόνιση κάποιου εξωτερικού πράγματος.

Αν τώρα έχουμε δύο όμοια σχήματα, Α και Α φέρ' ειπείν, που να μην τα διακρίνει τίποτε (παραβλέπουμε την θέση τους μέσα στην εικόνα, καθώς ήδη δείξαμε ότι η συνοχή της, άρα και η τοπογραφία της, δεν είναι εσωτερική της ιδιότητα), τότε δεν μπορούμε πλέον να λέμε ότι το ένα Α είναι αυτό και το άλλο εκείνο, αλλά υφίστανται σύγχυσιν ταυτότητος, καθώς είναι ό,τι φαίνονται (κάτι λογικώς μη αναλύσιμο) και φαίνονται τα ίδια. Ταυτοχρόνως είναι και χωριστά - τελείως μάλιστα άσχετα - όντα. Η ταυτότης δηλ. της εικόνας εξαλείφεται με τρόπο ανάλογο με την εξάλειψη της εκτάσεως και του χρώματος. Κι εδώ πλησιάζουμε την ουσία του πράγματος. Από το ένα Α δεν μπορούμε να συμπεράνουμε την ύπαρξη του άλλου, αλλά, λόγω της συγχύσεως ταυτότητος απ' την οποίαν πάσχουν, οδηγούμαστε στο ότι: από το ίδιο το Α ούτε την ίδια του την ύπαρξη μπορούμε να συμπεράνουμε. Καταλήγουμε πάλι στο ότι η εικόνα δεν περιέχει την ύπαρξή της, (να σημειώσουμε ότι η συνείδηση, ως άθροισμα όντων χωρίς ταυτότητα, δεν έχει ταυτότητα ούτε η ίδια).

Επιχειρήσαμε να δείξουμε ότι όντως η συνείδηση αναπτύσσεται πάνω στο απαραίτητο εγκεφαλικό υπόστρωμα, δηλ. ότι κάποιος υλικός κόσμος είναι πραγματικός. Επίσης ότι είναι κατ' αρχήν δυνατόν οι αισθήσεις μας ν' απεικονίζουν αυτόν τον κόσμο με αξιόπιστο τρόπο. Αυτά τα ζητήματα ήταν θεωρητικώς κρισιμώτερα, παραμένει όμως το πρακτικώς σημαντικώτατο ζήτημα, αν όντως η αίσθηση αναφέρεται στον κόσμο και δεν είναι παρ' όλ' αυτά απλό όνειρο. Πρόκειται για δύσκολο ζήτημα, το οποίο μάλιστα συμπεριλαμβάνει και το θέμα της αξιοπιστίας της μνήμης, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή τελειωτική απάντηση. Αλλά μπορούμε ίσως να πετύχουμε ικανοποιητικό βαθμό πιθανότητος.

Μπορούμε να επινοήσουμε διάφορα επιχειρήματα, η ουσία τους θα είναι ότι ενδογενής στην εικόνα θα ήταν η χαώδης εξέλιξη ή καλύτερα το πλήρες σβήσιμο, διότι η διατήρησή της προϋποθέτει πολύπλοκο υπόστρωμα, οι δε πολύπλοκες δομές τείνουν προς το προσωρινό. Βλέπουμε όμως ότι η εικόνα εξελίσσεται βάσει κανόνων. Οι όψεις των αντικειμένων μεταβάλλονται κατά το πρότυπο της γεωμετρικής οπτικής. Αυτό μπορεί να το αμφισβητήσει, όποιος αμφισβητήσει την μνήμη. Φυσικά τότε θα ήταν αδύνατες οι προβλέψεις, τις οποίες όντως πετυχαίνουμε, μά κι αυτές αμφισβητούνται, αν η μνήμη αμφισβητηθεί. Τότε πάντως θα πούμε ότι η πιθανότητα να ταιριάζει η εσφαλμένη μνήμη με την εσφαλμένη θεωρία σε τόσο πολύπλοκα σχήματα είναι πολύ μικρή. Το κατά πολύ πιθανώτερο είναι ότι η θέση μας στον κόσμο είναι αυτή, που υποδεικνύουν οι αισθήσεις.

Βέβαια υπάρχει το τρελλό ενδεχόμενο να είμαστε συνδεδεμένοι με μιαν μηχανή που να δημιουργεί συστηματικώς οργανωμένες ψευδαισθήσεις. Αν ήταν δυνατόν να κατασκευαστεί τέτοια μηχανή, δεν θα μπορούσαμε να αποδείξουμε ότι δεν είμαστε αιχμάλωτοί της (εκτός αν είχε γνωστές ατέλειες). Αλλά υπάρχει ακριβώς το θέμα των πιθανοτήτων. Το να βλέπουμε τον πραγματικό κόσμο είναι πολύ απλούστερη εκδοχή, αντιστοίχως και πιθανώτερη.

Από το σημείο αυτό και ύστερα μπορούμε με μικρές πλέον επιφυλάξεις να υιοθετήσουμε την ρεαλιστική άποψη περί των πραγμάτων, άρα να δεχτούμε και τις απόψεις της νευροβιολογίας και των συναφών επιστημών για τον εγκέφαλο και την κεντρική του σημασία ως προς την συνείδηση.

4.2 Το βασικό θέμα. 2η Έκθεση

Το θέμα μας είναι η φύση της συνειδήσεως. Πολλές προσπάθειες έγιναν, για να απαντηθούν τα σχετικά ερωτήματα, χωρίς μεγάλη επιτυχία, φοβάμαι. Νομίζω ότι η έλλειψη αποφασιστικής προόδου δεν οφείλεται ούτε στην τρομερή δυσκολία του θέματος ούτε στις ανεπαρκείς ικανότητες των ερευνητών, αλλά στο ότι ξεκινούν την έρευνά τους με ένα βασικό μεθοδολογικό σφάλμα.

Μελετούν τις φυσικές ιδιότητες του εγκεφάλου και προσπαθούν να τις ταιριάξουν με ό,τι γνωρίζουν για την συνείδηση. Η μέθοδος αυτή αποτυγχάνει φυσικά, διότι είναι απρόσφορη από άποψη στρατηγικής. Συγκεκριμένα παίρνει ως δεδομένη την ύπαρξη του εγκεφάλου και του κόσμου γενικώς, πριν να έχει το δικαίωμα να το κάνει. Δηλ. πριν επιλυθεί το γνωσιολογικό πρόβλημα. Όταν προσπαθούμε να εξηγήσουμε ένα φαινόμενο της φυσικής, της χημείας, της βιολογίας, τότε μπορούμε να προχωρήσουμε ανεχόμενοι το γνωσιολογικό κενό. Αλλά είναι αδιανόητο να το ανεχτούμε, όταν το ζητούμενο είναι η κατανόηση της συνειδήσεως. Θεωρητικώς είναι, αλήθεια, δυνατόν ένα απίθανα ικανό άτομο να ξεκινήσει από εξαίρετη γνώση του τρόπου λειτουργίας του εγκεφάλου και να αναλύσει την συνείδηση. Πρακτικώς, όμως, αυτό θα ήταν σαν να πηγαίνει κανείς απ' την Αθήνα στην Θεσσαλονίκη μέσω Καλκούττας - και ακόμη χειρότερα, διότι δεν θα ήξερε τι να ψάξει. Η πιθανότητα να βρεί τον δρόμο θα ήταν μάλλον μικρή.

Εδώ θα ακολουθήσουμε την αντίστροφη πορεία. Δεν θα προϋποθέσουμε την ύπαρξη του εξωτερικού κόσμου. Θα επικεντρωθούμε στην μελέτη των ίδιων των εκδηλώσεων της συνειδήσεως θεωρώντας ότι, οτιδήποτε και να είναι η συνείδηση, το τι είναι μπορούμε να το δούμε μέσα στην ίδια, αφού - κι αυτό εδώ είναι κρισιμώτατο σημείο - μας είναι αμέσως προσιτή. Δεν θα επιχειρήσουμε να υπαγάγουμε την συνείδηση σε λογικούς ή άλλους κανόνες, εκτός απ' όσους δούμε να αναδύονται απ' το ίδιο το υλικό της. Αυτό επειδή δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι ξέρουμε την προέλευση και την φύση της λογικής, άρα ούτε την έκταση του πεδίου εφαρμογής της. Για την μελέτη μας θα χρησιμοποιήσουμε σχεδόν αποκλειστικώς τις οπτικές εικόνες, που παρέχει η όραση. Θα τις δούμε όχι ως απεικονίσεις εξωτερικών πραγμάτων, αλλά ως αυτόνομα αντικείμενα μελέτης. Δεν έχουμε παρά να παρατηρήσουμε την αίσθηση, διότι, ό,τι και να είναι, το ξαναλέμε, περιέχεται σ' αυτό που μας είναι αμέσως προσιτό. Θα αποδείξουμε βάσει της εμφανίσεώς της ότι δεν είναι από κάθε άποψη απομονωμένο όν.

Δεν χρειάζεται να είναι κανείς νευρολόγος για να γνωρίζει ότι η έκταση του οπτικού πεδίου μπορεί να επηρεαστεί από εγκεφαλικές βλάβες. Άρα είναι συνάρτηση του εγκεφαλικού «hardware». Μπορούμε να δούμε πώς αυτή η εξάρτηση εκδηλώνεται στην οπτική εικόνα την ίδια; Δεν θα σταθούμε τώρα στο αληθέστατον και τετριμμένον στοιχείον, ότι στην εικόνα βλέπουμε χρώματα και σχήματα και όχι την εγκεφαλική λειτουργία. Το ζήτημα τίθεται ως εξής: η οπτική εικόνα είναι οντότης εκτατική, ούτως ώστε ο μηδενισμός της εκτάσεως να μηδενίζει την εικόνα: είναι, λοιπόν, αυτή η έκταση, παραμένοντας στο εσωτερικό της εικόνας, αυτοδύναμη, αυτοδικαιολογημένη;

Τί είναι η έκταση της εικόνας; Η ύπαρξη διαφόρων τμημάτων της, του ενός δίπλα στο άλλο, σε δεδομένο σχηματισμό. Θα πήτε, αυτό δεν είναι εξήγηση του τί είναι έκταση, διότι αναφερόμενοι σε τμήματα της εικόνας ήδη μιλάμε περί εκτατικών οντοτήτων, που απαιτούν οι ίδιες εξήγηση του τι είναι έκταση. Το ίδιο πρόβλημα θέτει και η συσχέτισή τους στον χώρο. Ατυχώς άλλος ορισμός δεν υπάρχει. Η έκταση της οπτικής εικόνας συνίσταται στην διατμησιμότητά της και την εν συναφεία συνύπαρξη των τμημάτων εντός της αυτής οντολογικής λίμνης. Το αδύνατο σημείο της συγκεκριμένης εκτάσεως δεν είναι στο πώς θα διατμηθεί, αλλά στο πώς, ενώ είναι διατετμημένη, θα διατηρήσει την ενότητά της. Διότι, για να είναι η ενότητα αυτοδικαιολογούμενη, θά 'πρεπε να προκύπτει απ' το ίδιο το οπτικό υλικό. Και ναι μεν βλέπουμε την εικόνα ενιαίαν, αλλά το ένα κομμάτι της αγνοεί την ύπαρξη του άλλου, δεν γνωρίζει τίποτε γι' αυτό. Δεν υπάρχει εσωτερική οπτικής φύσεως λογική σχέση ανάμεσα στο τι βλέπω στα δεξιά του οπτικού μου πεδίου και στο τι βλέπω στ' αριστερά ούτε καν στο αν βλέπω όντως κάτι στ' αριστερά, διότι μπορεί να έχω έκπτωση οπτικού πεδίου. Το σύνορο του οπτικού πεδίου βρίσκεται από της απόψεως της εσωτερικής λογικής της αναδυομένης από την οπτική εικόνα όχι μόνον στην περιφέρειά της, αλλά παντού μέσα της. Πλην όμως αυτό σημαίνει ότι κάθε τμήμα της οπτικής εικόνας θα διαιρεθεί πάλι και πάλι, χωρίς να μπορεί να εξηγήσει σε κανένα στάδιο την ενότητά του. Όσο έχει έκταση, θα διαιρήται. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα διαιρείται επ' άπειρον. Μαθηματικώς όντως ένα συνεχές αντικείμενο διαιρείται επ' άπειρον προσεγγίζον απειροστικώς το μηδέν. Η οπτική εικόνα είναι συνεχές αντικείμενο, δεν επιτρέπεται, όμως, να την καπελλώσουμε με κανόνες που δεν προκύπτουν απ' την ίδιαν. Αν ήταν επ' άπειρον διαιρετή, θα ήταν και απείρως πολύπλοκη - και το βλέπετε ότι δεν είναι. Κάποιαν στιγμή η διάτμησή της τερματίζεται λόγω εκμηδενίσεως του διατεμνομένου υλικού. Παράξενο; Καθόλου. Το ότι η διάτμηση των οπτικών εικόνων δίνει προοδευτικώς μικρότερα τμήματα δεν είναι αυτοσυνεπές μαθηματικό φαινόμενο, καθώς αυτά τα τμήματα δεν έχουν αυτοδύναμη, αυτοπεριγραφομένην έκταση. Έτσι η πτώση στο μηδέν δεν είναι παράδοξη. Πιο περίεργη είναι η ύπαρξη γεωμετρικής τάξεως στην εικόνα. Αυτήν την τάξη η ίδια η εικόνα, καθώς είναι εσωτερικώς ασύνδετη, δεν μπορεί να την εξηγήσει. Αλλά ας επιστρέψουμε στον εκμηδενισμό των διαιρουμένων τμημάτων. Από της απόψεως της εσωτερικής της λογικής η εικόνα εξαχνούται προς αόρατα, ανύπαρκτα τμήματα με μιαν πεπερασμένη διατμητική διαδικασία. Άρα, από της απόψεως αυτής της εσωτερικής της λογικής η οπτική εικόνα δεν υπάρχει, δεν φαίνεται, ήδη εξαφανίστηκε, ακριβώς ενώ την βλέπουμε.

Θα εκθέσουμε το συμπέρασμα ευθέως. Για να εμφανιστεί η εικόνα απαιτείται η ιδιότητα της εκτατικότητος, ιδιότητα την οποίαν η ίδια η εικόνα δεν υποστηρίζει. Εφ' όσον, όμως, η εικόνα και η έκτασή της υπάρχουν, η ύπαρξη της εικόνας σχετίζεται με κάποιον μη οπτικό, μη ορατό, μη συνειδητό παράγοντα, τέτοιον ώστε να συνδέεται μαζί της με μη συνειδησιακό τρόπο, διότι συνειδητώς η εικόνα δεν συνδέεται με τίποτε. Αυτός ο παράγων οφείλει να είναι ριζικώς διαφόρου φύσεως από την εικόνα, αφού μπορεί να υποστηρίξει και την εικόνα και την έκταση. Και είναι η ύλη του εγκεφάλου, όπως είναι φυσικό να σκεφτεί κανείς.

Θα ρωτήσετε, αν τώρα που το σολιψιστικό φράγμα πήρε να αραιώνει, μπορούμε να δείξουμε πώς αυτή η πρόοδος θα μας βοηθήσει να εξηγήσουμε την συνείδηση. Στην πραγματικότητα κάναμε ήδη σημαντικό μέρος του δρόμου. Το πρώτο μας επιχείρημα περιέχει εν δυνάμει το σύνολο του ζητήματος. Αλλά θα χρειαστεί να παραμείνουμε αρκετά ακόμη στην άμεση παρατήρηση της οπτικής εικόνας, αν μη τί άλλο, για να συνηθίσουμε στην παράξενη λογική της.

Άλλο ουσιαστικό στοιχείο της εικόνας είναι το χρώμα. Θα επιχειρήσουμε να δείξουμε ότι δεν είναι ούτε αυτό αυτόνομο. Ας πάρουμε το γαλάζιο, μιάν κάποιαν απόχρωσή του. Είναι μια ποιότητα ακριβέστατα ορισμένη, την βλέπουμε και δεν υπάρχει η παραμικρή ασάφεια ως προς το τι βλέπουμε - τι είναι όμως; Το γαλάζιο σαν γαλάζιο τι μας λέει για τον εαυτόν του; Δεν μας δίνει κανένα στοιχείο βάσει του οποίου θα το εξηγούσαμε σε κάποιον που δεν έχει εμπειρία του γαλάζιου. Αυτή η παρατήρηση έγινε από παλιά. Εξ όσων γνωρίζω, δεν έβγαλαν το προφανές συμπέρασμα, λοιπόν, θα το βγάλουμε τώρα.

Ενώ η ακριβεστάτη σαφήνεια του γαλάζιου μας δίνει το δικαίωμα να ρωτήσουμε τί είναι, η όψη του δεν δίνει καμμιάν απάντηση. Και όχι μόνον δεν δίνει καμμιάν απάντηση, αλλά αποκλείει οριστικώς κάθε δυνατότητα απαντήσεως. Για να εξηγηθεί κάτι, πρέπει να μπορεί να οριστεί. Είναι αδύνατον να δοθεί ορισμός του γαλάζιου. Άρα το γαλάζιο δεν μπορεί ούτε να εξηγηθεί από κάποιαν αναλυτική διαδικασία ούτε μπορεί να είναι στόχος ούτε αποτέλεσμα της όποιας διαδικασίας. Ας δούμε το πράσινο εν σχέσει προς το κόκκινο. Είναι εντελώς και ξεκάθαρα διαφορετικά, αλλά ποιά είναι η διαφορά τους; Από την άποψη των στοιχείων, που δίνουν για τον εαυτόν τους, δεν διαφέρουν. Αυτό τελικώς σημαίνει ότι από την άποψη της εσωτερικής λογικής τους οι χρωματικές ποιότητες δεν υπάρχουν. Απ' την άποψη που είναι ανεξήγητες, είναι και ανύπαρκτες. Εφ' όσον το πράσινο και το κόκκινο είναι εν τούτοις διαφορετικά, πρέπει να περιέχουν κρυσταλλωμένη την λογική τους επεξεργασία, διότι αλλιώς η “διαφορά” δεν στέκεται, αλλά κοιτάζοντας τα χρώματα καμμιά λογική επεξεργασία δεν αναδεικνύεται από την άμεση ποιότητά τους. Γενικώς κάθε αισθητό πρέπει να είναι αισθητό ως λογικώς επεξεργασμένο. (Πάντως το να προκύψει τέτοια κρυστάλλωση λογικής επεξεργασίας υπό μορφήν κύκλου είναι εντελώς διαφορετικό πρόβλημα απ' τον υπολογισμό ενός κύκλου.)

Κάποιος παρατηρητής θα μπορούσε να καταλάβει ότι ο εγκέφαλος υποστηρίζει κάτι αισθητό, αλλά δεν θα μπορούσε να συμπεράνει τις χρωματικές ποιότητες [Εκτός αν είχε ο ίδιος εγκέφαλο του ιδίου τύπου με τον παρατηρούμενο και παρατηρούσε και τον δικό του εγκέφαλο: σ' αυτήν την περίπτωση θα μπορούσε να φανταστεί ότι οι εγκεφαλικές καταστάσεις, που έδιναν στον ίδιο μιαν ορισμένην αίσθηση, θα έδιναν την ίδιαν αίσθηση και στον παρατηρούμενο. Κάτι ανάλογο, αλλά λιγώτερο ακριβές, σκεφτόμαστε και στην καθημερινή ζωή, όταν υποθέτουμε ότι οι άλλοι άνθρωποι βλέπουν ένα αντικείμενο με τον ίδιο τρόπο, όπως εμείς. Είναι αποδεκτή συλλογιστική, όμως δεν περιλαμβάνει το κρίσιμο σημείο της παραγωγής του χρώματος: το παίρνει έτοιμο, όπως δημιουργείται με άγνωστο τρόπο «εκεί έξω».] Αυτό πάλι δεν θα ήταν ανεπάρκειά του, διότι το απροσδιόριστο εν προκειμένω είναι και μη μεταδόσιμο, δεν έχει νόημα εκτός της συνειδήσεως, η οποία το αισθάνεται, κι ακόμη και εντός αυτής αυτοαναιρείται.

Οι αποστάσεις μέσα στην εικόνα: εκτός που διαλύονται με την διάλυση της εκτάσεώς της, ούτε κι αυτές περιέχουν τον ορισμό τους: ξέρουμε τι ακριβώς βλέπουμε σ' αυτές, αλλά δεν ξέρουμε τι είναι αυτό που ξέρουμε. Το ίδιο συμβαίνει με τα εμβαδά των σχημάτων. Έτσι οι μαθηματικές σχέσεις μέσα στην εικόνα, κι όταν είναι συνεπείς, δεν είναι αυτοδύναμες, διότι δεν είναι αυτοδύναμα τα συμβαλλόμενα μεγέθη. Το ότι τα κομμάτια της εικόνας τεμνόμενα μικραίνουν, δεν είναι αυτοδύναμο μαθηματικό φαινόμενο: θα υπάρχει κάποιος λόγος, που μικραίνουν, αλλά δεν περιέχεται στο ορατό. Ανάλογα ισχύουν για την γεωμετρία της εικόνας - που διαλύεται μαζί με την έκταση - (το «δίπλα», όσον αφορά στην οπτική εικόνα, είναι εξίσου απερίγραπτο με το κόκκινο) και για τις «γεωγραφικές» σχέσεις μεταξύ των τμημάτων της. Αν τα τμήματά της αγνοούνται μεταξύ τους, πώς να έχουν εσωτερική λογική οι σχέσεις τους στον χώρο; Λ.χ. το ότι σε μιαν θέση μέσα στην εικόνα υπάρχει μόνον ένα ορατό στοιχείο (που κι αυτό είναι σχετικό λόγω διοφθάλμου οράσεως) δεν προκύπτει από τις εσωτερικές ιδιότητες της εικόνας. Το ότι η ανάμιξη του γαλάζιου και του κίτρινου δίνει πράσινο δεν προκύπτει από τις εσωτερικές ιδιότητες αυτών των χρωμάτων. Πράγματι το γαλάζιο δεν έχει κάποια γαλανότητα, που να μπορούμε να προβλέψουμε (λογικώς κι όχι βάσει εμπειρίας) ότι θα πρασινίσει το κίτρινο: από μόνα τους τα χρώματα δεν γνωρίζονται μεταξύ τους. Συνολικώς τα ορατά, αν και είναι σαφέστατα και ακριβέστατα, εκμηδενίζονται περιγράφοντα τον εαυτόν τους ως μηδενισμένο, καθώς δεν περιέχουν καμμίαν πληροφορία για αυτόν.

Για τον εαυτόν τους; Σύμφωνα μ' αυτά ακριβώς δεν ξέρουν τίποτε για κανέναν εαυτό, δεν έχουν εαυτό. Ας πάρουμε δυο πανομοιότυπους γαλάζιους δίσκους μέσα στην οπτική εικόνα. Ας ονομάσουμε τον έναν Α και τον άλλον Β. Ο Α δεν γνωρίζει τίποτε για τον Β, ο Β είναι ανύπαρκτος για τον Α. Αλλά: το να τούς μπερδέψουμε δεν αποτελεί λάθος: δεν τούς διακρίνει τίποτε (θεωρητικώς και δυνητικώς ούτε καν η διαφορετική θέση, διότι θα μπορούσαν να βρίσκονται στην ίδια: η εικόνα δεν είναι συνεπές αντικείμενο: τμήμα της εικόνας έχον ορισμένη θέση αδυνατεί να βεβαιώσει ότι δεν υπάρχει και άλλο τμήμα στην ίδια θέση). Οπότε το «ο Β δεν γνωρίζει τον Α» γίνεται «ο Α δεν γνωρίζει τον Α». Ο Α είναι ανύπαρκτος απέναντι στον Α, δεν συνδέεται με τον εαυτόν του, δεν έχει ταυτότητα. Μά έχει πλήρως διασαφηνισμένη ταυτότητα, μόνον που ούτε ο ίδιος ούτε κανείς άλλος θα μάθει ποτέ τίποτε γι' αυτήν. Αυτή η εξαφάνιση της ταυτότητος των αισθητών είναι η πεμπτουσία του ζητήματος. Περιέχει λ.χ. την εξάχνωση της εκτάσεως, εφ' όσον ο δίσκος Α π.χ. που βρίσκεται σε μιαν δεδομένη θέση μέσα στο οπτικό πεδίο, δεν είναι ο γαλάζιος δίσκος Α και δεν βρίσκεται στην αναμενομένη θέση.

Ας πάρουμε τώρα το γαλάζιο και το κόκκινο. Διαφέρουν βεβαίως, αλλά και μοιάζουν, εφ' όσον είναι χρώματα. Αν αναλύσουμε όμως την φράση «το γαλάζιο και το κόκκινο είναι χρώματα», προκύπτει ότι είναι ψευδής. Για την ακρίβεια υποθέτει ότι υπάρχει μια γενική ουσία «χρώμα», η οποία εξειδικευομένη σε κόκκινο και γαλάζιο περιέχεται μέσα τους. Αν συνέβαινε αυτό, τότε το κόκκινο θα επικοινωνούσε με το γαλάζιο διά της κοινής ουσίας του «χρώματος», η οποία θα εμπεριείχετο και στα δύο και θα τα σχημάτιζε με διαφορετικό τρόπο το καθένα, άρα θα μας ήταν δυνατόν διά της αναγωγής στο «χρώμα» από το κόκκινο να εξαγάγουμε την λογική πρόβλεψη γαλάζιου, τελικώς το κόκκινο και το γαλάζιο θα περιέγραφαν τον εαυτό τους: θα περιείχαν την λογική διεργασία της κατασκευής τους. Αλλά δεν επιτρέπεται να εφαρμόσουμε στην εικόνα λογικές που δεν προκύπτουν από την ίδιαν. Εδώ βλέπουμε από άλλης σκοπιάς τι είναι και τί δεν είναι χρώμα. Το γαλάζιο έχει εντονώτατο βαθμό ομοιότητος με το γαλάζιο, χαλαρώτερον με το πράσινο, χαλαρώτατον με το κόκκινο. Καμμιά από αυτές τις σχέσεις δεν είναι περιγράψιμη, όπως και τα χρώματα δεν είναι περιγράψιμα.

Γυρίζοντας στην σχέση της εικόνας με τον εγκέφαλο το μη περιγραπτόν του χρώματος αποκλείει την λογική εξήγηση της αντιστοιχίσεως συγκεκριμένων χρωμάτων σε συγκεκριμένους εγκεφαλικούς σχηματισμούς. Αυτό δεν είναι δικό μας λάθος ή ανεπάρκεια. Η ίδια η αλήθεια είναι εν προκειμένω ελλειπτική - και πάλι όχι και τόσο, διότι, αφ' ής απόψεως δεν εξηγείται λ.χ. το γαλάζιο, είναι ανύπαρκτο.

Αφού στην εικόνα δεν περιέχεται ίχνος αιτιακής σχέσεως με οτιδήποτε, θα έπρεπε να το περιμένουμε ότι δεν θα προέκυπτε από μιαν κανονική βήμα προς βήμα ανάπτυξη. Είπαμε ότι δεν θα της αποδώσουμε λογική που να μην προκύπτει από την ουσία της, λοιπόν, ποιά κανονική ανάπτυξη θα έδινε λ.χ. το γαλάζιο, το άκρον άωτον του αντικανονικού;

Ως προς το γαλάζιο, φαινόταν εξαρχής ότι είναι αδύνατον να το εξηγήσουμε. Μπορούμε ξεκινώντας απ' το ίδιο να σκιαγραφήσουμε τις προϋποθέσεις του. Να το εξηγήσουμε όμως σημαίνει να βγούμε έξω από την αίσθηση του γαλάζιου και να το αναλύσουμε απ' έξω. Αλλά, μόλις πάμε να το δούμε απ' έξω, διαπιστώνουμε ότι είναι αόρατο. Δεν υπάρχει πλέον τίποτε να αναλύσουμε. Αυτός είναι και ο μόνος τρόπος να υπάρξει κάτι σαν το γαλάζιο, είναι ο ειδικός τρόπος παρουσίας του (η αυθαίρετη και μη περιγράψιμη αποστασιοποίηση από το μηδέν, που όμως δεν πετάει το μηδέν από πάνω της): η εξωτερική περιγραφή του τι είναι γαλάζιο συμποσούται στο τίποτε.

4.3 Το βασικό θέμα. 3η έκθεση / διάλογος

Α: Αν δεχτούμε ότι οι αισθήσεις μας μας δίνουν μόνον ονειρικά φαντάσματα, τότε, βέβαια έχεις δίκιο, αυτά που ονομάζουμε φυσικοί νόμοι και οι εφαρμογές τους, είναι απλώς συσχετιστικές τακτοποιήσεις φασματικών συμβάντων, τάξη επινοημένη για την διευκόλυνσή μας. Όμως μια τέτοια τακτοποίηση δεν ισχύει για γεγονότα πέρα από κείνα πάνω στα οποία συγκροτήθηκε. Δεν εξηγεί νεώτερα δεδομένα, εκτός κι αν είναι κάτι περισσότερο από τακτοποίηση.

Β: Προσπαθώ να δώ ευνοϊκά το επιχείρημα. Αλλά την αδυναμία του την βλέπεις και μόνος σου. Η υπόθεση ότι υπάρχεις δεν εξηγεί την συμπεριφορά σου. Δεν εξηγεί τα νέα στοιχεία. Αν τα εξηγούσε, θα ήταν ταυτόσημη μ' αυτά. Αν υποθέσουμε ότι υπάρχεις, είναι ένα ενδεχόμενο να μου μιλήσεις. Αλλά, απ' το ότι ακούω τις απαντήσεις σου δεν προκύπτει ότι υπάρχεις. Και στα όνειρα συζητώ. Το πρόβλημα τίθεται έτσι: έχουμε μιαν πίστη για τον κόσμο, που την κάναμε αρκετά πολύπλοκη, ώστε να εξηγεί πολλά, και αρκετά έξυπνη, ώστε να μην ισχυρίζεται ότι τα εξηγεί όλα. Έτσι σε κάθε νέο φαινόμενο μπορούμε να βρούμε στοιχεία που να ταιριάζουν με τα ήδη συγκεκροτημένα νοητά σχήματα και στοιχεία φυσιολογικώς απρόβλεπτα. Κι αν κάποιο φαινόμενο αρνηθεί να υποταχθεί στην δεδομένη θεωρία, τότε μπορούμε να βελτιώσουμε την θεωρία μας, ώστε να το περιλάβει. Θέλω να πώ: τι γίνεται αν είναι στην φύση μιάς περίπλοκης θεωρίας να μπορούμε να οργανώσουμε γύρω της τυχαία και άσχετα φασματικά στοιχεία; Αν είναι ζήτημα δικής μας εφευρετικότητος και όχι πραγματικότητος;

Α: Όμως ξέρεις ότι κάθε φορά, που αφήνεις μια πέτρα μετέωρη, πέφτει. Ανεξαρτήτως των λεπτομερειών πέφτει. Είναι κάτι ανεξάρτητο από την εφευρετικότητά μας στην οργάνωση γεγονότων γύρω από θεωρίες. Αλλιώς θα μπορούσαμε να εξηγήσουμε τον κόσμο λέγοντας και ότι οι πέτρες στέκονται στον αέρα.

Β: Αν όμως αμφισβητήσω την μνήμη και την αίσθηση του χρόνου; Μόνον το παρόν δίνει αδιάψευστη μαρτυρία του εαυτού του. Κανείς, όμως, νόμος της φύσεως δεν εκδηλώνεται στιγμιαίως. Αν αμφισβητήσω τον χρόνο, τότε οι πέτρες δεν πέφτουν ούτε στέκονται.

Α: Οι σκέψεις σου χρειάζονται χρόνο, για να γίνουν. Αν δεν υπάρχει χρόνος, τότε ούτε οι σκέψεις σου υπάρχουν. Τότε δεν είναι δυνατόν να κάνεις καν λάθος. Και μόνον για να ισχυριστείς ότι ο χρόνος είναι αναξιόπιστος, πρέπει να κυλήσει αξιόπιστος χρόνος.

Β: Τα επιχειρήματά σου δεν είναι ανίσχυρα, αλλά ούτε και μεγάλης ακριβείας. Ακόμη και αν οι πέτρες πέφτουν πάντα τίμια, αυτό δεν αποδεικνύει ότι δεν είναι φαντάσματα. Θα πείς: αν είναι φαντάσματα, γιατί πέφτουν; Και γιατί όχι; Κι ακόμη: μήπως, αν δεν είναι φαντάσματα, αυτό εξηγεί που πέφτουν; Και σε τι διαφέρει μια πέτρα, που βλέπω ξύπνιος, από την ίδιαν, που βλέπω κοιμισμένος; Κι αν την βλέπω από μακρυά μικρή κι από κοντά μεγάλη, πότε βλέπω σωστά; σου λέω ότι δεν είναι ούτε μικρή ούτε μεγάλη ούτε τίποτε. Δεν είναι αυτό που βλέπω. Η άσπρη πέτρα στο μπλέ φώς φαίνεται μπλέ και στο σκοτάδι δεν φαίνεται. Οι αισθήσεις είναι αποκολλημένες από την πραγματικότητα.

Α: Πάρε μίαν πέτρα και δές την σαν φανταστικό αντικείμενο ή μάλλον σαν ένα αισθητό ον απλώς, χωρίς αναφορά σε κάτι έξω από το ίδιο. Δές το σαν σύνολο χρωμάτων και σχημάτων. Βλέπεις τότε μέσα σ' αυτό το φάντασμα κάποιαν ενδογενή τάση να πέφτει;

Β: Όχι. Tό χρώμα είναι χρώμα, το σχήμα σχήμα, δεν σχετίζονται με την πτώση. Εννοείς ότι συνεπώς υπάρχει κάποιο ον, πού, αν μου ήταν προσιτό, θα διέκρινα μέσα του την τάση προς πτώσιν. Και ότι η πέτρα ως οπτική εντύπωση συνδέεται κάπως μ' αυτό το άλλο ον. Αλλά κάθε τι προσιτό είναι αισθητό - ορατό ή ήχος ή αφή. Είναι ό,τι αισθάνομαι και τίποτε άλλο. Τα αισθητά δεν περιέχουν κάτι πέρα από τον άμεσο εαυτό τους. Γι' αυτόν τον λόγο, μάλιστα, δεν είναι στη φύση του ορατού φαντάσματος, που ονομάζεται πέτρα, να συνδέεται με οτιδήποτε άλλο. Η ύπαρξή του είναι ανεξάρτητη από κάθε τι, δεν αποτελεί εκδήλωση ενός άλλου όντος: κοιτάω τα χρώματα της πέτρας, σαν χρώματα είναι μόνον αυτό που φαίνεται, δεν έχουν ρίζες, που να τα παρουσιάζουν ως αποτελέσματα διαδικασιών ή κάπως συνδεδεμένα με ό,τι άλλο. Κι επειδή είναι μόνον ό,τι είναι, είναι εντελώς αδύνατο να συνδέονται με κάτι άλλο. Είναι από την φύση τους ανεξάρτητα, ανεξήγητα. Και καμμιά διαδικασία δεν μπορεί να τα δημιουργήσει ή να τα ελέγξει, αφού είναι άπιαστη η ουσία τους. Αν είναι αδύνατον να πεις τι είναι το κόκκινο, τότε τίποτε δεν θα μπορούσε να το προσεγγίσει, να το παραγάγει. Και τότε κάθε δυνατότητα να το συνδέσουμε με κάποιον υπαρκτό κόσμο χάνεται.

Α: Δεν διαφωνώ. Πρόσεξε τώρα. Είπες ότι η ύπαρξη των αισθητών δεν προκύπτει από τίποτε έξω από τα ίδια. Μήπως προκύπτει από κάτι μέσα σ' αυτά;

Β: Ανόητο. Δεν προκύπτει από πουθενά. Αν προέκυπτε από κάτι, μέσα ή έξω, η κατάσταση θα ήταν άλλη. Αλλά τι σημασία έχει αυτό;

Α: Δεν βλέπεις ότι έτσι η ύπαρξη της συνειδήσεως αποσταθεροποιείται; Αν δεν προκύπτει από τον εαυτό της;

Β: Δηλ. αν ο ήχος υπάρχει, αυτό δεν σημαίνει ότι υπάρχει; Δεν θα συμπεράνω ακόμη ότι συνεπώς δεν σε ακούω, όταν σε ακούω.

Α: Πρέπει να δεις πώς ακριβώς αποσταθεροποιείται η ύπαρξη των αισθητών. Ας εξετάσουμε την εικόνα, που παρουσιάζεται τούτην την στιγμή στην όρασή σου. Μπορείς να την χωρίσεις σε κομμάτια;

Β: Δηλαδή να την θεωρήσω διατετμημένη; Ναι, είναι από μόνη της. Κάθε μέρος της δεν περιέχει σύνδεση με το υπόλοιπο. Το είπα ότι είναι μόνον ο εαυτός του, δεν περιέχει τίποτε άλλο. Κάθε μέρος της υπάρχει μόνο του, σαν να ήταν ανεξάρτητη εικόνα - και όντως είναι.

Α: Αλλά και δεν είναι. Για να γίνει η εικόνα χρειάζονται όχι μόνον τα κομμάτια της. Πρέπει και να τα βλέπει το ίδιο άτομο και να τα βλέπει συνεκτικά και διευθετημένα. Όμως η συνοχή και η διευθέτηση, απαραίτητες για την ύπαρξη της οπτικής εικόνας, δεν περιέχονται σε αυτήν. Το αντίθετο περιέχει η εικόνα, την διασκόρπιση, τον θάνατό της. Βλέπεις πού οδηγεί η διασκόρπιση;

Β: Κάθε κομμάτι διασκορπίζεται σε μικρότερα. Αλλά διαπιστώνω με έκπληξη ότι η διασκόρπιση δεν συνεχίζεται επ' άπειρον. Κανονικά ένα συνεχές αναλύεται σε απειροστά, η οπτική εικόνα όμως όχι. Κάποιαν στιγμή η διασκόρπιση οδηγεί στην εξαφάνιση. Δεν μπορώ να αρνηθώ την πραγματικότητα της αισθήσεως, όμως από την άποψη του υλικού κατασκευής της δεν υπάρχει. Δεν δικαιολογεί - καλύτερα: αρνείται - την συνοχή και την διευθέτησή της. Και δεν υποστηρίζει - καλύτερα: εξαφανίζει - την ύπαρξή της. Έχει στο εσωτερικό της ποσοτικές σχέσεις, που όμως δεν οδηγούν στην λογική ρίζα του μήκους, του εμβαδού, δηλ. στο απειροστό. Τότε γιατί είναι συγκεκριμένα τα μεγέθη και οι σχέσεις των μεγεθών στην εικόνα, αφού υπονομεύουν τον εαυτό τους; Τα αισθητά μεγέθη δεν είναι αυτό που φαίνονται.

Α: Σε τι διαφέρει το κίτρινο από το κόκκινο;

Β: Φαίνονται ανόμοια, αλλά για να πεις σε τι διαφέρουν, πρέπει να εξηγήσεις τι είναι. Και για να εξηγήσεις τι είναι κάτι, πρέπει η φύση του να περιέχει πληροφορίες για την ουσία του. Το πληροφοριακό φορτίο του χρώματος είναι μηδέν. Δεν είναι εξειδικεύσεις του ίδιου γενικού πράγματος. Δεν τα συνδέει ή χωρίζει κάποια λογική διαφορά. Γι' αυτό δεν μπορείς απ' το ένα να συμπεράνεις την δυνατότητα του άλλου. Απ' το κίτρινο ούτε την δυνατότητα του κίτρινου δεν μπορείς να συμπεράνεις. Διότι τα χρώματα δεν περιέχουν πληροφορίες. Ο ατμός και ο πάγος επικοινωνούν διά του μορίου του νερού. Τα χρώματα δεν έχουν τέτοιο είδος επικοινωνίας μεταξύ τους. Απλώς μοιάζουν. Κανείς δεν μπορεί να πει τι είναι. Σαν να μην είναι τίποτε. Το ίδιο και ο ήχος, η απόσταση, η κατεύθυνση.

Α: Από εδώ μπορείς να βγάλεις κρίσιμα συμπεράσματα. Αν είναι πραγματική η αίσθηση, χωρίς να υποστηρίζει τον εαυτό της, τότε πώς μπορεί να υπάρχει; Πώς υπάρχει, ενώ αρνείται την ύπαρξή της; Για να αρχίσουμε: πού βρίσκεται η διαφορά του κόκκινου απ' το κίτρινο;

Β: Μέσα στο υλικό τους. Πάλι όχι εκεί. Αν ψάξεις για στοιχεία που να οδηγούν στη διαφορά, θα βρείς μόνον την διαφορά υλοποιημένη. Αν το κίτρινο δεν είναι διαφορετικό το ίδιο από το κόκκινο, πρέπει εν τούτοις η διαφορά να υπάρχει και να είναι πραγματική. Τ.έ. η διαφορά αναφέρεται σε μιαν άλλην υλική, ας πούμε, οντότητα, η οποία δεν έχει την αυτοϋπονομευτική φύση των χρωμάτων, περιέχει πληροφορίες για τον εαυτό της, αλλά ποτέ δεν θα γινόταν αμέσως αισθητή, ακριβώς επειδή περιέχει πληροφορίες, φαντάζομαι. Όμως κοίταξε: λέω ότι η διαφορά κόκκινου και κίτρινου είναι διαφορά άλλων πραγμάτων, αλλά εμφανίζεται ως διαφορά του κίτρινου απ' το κόκκινο. Άρα τα χρώματα εμφανίζονται ως αντιπρόσωποι άλλων πραγμάτων. Όμως κάτι πολύ περίεργο: αφού το κόκκινο λ.χ. δεν περιέχει κανένα στοιχείο, που να το χαρακτηρίζει ως κόκκινο, πώς μπορεί με οποιονδήποτε λογικό τρόπο να έχει τόσο ακριβώς καθορισμένη οντότητα; Πώς αντιστοιχίζεται σε ένα στοιχείο αυτής της υλικής πληροφοριακής οντότητος που αναφέραμε ενώ το κίτρινο σε ένα άλλο; Δεν θα μπορούσε να είναι η αντιστοίχιση αντίστροφη; Γιατί δεν είναι τελείως διαφορετικά τα χρώματα; Ξέρω τέσσερα χρώματα, απ' τις αναμίξεις τους προέρχεται κάθε άλλο. Δεν μπορούσαν να είναι τέσσερα εντελώς διαφορετικά; Ποτέ δεν θα το μάθαινα, αν άλλαζαν: αν η αντιστοίχιση αντιστρεφόταν, θα αντιστρεφόταν και η μνήμη μου και πάλι θα ωνόμαζα το κόκκινο κίτρινο, χωρίς να ξέρω ότι έγινε αλλαγή. Όμως, επειδή κάθε χρώμα είναι αυτό που είναι από μόνο του και όχι σχετικά, επειδή δεν περιέχει άλλο από τον εαυτό του, η αλλαγή θα ήταν πραγματική. Και πώς θα την εξηγήσουμε; Τι καθορίζει την ποιότητα του χρώματος, όταν τίποτε δεν μπορεί να την καθορίσει;

Α: Μόνος σου βλέπεις ότι το χρώμα είναι ό,τι είναι από μόνο του, χωρίς αναφορά στην σύγκριση με κάτι άλλο. Δηλ. το κίτρινο θα ήταν κίτρινο, ακόμη κι αν δεν υπήρχαν άλλα χρώματα. Αλλά και πάλι θα ήταν ήδη διαφορετικό από το γαλάζιο. Όταν, λοιπόν, κατανοήσουμε τι είναι χρώμα, δεν θα το δούμε ως συμπέρασμα μιας διαδικασίας συγκριτικής, αν και προϋποθέτει συγκρίσιμο υλικό. Και αυθαιρετείς λέγοντας ότι υπάρχουν τέσσερα χρώματα κι απ' αυτά προκύπτουν τα άλλα.

Β: Κίτρινο, κόκκινο, μπλέ, μαύρο. Ποιό άλλο;

Α: Μπορείς να αφαιρέσεις μπλέ από το πράσινο;

Β: Ναι.

Α: Ως ποιάν στιγμή;

Β: Τι λές; Ν' αφαιρέσω μπλέ απ' το καθαρό κίτρινο; Αλλά δεν υπάρχει καθαρό κίτρινο. Άρα η ορατή παλέττα είναι μέρος μόνον απ' το εν δυνάμει επ' αόριστον επεκτεινόμενο συνεχές διαβαθμίσεων και αναμίξεων χρωμάτων.

Α: Είδες ότι το χρώμα δεν υποστηρίζει τον εαυτό του. Γιατί πιστεύεις ότι το κίτρινο και το μπλέ αναμιγνύονται για να δώσουν πράσινο; Μια κίτρινη φωτοδέσμη, αν αναμιχθεί με μιαν μπλέ, τότε ναί. Αλλά εδώ μιλάμε για αυτοεκμηδενιζόμενα δεδομένα των αισθήσεων. Το πράσινο δεν είναι λογικώτερο σαν μίγμα του κίτρινου με το μπλέ, απ' ό,τι το κόκκινο. Εσύ ο ίδιος πήρες να προσεγγίζεις την ιδέα, ότι τα χρώματα είναι αυθαίρετες συμβάσεις. Τώρα θα πώ κάτι πάνω στο ερώτημα που έκανες πρίν, πώς είναι δυνατόν να παράγονται τα χρώματα. Η ποιότητα ενός χρώματος λ.χ. του κίτρινου, καθώς δεν μπορεί να περιγραφεί, συνεπώς ούτε να αιτιολογηθεί, είναι ριζικώς αυθαίρετη. Για να προκύψουν τα χρώματα, πρέπει να απαιτείται η ύπαρξή τους, αλλά να ορίζεται η ουσία τους ως πληροφοριακώς μηδενική κι όμως καθορισμένη. Και τότε πρέπει να προκύψει μια αυθαίρετη και απρόβλεπτη χρωματική ποιότητα - και προκύπτει λ.χ. το κίτρινο. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει κάποιου είδους λογική πρίν απ' τις σκέψεις μας, που δεν είναι χαρακτηρισμός των ιδεών μας, αλλά ζωντανή πραγματικότης με την δύναμη της αυθαιρέτου δημιουργικότητος, όταν χρειάζεται. Δημιουργεί το χρώμα και όχι με κάποιαν διαδικασία ούτε εν χρόνω. Δεν είναι χρονική σαν εμάς.

5 Σκέψη

Ως τώρα αναλύσαμε αποκλειστικώς οπτικά όντα. Αλλά μπορούμε πλέον να προχωρήσουμε στην μελέτη της σκέψεως. Η σκέψη διαφέρει και απ' την ύλη και απ' την αίσθηση. Η αίσθηση προσπαθεί να μοιάζει με το αντικείμενό της. Η σκέψη όχι. Η ιδέα του ξίφους δεν είναι κοφτερή. Οι ιδέες της σκέψεως είναι ο τρόπος χειρισμού μας των εικόνων της ομοιότητος, δεν είναι οι ίδιες όμοιες με τον κόσμο. Δεν χρειάζεται να είναι. Θα ήταν καταστροφικό να ήταν όμοιες, δεν θα μπορούσαν τότε να σκεφτούν τον κόσμο.

Το ουσιαστικό στην σκέψη είναι ότι δεν αυτοαναφέρεται. Δεν είναι η ίδια αυτό που ισχυρίζεται (όπως η εικόνα δεν είναι αυτό που δείχνει) κι έτσι μπορεί ν' αναφερθεί σε ό,τιδήποτε (δεν βλέπει το αντικείμενό της σαν να της μοιάζει).

Ας πάρουμε την έννοια «χρώμα». Είναι χρώμα στο οντολογικό επίπεδο της σκέψεως, όχι των χρωμάτων. Η σκέψη ταυτίζεται με το αντικείμενό της - αλλά από την δική της μόνο άποψη. Δηλ. δεν είναι το αντικείμενό της, εφ' όσον δεν είναι παρά σκέψη, αλλά ακριβώς το ότι είναι μη αυτοαναφερομένη σκέψη της επιτρέπει στο επίπεδό της να είναι το αντικείμενό της.

Η σκέψη είναι οντολογικώς λεπτοτέρα της αισθήσεως. Αρνείται τον εαυτόν της με τρόπο εμμεσώτερον απ' την αίσθηση. Το πράσινο χρώμα αρνείται τον εαυτόν του με το να μην περιέχει ό,τι παριστάνει. Η έννοια «πράσινο» αρνείται το πράσινο με το να μην παριστάνει αυτό στο οποίο αναφέρεται. Η έννοια «ρήμα» είναι ουσιαστικό. Η έννοια «βιβλίο» δεν αποτελείται από λ.χ. τριακόσιες έννοιες σελίδων και ακόμη περισσότερες έννοιες γραμμάτων: αυτή είναι η αυτοδιάψευσή της.

Η έννοια «γαλάζιο» δεν είναι γαλάζια, παρομοίως και η έννοια «πλοίο» δεν επιπλέει στην έννοια «θάλασσα». Η έννοια «ραδιόφωνο» δεν μπορεί να «πιάσει» την έννοια του ραδιοφωνικού σταθμού - η οποία άλλωστε δεν εκπέμπει προγράμματα. Οι έννοιες δεν δομούνται με λογική συνέπεια η μια πάνω στην άλλην, όπως και η εικόνα δεν δομείται με μαθηματική συνέπεια από το άθροισμα των τμημάτων της. Υποτίθεται ότι οι έννοιες έπρεπε να έχουν αλληλοσυσχετιζόμενα νοήματα, όπως ώφειλαν να προκύπτουν συσχετικώς οι θέσεις των περιοχών της εικόνας, αλλά η φύση του πνεύματος είναι τέτοια, που δεν συμβαίνει ούτε το ένα ούτε το άλλο. Τα νοήματα είναι τόσον ριζικώς αυθαίρετα, όσο και οι χρωματικές ποιότητες. Από εδώ προκύπτει η εκμηδένιση των νοημάτων, αλλά επίσης και ότι η «γεωμετρία» της σκέψεως δεν είναι αυτοδικαίως η εύλογη.

Το ότι η σκέψη, όπως και η αίσθηση, δεν περιγράφει τον εαυτό της καθορίζει αφ' ενός ότι μπορεί να αναφερθεί σε κάποιο αντικείμενο, ταυτοχρόνως ότι η αναφορά είναι οντολογικώς εσφαλμένη: η έννοια είναι ριζικώς διαφορετικό ον από το αντικείμενό της. Η σχέση σκέψεως - αντικειμένου είναι δυνατή, επειδή επιμένει, ενώ αναιρείται. Ανατρέπεται αφ' εαυτής, όπως η έκταση της οπτικής εικόνας, τελικά θυμίζει το επιμενίδιον παράδοξον, όπως κάθε πνευματική εκδήλωση. Κάθε νόημα, λογικό, παράλογο, «υπέρλογο» και ό,τιδήποτε, κάθε πίστη και γνώμη είναι αυτοκαταστρεφόμενο ον, τ.έ. κινούμενο κατά τον τρόπο της οπτικής εικόνας, εν τέλει εξαρτώμενο και αυτό από την εκτατικότητα του υποστρώματος.

Επίσης το αίσθημα της υποχρεωτικής συνεχείας της σκέψεως είναι ακριβώς αίσθημα, ψυχολογικής προελεύσεως, αλλά άσχετο με την φύση της κατ' αρχήν. Αν εισχωρούσε πραγματικό αιτιακό στοιχείο στην σκέψη, θα την ανέφερε στον εαυτόν της και θα την έκανε ακατάλληλη να σκεφτεί τον κόσμο. Οι συλλογισμοί οφείλουν να είναι τελείως εξωστραμμένοι, άρα να μην έχουν συνεκτικότητα (η λογική «συνοχή» είναι άλλη ιστορία).

Τέλος, αν ο εγκέφαλος απλώς υπολόγιζε μια σκέψη, αυτό θα την έκανε συνειδητή; Το να γίνει σε νευρωνικό επίπεδο ο υπολογισμός «2+2=4» είναι απλό πράγμα, μπορεί να το κάνει και ο εγκέφαλος ενός ζώου. Η συνειδητοποίηση της μαθηματικής ιδέας είναι διαφορετική περίπτωση.

6 Αναδρομή

Το ενδιαφέρον μου για την γνωσιολογία ξεκίνησε, όταν διάβασα ένα βιβλίο του B. Russell . Από εκεί έμαθα ότι η ύπαρξη του υλικού κόσμου δεν είναι αποδεδειγμένη, απλώς πιθανή. Έτσι έχουμε ένα πρόβλημα κεντρικής σημασίας, αλλά έμεινα με την εντύπωση ότι ο Russell έγραφε ότι η επίλυσή του είναι έξω από τις ανθρώπινες δυνατότητες. Αυτό το πήρα βαριά και αποφάσισα να το λύσω εγώ. Όταν ύστερα από χρόνια ξαναδιάβασα το βιβλίο, δεν έλεγε κάτι τέτοιο. Έλεγε ότι έχουμε ένα μη επιλελυμένο πρόβλημα, δεν έλεγε για μη επιλύσιμο.

Ο Russell παρουσίαζε ένα επιχείρημα υπέρ του αντικειμενικού κόσμου. Ας πούμε ότι η γάτα υπάρχει μόνον όταν την βλέπουμε. Την χάνουμε για λίγες ώρες και, όταν ξαναεμφανίζεται, πεινάει. Είναι παράξενο να πείνασε, όσο δεν υπήρχε. Είναι απλούστερο να σκεφτούμε, ότι υπάρχει και όταν δεν την βλέπουμε. Αλλά και ο ίδιος ο Russell παρουσίαζε το επιχείρημα ως πιθανολογικό. Στην αρχή σκέφτηκα ότι, αν διατυπωθεί αυστηρότερα, μπορεί να γίνει αποδεικτικό. Βρέθηκα όμως μπροστά στο ότι κάθε επιχείρημα παρομοίας δομής με την ιστορία της γάτας το υπονομεύει η αδυναμία μας να αποδείξουμε την αξιοπιστία της μνήμης και την ροή του χρόνου. Έτσι μένει κατ' ανάγκην πιθανολογικό, όσο και να το βελτιώσουμε.

Έψαχνα για κάποιαν διέξοδο. Μήπως η οπτική εικόνα δίνει κάποιο στοιχείο τουλάχιστον για την ροή του χρόνου; Αν στριφογυρίσεις ένα νόμισμα στον αέρα, θα δεις μέσα στην ίδιαν εικόνα διάφορες θέσεις του, αλλά μέσα στην ίδιαν εικόνα, δηλ. σαν ταυτόχρονες.

Περίπου την ίδιαν εποχή διάβαζα για την θεωρία της σχετικότητος και τις δύο παραστάσεις του κόσμου, την τετραδιάστατη στατική και την τριδιάστατη δυναμική. Είχα την εντύπωση ότι την τετραδιάστατη την καταλάβαινα καλύτερα. Δεν μπορείς να φανταστείς σχήμα τεσσάρων διαστάσεων, αλλά θεωρητικώς το καταλαβαίνεις. Ενώ η κίνηση τι υποτίθεται ότι είναι; Εν τούτοις η εικόνα του κινουμένου σύμπαντος μου άρεσε πολύ περισσότερο. Όμως υπήρχε και το πρόβλημα της νομοτελείας. Πώς ένα τμήμα του κόσμου επιδρά στα διπλανά του; Καταπατά το έδαφός τους μήπως; Πολύ χονδροκομμένο μου φαινόταν. Κι αυτό πια ήταν δυσκολώτερο να το κατανοήσεις στο στατικό, παρά στο κινούμενο σύμπαν.

Αυτές τις σκέψεις δεν τις αναφέρω για την αξία τους, αλλά για την σχέση τους με την συνέχεια. Όπως προσπαθούσα να βρω κάποιο στοιχείο για την ύπαρξη της ύλης, χρειαζόμουν να εντοπίσω ένα φαινόμενο εντός των αισθητηριακών δεδομένων, που να απαιτεί εξήγηση, αλλά να μην μπορεί να την βρεί σε αισθητηριακό επίπεδο και να υποδεικνύει, άρα, την ύπαρξη της ύλης. Κάτι σαν την πείνα της γάτας του Russell, αλλά καλύτερα καθορισμένο. Ας πούμε ένα ρολόϊ, που χτυπάει πάντα στις 12. Ένα τέτοιο επαναληπτικό φαινόμενο, που η επαναληπτικότητά του να μην εξηγείται χωρίς την προϋπόθεση της ύλης: η εικόνα του ρολογιού δεν έχει κάτι που να την κάνει να βγάζει ήχους, όταν δείχνει 12. Εδώ είχα το επιχείρημα σχεδόν έτοιμο, αλλά δεν το καταλάβαινα. Νόμιζα ότι έπρεπε να αποδείξω την επαναληπτικότητα του φαινομένου, και μιά αρχή θα ήταν να επιβεβαιώσω τουλάχιστον την ροή του χρόνου. Αλλά ούτε κι αυτό το κατάφερνα.

Τότε έκανα την εξής σκέψη. Δεν μπορώ να αποδείξω τον χρόνο, αλλά ίσως περιττεύει. Δεν υποτίθεται ότι ο χρόνος είναι απλώς μια διάσταση του συνεχούς; Εδώ έχουμε την έκταση της οπτικής εικόνας, ας μείνουμε σ' αυτήν. Η ιδέα αυτή δεν ήταν σωστή. Δεν είχα το δικαίωμα να χειριστώ τον χρόνο και την έκταση της οπτικής εικόνας σαν τον χρόνο και τον χώρο της φυσικής. Όμως αυτό το λάθος ξέμπλεξε την κατάσταση. Τις πρώτες στιγμές έμενα προσηλωμένος στην επαναληπτικότητα: αν βλέπουμε ταυτοχρόνως 3 - 4 όμοια σχήματα, δεν μπορούμε μέσα στην εικόνα να βρούμε κάποιον λόγο να είναι ίδια. Ύστερα κατάλαβα ότι εδώ η επαναληπτικότητα δεν χρειαζόταν. Το θέμα ήταν ότι κανένα σχήμα δεν υπήρχε λόγος να συνυπάρχει με το διπλανό του, καθώς κανένα τμήμα της εικόνας δεν έδινε πληροφορίες για το υπόλοιπο. Δεν μπορούσα να αφομοιώσω την σημασία αυτού του στοιχείου, καταλάβαινα όμως ότι εδώ υπήρχε κάτι ιδιαίτερο.

Τότε μου ήρθε η ιδέα να χρησιμοποιήσω το ότι σε κάποιες ασθένειες η έκταση του οπτικού πεδίου μειώνεται, τμήματά του ολόκληρα χάνονται. Αυτό σήμαινε ότι η οπτική εικόνα δεν περιέχει αυτοδύναμη αιτιολόγηση της εκτάσεώς της, εφ' όσον την καθορίζει η κατάσταση του νευρικού συστήματος. Εντάξει, δεν ξεκινάμε με την προϋπόθεση ότι το νευρικό σύστημα όντως υπάρχει, αλλά έχουμε ένα δείκτη για το πού πρέπει να ψάξουμε να βρούμε κάποιο στοιχείο. Δηλ. στο γεγονός ότι η μισή εικόνα αγνοεί την ύπαρξη της άλλης μισής, υπάρχει ανεξαρτήτως αυτής. Αυτό το επιχείρημα του οπτικού πεδίου μου έδειξε ότι η έλλειψη πληροφοριών του ενός τμήματος της οπτικής εικόνας για το άλλο ώφειλε όχι απλώς να θέτει το θέμα του αισθητικού της περιεχομένου, αλλά και το θέμα της ίδιας της υπάρξεώς της: το ότι δεν καθορίζει η ίδια η εικόνα την έκταση του οπτικού πεδίου εκδηλώνεται μέσω της αγνοίας του ενός τμήματός της για τα άλλα, αλλά αυτό το ίδιο πάλι γεγονός, το ότι η οπτική εικόνα καθορίζεται από το νευρικό σύστημα, σημαίνει ότι η ίδια δεν αιτιολογεί την ύπαρξή της. Άρα το ότι ένα τμήμα της αγνοεί το άλλο έπρεπε να την οδηγεί σε εξαρτημένη ύπαρξη, που να υποδηλώνει την σχέση της με τον εγκέφαλο. Αν δηλ. υπήρχε κάποια ελπίδα να λυθεί το πρόβλημα.

Η συνέχεια ήρθε μόνη της, αλλά ήταν απροσδόκητη. Κάθε τμήμα της εικόνας διαιρείται με την σειρά του σε άλλα, που πάλι αγνοούν το ένα το άλλο, δεν περιέχουν τις πληροφορίες τις απαραίτητες να ανασυγκροτήσουν το τμήμα από το οποίο προήλθαν. Και η εξαχνωτική αυτή διαδικασία συνεχίζεται μέχρι πότε; Είναι σαφές ότι τα πολύ μικρά πράγματα δεν φαίνονται καθόλου. Κάποιαν στιγμή τα τμήματα της εικόνας απλώς εξαφανίζονται, όπως διαιρούνται.

Δηλαδή; Η εικόνα αποτελείται από μη ορατά στοιχεία, που δεν έχουν τις πληροφορίες να την ανασυγκροτήσουν. Δεν είναι ένα σπασμένο αγγείο, που θα ανασυγκολλήσει ο αρχαιολόγος. Είναι διαλυμένη για τα καλά. Δεν υπάρχει καθόλου. Όμως υπάρχει. Τότε η ύπαρξή της δεν της ανήκει, αλλά ανήκει σε κάποιο άλλο ον, την ύλη. Εδώ εκ των πραγμάτων αναδυόταν μια παράξενη λογική, παραξενώτερη απ' ό,τι συνάντησα πιο πρίν, που δεν ήξερα πώς να την χειριστώ. Υπέθεσα, φυσικά, ότι πρέπει να θεωρήσουμε την ύλη ριζικώς διαφορετικήν απ' την αίσθηση, ενδογενώς ενιαία, και σ' αυτό το σημείο σταμάτησα χρόνια. Δεν ήξερα πώς να αντιμετωπίσω αυτό που προέκυψε. Μήπως ήταν λάθος; Δεν φαινόταν και για λάθος, το σκεφτόμουν και το ξανασκεφτόμουν, σωστό έμοιαζε.

Το επόμενο που έπρεπε να αναλύσω ήταν οι ποιότητες των χρωμάτων, αλλά δεν κατάφερνα να ξεκινήσω την ανάλυση, αν και έπρεπε να είναι σχετικώς απλή, μετά τα προηγούμενα. Η κατάσταση ξεσκάλωσε, όταν διάβαζα την «μικρή λογική» του Hegel . Διάβαζα για το «Απόλυτον Είναι» (πρόκειται περί της γερμανικής εκφράσεως για το Brahman) και για το πώς οι ενδογενείς αντιθέσεις του το αναγκάζουν να προσδιοριστεί (η γερμανική ερμηνεία της Maya). Παρατήρησα ότι η συλλογιστική αυτή μπορεί θεωρητικώς να εφαρμοστεί ικανοποιητικά στα υλικά όντα - ή μάλλον στις ιδέες μας για τα υλικά όντα - όμως όχι στα αισθητικά. Τα χρώματα δεν είναι εξειδικεύσεις μιας γενικώτερης οντότητος. Δεν επικοινωνούν καθόλου μεταξύ τους και φυσικά από το κόκκινο δεν μπορείς να συμπεράνεις το κίτρινο. Αυτή η συλλογιστική θα έπρεπε να οδηγεί πάλι στην εξαφάνιση των χρωμάτων: αν από το γαλάζιο δεν συμπεραίνεις το γαλάζιο, τότε ναί. Και όντως δεν το συμπεραίνεις, διότι δεν περιέχει ορισμό του εαυτού του. Δεν έχει πληροφορίες μέσα του που να λένε τι είναι, δεν είναι τίποτε. Σ' αυτήν την φάση συνειδητοποίησα ότι έχει σημασία τί πληροφορίες περιέχει το αισθητικό ον για τον εαυτόν του. Πιο πρίν, ασχολούμενος με τις εκτατικές ιδιότητες της εικόνας, έβλεπα την σημασία του ότι ένα τμήμα δεν περιέχει πληροφορίες για το άλλο, αλλά δεν καταλάβαινα ότι αυτό σήμαινε ότι (κυρίως) δεν περιέχει πληροφορίες για τον εαυτόν του. Εφ' όσον, λοιπόν, η εικόνα δεν περιέχει η ίδια τις πληροφορίες της ίδιας της της περιγραφής, είναι ριζικώς μη περιγραπτή, και δεν μπορούν οι πληροφορίες αυτές να βρεθούν πουθενά αλλού. Εν τούτοις έτσι υποδηλώνεται ότι κάπου υπάρχουν πληροφορίες υποστηρίζουσες την παράδοξη ύπαρξή της.

Όταν η ανάλυσή μου έδειξε ότι το χρώμα δεν περιέχει την περιγραφή του εαυτού του, προέκυψαν κάποια παράδοξα παράπλευρα συμπεράσματα. Εφ' όσον το χρώμα είναι οριστικώς αδύνατον να περιγραφεί, δεν είναι δυνατόν να υπάρξει λογικός τρόπος παραγωγής του ή προβλέψεως της ποιότητός του, εν τούτοις το χρώμα προκύπτει. Αλλά και όταν προκύψουν οι ποιότητες του χρώματος, είναι αδύνατον να αντιστοιχιστούν λογικά με διαφορετικές καταστάσεις του υποστρώματος, αντιστοιχίζονται όμως: το ερέθισμα, που προέρχεται από την γαλάζια ακτινοβολία, μας κάνει να βλέπουμε την γαλάζια χρωματική ποιότητα, το ερέθισμα της κόκκινης ακτινοβολίας μας κάνει να βλέπουμε το κόκκινο, αλλά ούτε στο γαλάζιο ούτε στο κόκκινο χρώμα υπάρχει κάτι που να μας επιτρέψει να το αντιστοιχίσουμε σε συγκεκριμένη κατάσταση του εγκεφάλου και όχι σε άλλην. Εν τούτοις δείξαμε ότι, επειδή ακριβώς δεν περιγράφουν τον εαυτόν τους και όμως παραμένουν υπαρκτές, οι χρωματικές ποιότητες οφείλουν να αναφέρονται σε συγκεκριμένο υλικό υπόστρωμα, για να υποστηριχτεί η ύπαρξή τους. Φαίνεται ότι αντιμετωπίζοντας τέτοιες αντιφατικές απαιτήσεις η πραγματικότητα μπορεί και κάνει αυθαίρετες επιλογές και, ακόμη περισσότερο, επιδεικνύει και κάποιες περιορισμένες δημιουργικές ικανότητες: εμφανίζει την γαλάζια και την κόκκινη χρωματική ποιότητα, χωρίς να υπάρχει κάποια πρώτη ύλη για την κατασκευή τους ή κάποια προσδιοριστικά στοιχεία τους, παρά μόνον η λογική αναγκαιότης της υπάρξεως κάποιων ποιοτήτων.

Όπως συνήθιζα στην νέα αντίληψη για την σημασία των πληροφοριών, συνέβη κάτι παράξενο. Το παλιό επιχείρημα της επαναληπτικότητος ανεβίωσε με άλλην μορφή, έτσι ξαφνικά. Αν έχεις δυο όμοιους γαλάζιους δίσκους, δεν έχουν πληροφορίες που να λένε ποιός είναι ποιός (φυσικά, αφού δεν περιέχουν γενικώς καμμιάν πληροφορία). Αλλά τότε, αν τούς ανακατέψουμε, σκεφτόμουν, σαν τα χαρτιά της τράπουλας, ώστε να ξεχάσουμε ποιός είναι ποιός, δεν ξεχάσαμε κάποιο πραγματικό στοιχείο. Δεν αποτελεί λάθος να τούς μπερδέψουμε. Δεν έχουν ταυτότητα. Ο ένας δίσκος δεν ξεχωρίζει ενδογενώς από τον άλλον, ή, αν το δούμε διαφορετικά, είναι εξίσου άλλος και προς τον εαυτόν του. Τα αισθητικά όντα δεν έχουν ταυτότητα.