
Ποιήματα του Γιάννη Σκαρίμπα
Χαλκίδα -
Φαντασία -
Το Μοντέλο -
Ουλαλούμ . . . -
Ταμάρα -
Το ξάφνιασμα -
Η Κυρά μου η τρέλα. . . -
Το βαπόρι -
Στάδιον δόξης -
Εαυτούληδες
|
ΧΑΛΚΙΔΑ (από τη συλλογή ΟΥΛΑΛΟΥΜ) |
|
Νάν' σπασμένοι οι δρόμοι, νά φυσάει ο νότος Φύσαε –είπα– ο νότος κι έλεγα: Η Χαλκίδα, Έτσι έλεγα! Ήσαν μάταιοι μου οι κόποι Τώρα; Πόλη, τρέμω τά γητέματά σου Έτσι νάν' σπασμένοι, νά φυσά απ' τό νότο |
|
ΦΑΝΤΑΣΙΑ (από τή συλλογή ΟΥΛΑΛΟΥΜ) |
|
Νάναι σά νά μάς σπρώχνει ένας αέρας μαζί Και νάν' σάν κάτι νά μού λές, κάτι ωραίο κοντά Κι όλο νά λές, νά λές, στά βάθη τής νυκτός |
|
ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ (από τή συλλογή ΟΥΛΑΛΟΥΜ) |
|
Πού τήν είδα; Συλλογίζομαι άν στούς δρόμους Δίχως χέρια . . . Τό μάτι της γυαλένιο Τήν στοχάζομαι. Η φωνή της, λές, μού εμίλει Τ' ήταν; πνεύμα; Μήν φτιαγμένη ήταν, ωϊμένα, Αχ πώς τρέμω! ο νούς μου πάει σ' ιδέες πλήθος, . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . |
| ΟΥΛΑΛΟΥΜ . . . |
|
Ήταν σα να σε πρόσμενα Κερά Θάρθει, αφού φλετράει μου η ψυχή, Και να, το κάθισμά σου σιγυρνώ, . . . Πως – να, θα μείνει ο κόσμος με το "μπά" . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Νύχτωσε και δεν φάνηκες εσύ· Τόσο πολύ σ' αγάπησα Κερά, |
|
Ταμάρα |
|
Αλλόκοτη και μελαψή, ωραία και ιερή λες έσερνε αγγελικές φτερούγες κι' επερπάτει αδέξια και αμέριμνη, μ' εκείνην τη νωθρή περπατησιά μια Θέαινας, σ' Ολύμπιο μονοπάτι. Και μπόραε — όπως πάγαινε παχειά — κανείς διεί Το αίμα της μεσημβρινό, χυμένο λες — κει — να Κι' εγώ την ειχ' αγάπη μου!.. Μια φλόγα και καπνός Κι' ήμουν ειδωλολάτρης της!. Ψηλά o εν ουρανοίς Και πέθανε... Και με παπά τη θάψαμε! και να |
| Το ξάφνιασμα
|
|
Δυο Πάνες φουσκομάγουλοι, στου κήπου σου τις στέρνες, τα χάλκινα—με τρεις οπές—σουράβλια είχαν στα χείλη, όταν εσύ τις φωτεινές του χάμου έκρουσες φτέρνες — ζυγά πιτσούνια που έπαιζαν το 'να το άλλο εφίλει. Του φραμπαλά σου φτερωτή τότε η — σαΐτα —ρίγα Kι έφυγες. Ωωω. Σαν αστραπών — στο σέρπιο μονοπάτι — |
|
Η Κυρά μου η τρέλα... (Τα Νέα Ελληνικά 1 [Ιανουάριος 1952]) |
|
Πώς ήταν έτσι, πώς μου εφάνη ως είχεν έμβει κειο το βαπόρι μες στο λιμάνι με όκια τεφρά, όπως το τύλιξε στ' αχνά μετάξια της σιγά η ρέμβη ως το ρυμούλκησε μειλίχιο η νύστα μου εκεί αλαφρά. Ήρθε και στάθηκε μπερδικλωμένο σ' αχνή τολύπη Κι η νύχτα έφτασε. Αχ, το βαπόρι μες στην ασβόλη, Ή μη—βαρκάκια του—μ' άσπρες κορδέλες σταυροδεμένα |
| Το βαπόρι
|
|
Νάναι ως νάχης φύγει — με τους ανέμους — καβάλλα Κι' εντός μου εμένα να βρυχιέται — όλο να τρέμει — Και νάναι όλα απ' ό,τι φεύγει —και δε μένει— |
| Στάδιον δόξης (συλλογή Εαυτούληδες 1950)
|
|
Ως ανύποπτος καθόμαν, ήρθαν όλα μι' αντάρα οι ήρωές-μου κι οι στίχοι-μου — φιόρα-μου όλα πλατύφυλλα —, κάθε μια της ζωής-μου ήταν — κει — στραβομάρα, κάθε γκάφα-μου ή τύφ-λα... Κι ως αρπώντας με μ' έβγαλαν σηκωτόν απ' την πόλη ... Βλέπεις μαιτρ —μου φωνάξανε— τη Χαλκίδα την είδες Τι ντεκόρ ανισόρροπο που με μύτη γελοία Κι ω Θεέ-μου, τι θίασος, τι λερή συνοδεία Κι είμαι γω θιασάρχης-τους; Αλς κουρσούμ τώρα εξώλης Κι ως στα πάλκα η φάτσα-μου γελαστή θα προβαίνει |
| Εαυτούληδες (από τη συλλογή Εαυτούληδες 1950)
|
|
Ως ωραία ήταν μου απόψε η λύπη, ήρθαν όλα σιωπηλά χωρίς πάθη και με ήβραν —χωρίς κανέν' να μου λείπει— τα λάθη. Κι ως τα γνώρισα όλα-μου γύρω — μπραμ-πάφες A!... τι θίασος λίγον τι από αλήτες Και τι έμπνευση να μου δώσουν τη βέργα Α... τι έμπνευση!... Μαιτρ του φάλτσου 'γώ πάντα, Kι ως πισώκωλα θα παγαίνω πατώντας, |
| Τα ποιήματα "Ταμάρα", "Το ξάφνιασμα", "Η Κυρά μου η τρέλα. . .", "Το βαπόρι", "Στάδιον δόξης" και "Εαυτούληδες" είναι από το περιοδικό Περίπλους τ. 44, Μάρτιος-Ιούνιος '97 (δες σελίδες σύγχρονης ελληνικής ποίησης) |