ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΟΥΣ
Λ Υ Σ Ι Σ Τ Ρ Α Τ
Η
Πορεία
προς τον Αγώνα
(350-386)
Μετάφραση-Σημειώσεις: Πολύβιος Δημητρακόπουλος (Pol Arcas)
|
|
|||
| Στρατυλλίς | |||
| ἔασον ὦ. | Βρε άφες
με!
|
||
| Χορὸς Γυναικῶν | |||
| 350 | τουτὶ
τί ἦν; ὦνδρες πόνῳ πόνηροι·
οὐ γάρ ποτ᾽ ἂν χρηστοί γ᾽ ἔδρων οὐδ᾽ εὐσεβεῖς τάδ᾽ ἄνδρες. |
Τί είν' εκεί;
Άνδρες κακοί! Αυτά πού κάνετε εσείς, όσ' είνε τιμημένοι καί ευσεβείς δεν κάνουνε. |
|
| Χορὸς Γερόντων | |||
| τουτὶ
τὸ πρᾶγμ᾽ ἡμῖν ἰδεῖν ἀπροσδόκητον
ἥκει·
ἑσμὸς γυναικῶν οὑτοσὶ θύρασιν αὖ βοηθεῖ. |
Ποιος να
το περιμένη
αυτό το πράμα πώς θα ιδή; Να, πούχει ξεκινήση κι' άλλο γυναικομάζωμα στης πόρτες να βοηθήση. |
||
| Χ Γυν | τί βδύλλεθ᾽ ἡμᾶς; οὔ τί που πολλαὶ δοκοῦμεν εἶναι; |
πολλές σας εφανήκαμε; δεν είδατε ακόμα |
|
| 355 | καὶ μὴν μέρος γ᾽ ἡμῶν ὁρᾶτ᾽ οὔπω τὸ μυριοστόν. | ούτε καί το μυριοστόν απ' το δικό μας κόμμα. | |
| Χ Γερ | ὦ Φαιδρία
ταύτας λαλεῖν ἐάσομεν τοσαυτί;
οὐ περικατᾶξαι τὸ ξύλον τύπτοντ᾽ ἐχρῆν τιν᾽ αὐταῖς; |
Φαιδρία!
πώς; θ' αφήσουμε αυτές με τέτοια γλώσσα
να κοπανάνε τόσα ; Δεν πρέπει να της πιάσουμε καί όλα τούτα τα ραβδιά στη ράχη τους να σπάσουμε ; |
|
| Χ Γυν | θώμεσθα
δὴ τὰς κάλπιδας χἠμεῖς χαμᾶζ᾽, ὅπως
ἂν
ἢν προσφέρῃ τὴν χεῖρά τις μὴ τοῦτό μ᾽ ἐμποδίζῃ. |
Και από μας
ή κάθε μιά
θα βάλη κάτω τα σταμνιά, να μη μας εμποδίζουνε, και τότε διορθώνει αυτόν, πού κατ' απάνω μας το χέρι του ξαμώνει. |
|
| 360 | Χ Γερ | εἰ νὴ
Δἴ ἤδη τὰς γνάθους τούτων τις ἢ δὶς
ἢ τρὶς
ἔκοψεν ὥσπερ Βουπάλου, φωνὴν ἂν οὐκ ἂν εἶχον. |
Ώ, μα τον
Δία! αν κανείς, με χαστουκές γερές,
τους τσάκιζε δυό-τρείς φορές, —όπως κι' αυτού τού Βούπαλου —της δυο τους της μασέλες, τώρα δεν θάχανε φωνή [να λένε τέτοιες τρέλλες!] |
| Χ Γυν | καὶ μὴν
ἰδοὺ παταξάτω τις· στᾶσ᾽ ἐγὼ παρέξω,
κοὐ μή ποτ᾽ ἄλλη σου κύων τῶν ὄρχεων λάβητα. |
Εδώ στεκόμαστε
μπροστά,
κι' ας ερθη όποιος του βαστά· μά [θα σε κάμω εγώ να ειπής, πώς] ούτε σκύλλα είδες, να σ' έχη αρπάξη πειό γερά από της δυό σου αρχίδες. |
|
| Χ Γερ | εἰ μὴ σιωπήσει, θενών σου ᾽κκοκκιῶ τὸ γῆρας. | Άν ίσως δεν
σωπάσης,
το τελευταίο γήρας μου κακά θα δοκιμάσης. |
|
| 365 | Χ Γυν | ἅψαι μόνον Στρατυλλίδος τῷ δακτύλῳ προσελθών. | Σαν θέλης
πάρ' τα μούτρα σου,
την Σρατυλλίδα άγγιξε, [να ιδής πού πάει η κούτρα σου.] |
| Χ Γερ | τί δ᾽ ἢν σποδῶ τοῖς κονδύλοις; τί μ᾽ ἐργάσει τὸ δεινόν; | Τι θα μου κάνης, στης σβερκές αν έλθω καί σ' αρχίσω; | |
| Χ Γυν | βρύκουσά σου τοὺς πλεύμονας καὶ τἄντερ᾽ ἐξαμήσω. | Τ' άντερα καί πλεμόνια σου με δαγκανιές θά χύσω. | |
| Χ Γερ | οὐκ ἔστ᾽
ἀνὴρ Εὐριπίδου σοφώτερος ποιητής·
οὐδὲν γὰρ οὕτω θρέμμ᾽ ἀναιδές ἐστιν ὡς γυναῖκες. |
Κανείς δεν
είνε πειό σοφός από 'τόν Ευριπίδη,
[που της γυναίκες πάντοτε της στρώνει στο βρισίδι]· γιατί ως σήμερα στη γη δεν είνε γεννημένα πλάσματα αναιδέστερα [καί πειό ξετσιπωμένα]. |
|
| 370 | Χ Γυν | αἰρώμεθ᾽ ἡμεῖς θοὔδατος τὴν κάλπιν ὦ ῾Ροδίππη. | Εμπρός, Ροδίππη, τα σταμνιά, [μη χάνουμε καιρό]. |
| Χ Γερ | τί δ᾽ ὦ θεοῖς ἐχθρὰ σὺ δεῦρ᾽ ὕδωρ ἔχουσ᾽ ἀφίκου; | Γιατί, θεοκατάρατες! εφέρατε νερό; | |
| Χ Γυν | τί δαὶ σὺ πῦρ ὦ τύμβ᾽ ἔχων; ὡς σαυτὸν ἐμπυρεύσων; |
το σώμα σου θα κάψης; |
|
| Χ Γερ | ἐγὼ μὲν ἵνα νήσας πυρὰν τὰς σὰς φίλας ὑφάψω. | Ήλθα ν' ανάψω τη φωτιά της φίλες σου να ψήσω. | |
| Χ Γυν | ἐγὼ δέ γ᾽ ἵνα τὴν σὴν πυρὰν τούτῳ κατασβέσαιμι. | Έ, ήλθα τη φωτιά κ' εγώ με το νερό να σβήσω. | |
| 375 | Χ Γερ | τοὐμὸν σὺ πῦρ κατασβέσεις; |
|
| Χ Γυν | τοὔργον τάχ᾽ αὐτὸ δείξει. |
|
|
| Χ Γερ | οὐκ οἶδά σ᾽ εἰ τῇδ᾽ ὡς ἔχω τῇ λαμπάδι σταθεύσω. | Σε ξεροψήνω στη στιγμή με το δαδί πού φέρω. | |
| Χ Γυν | εἰ ῥύμμα τυγχάνεις ἔχων, λουτρόν <γ᾽ ἐγὼ παρέξω. | Άν είσαι βρώμιος κι' άπλυτος λουτρό θα σου προσφέρω. | |
| Χ Γερ | ἐμοὶ σὺ λουτρὸν ὦ σαπρά; | Θα κάμης συ λουτρό 'ς εμέ, μωρή βρωμοσουπιά; | |
| Χ Γυν | καὶ ταῦτα νυμφικόν γε. | Θάν' και λουτρό του γάμου σου. | |
| Χ Γερ | ἤκουσας αὐτῆς τοῦ θράσους; |
Ακούς ξεδιαντροπιά! |
|
| Χ Γυν | ἐλευθέρα γάρ εἰμι. | Μα είμ' εγώ ελεύθερη. | |
| 380 | Χ Γερ | σχήσω σ᾽ ἐγὼ τῆς νῦν βοῆς. | Κ' εγώ θα
στο βουλώσω
το στόμα σου, πού τάφησες καί τσαμπουνάει τόσο. |
| Χ Γυν | ἀλλ᾽ οὐκέθ᾽ ἡλιάζει. | Αλλά στο δικαστήριο δεν θα 'χης πειά δουλειά. | |
| Χ Γερ | ἔμπρησον αὐτῆς τὰς κόμας. |
|
|
| Χ Γυν | σὸν ἔργον ὦχελῷε. |
|
|
| Χ Γερ | οἴμοι τάλας. | Ωχ ! ωχ ! κακόμοιρος εγώ! | |
| Χ Γυν | μῶν θερμὸν ἦν; |
|
|
| Χ Γερ | ποῖ θερμόν; οὐ παύσει; τί δρᾷς; | Βρέ τί ζεστό! δεν παύεις πειά; κατάλαβες τι κάνεις; | |
| Χ Γυν | ἄρδω σ᾽ ὅπως ἂν βλαστάνῃς. | Τί έκανα; σ' επότισα βλαστούς να ξαναβγάνης. | |
| 385 | Χ Γερ | ἀλλ᾽ αὖός εἰμ᾽ ἤδη τρέμων. |
|
| Χ Γυν | οὐκοῦν ἐπειδὴ πῦρ ἔχεις, σὺ χλιανεῖς σεαυτόν. |
τρέχα κοντά της να σταθής καί γρήγορα να ζεσταθής. |
|
|
|
|||
Βούπαλος:
Αγαλματοποιός διακωμωδούμενος.
για λάθη, σχόλια, παρατηρήσεις: Α. Περδικούρης