Συνέχεια του κειμένου του Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος

Στην αρχή ενώνουν δύο κόλλες χαρτί μεταξύ τους; μια κόκκινη με μια κίτρινη. Ύστερα τις κάνουν τέσσερις, τοποθετώντας τα χρώματα αντίθετα: κόκκινο -κίτρινο, κίτρινο - κόκκινο. Στη συνέχεια, τις τέσσερις κόλλες χαρτί τις κάνουν οκτώ και τις οκτώ δεκάξι. Στο σημείο αυτό πρέπει να φτιαχτεί ο “κουμπές”, ο θόλος του αερόστατου δηλαδή, με πολύ, μα πολύ μεγάλη προσοχή. Ο κυρ-Βαγγέλης και τα παιδιά του σχολείου παίρνουν μια δυάδα από πολύχρωμες κόλλες χαρτί και τσακίζουν τις δυο άκρες τριγωνικά, όπως στο σχήμα, για να κατασκευάσουν τον “κουμπέ”. Αυτές τις άκρες που τσάκισαν, θα τις κόψουν με το μαχαίρι και θα τις κολλήσουν στη συνέχεια με την ψαρόκολλα. Παλιά, θυμάται ο μπάρμπα-Βαγγέλης, κολλούσαν τις κόλλες με αλευρόκολλα, αραιό ζυμάρι δηλαδή, όπως αυτό που κατασκευάζουν το ψωμί. Όμως τα ποντίκια της αποθήκης, που πεινούσαν αρκετά, δεν άφηναν πολλές φορές για την Ανάσταση κανένα αερόστατο. “Το πάνω μέρος του κουμπέ”, επιμένει ο παππούς, “πρέπει να είναι στενό για να μπορεί να φύγει ευκολότερα το αερόστατο”. Το αερόστατο, παιδιά, βασίζεται στην αρχή της ΑΕΡΟΔΥΝΑΜΙΚΗΣ.(Σημείωση κατασκευαστού σελίδας : μάλλον θέλει να πεί την αρχή της ΑΝΩΣΗΣ) Ο Θέρμος αέρας που είναι ελαφρότερος από τον ατμοσφαιρικό, έχει την ιδιότητα να καταλαμβάνει τα ψηλότερα στρώματα της ατμόσφαιρας. Το συνολικό βάρος της συσκευής, λοιπόν, εξουδετερώνεται από τη δύναμη της άνωσης του Θέρμου αέρα, που πλέον έχει γεμίσει το σάκο. Τελικά, ο μπάρμπα - Βαγγέλης μοιάζει ικανοποιημένος από τον θόλο του, το ίδιο και τα παιδιά από τον δικό τους. Όλα είναι πλέον έτοιμα για να ραφτεί το καλάμι, στο κάτω μέρος του αερόστατου. Τα καλάμια βρίσκονται στην παραλία της Πλάκας και ο κυρ-Βαγγέλης μας εξηγεί πόση υπομονή απαιτείται για να καθαριστούν καλά και να λεπτύνουν τόσο όσο χρειάζεται για να είναι ελαφρά και ευλύγιστα. Στο καλάμι κρύβεται, παιδιά, ένα ακόμα μυστικό του καλού αερόστατου. Ο παππούς το μετράει πολύ προσεκτικά και ύστερα τοποθετεί το αερόστατο πάνω στην καλαμωτή στεφάνη και το στηρίζει με τα “μαντάλια” - μανταλάκια. Θα ακολουθήσει, με τη βοήθεια του εγγονού, το ράψιμο του αερόστατου γύρω από το καλάμι. - Παππού θα μου καλαμώσεις εκείνο το μικρό να το πετάξω τώρα; “Στην Ανάσταση, μη βιάζεσαι. Βάστα τώρα να σταυρώσουμε το σύρμα και να το στηρίξουμε στο καλάμι για να κρεμαστεί η κολιμάρα”. Τα παιδιά στο Δημαρχείο έφτιαξαν την “κολιμάρα” τους από πανιά, κατά προτίμηση βαμβακερά. Όμως, ο κυρ-Βαγγέλης επιμένει: “Όταν λέμε πανί, εννοούμε βαμβακερό ύφασμα”! Ύστερα κόβουν τα πανιά λουρίδες και τα κρεμάνε σ' ένα γάντζο και αυτόν τον κρεμάνε με τη σειρά του στο κάτω μέρος του αερόστατου, στο συρμάτινο Σταύρο. “Λίγο πριν ψάλλει ο παπάς το ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ”, μας λέει ο μπάρμπα - Βαγγέλης, “θα βουτήξουμε την κολιμάρα στο λάδι, θ' αναφτεί ο αφανός - φωτιά - και μόλις το αερόστατο ζεσταθεί, ενώ θ' ακούγεται το χαρμόσυνο μήνυμα της Ανάστασης, πεντακόσια αερόστατα θα φύγουν προς τα βουνά”. Προσοχή Όμως! Το εσωτερικό του αερόστατου πρέπει να είναι καθαρό. Να μην η προεξέχουν χαρτιά από τις ενώσεις, γιατί τότε θα πάρει φωτιά και θα καεί. - Της Αγίας Αικατερίνης δεν καίγονται ποτέ, φωνάζει με μάτια που αστράφτουν, ο εγγονός του. Ο παππούς του χαμογελάει, γιατί ξέρει ότι σε όλες τις ενορίες κάποτε μερικά αερόστατα καίγονται. Κανείς δεν μπορεί να μας πει, παιδιά, πώς έφτασε πριν εκατό χρόνια όπως λένε - το έθιμο του αερόστατου στο Λεωνίδιο. Aλλοι μας πληροφορούν πως ήρθε από τη μακρινή Δύση, άλλοι πως ήρθε από την Καλαμάτα και άλλοι πως το έφεραν οι κάτοικοι κάποιου γειτονικού χωριού. Το βέβαιο Όμως είναι πως οι Λεωνιδιώτες αγαπούν το έθιμό τους και το διατηρούν μέχρι και σήμερα, φωτίζοντας τον ουρανό μ' εκατοντάδες πολύχρωμα φανάρια, που όσο ανεβαίνουν και όσο απομακρύνονται, γίνονται όλο και πιο μικρά, πιο μικρά... τόσο μικρά, που στο τέλος μοιάζουν με τα φαναράκια που κρατάτε και εσείς παιδιά.

aerostaton003005.jpg
Στιγμιότυπα